ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο: Οι μαρτυρίες των εντατικολόγων της Covid-19

Λίγο πριν το τέλος ή λίγο πριν μια νέα αρχή. Τρεις γιατροί μας λένε την ιστορία τους μέσα από την εντατική. Ρεπορτάζ της Μαρίας Λούκα.

«Η ανθρωπότητα είναι μια κοινότητα θνητών και οι άνθρωποι στην ανάγκη τους μπορούν να περιμένουν βοήθεια μόνο από τους ανθρώπους» έγραφε ο Norbert Elias πολύ πριν πλημμυρίσουν οι οθόνες μας με καμπύλες νοσηρότητας και η απειλή του θανάτου διαχυθεί στην ατμόσφαιρα με μια ορμή σαρωτική και αδίστακτη που κόβει την ανάσα στον πιο καθαρό ουρανό των τελευταίων δεκαετιών.

Έχει φτάσει, άρα, η ώρα της μεγάλης ανάγκης, που όσο κι αν πιστεύεις, σε ό,τι κι αν πιστεύεις, γνωρίζεις καλά ότι το «θαύμα» δεν είναι μια στιγμιαία έκλαμψη αλλά μια επίπονη ταλάντωση σ’ έναν περίκλειστο θάλαμο με πολλά καλώδια και μηχανικά ερεθίσματα που λήγει μ’ ένα θριαμβευτικό τράβηγμα προς τη μεριά της ζωής. Κι αυτό το τράβηγμα, όπως και το τελευταίο ιερό άγγιγμα του αποχαιρετισμού το κάνουν οι άνθρωποι που ήταν πολύτιμοι κι όταν τους έκοβαν τους μισθούς, όχι μόνο τώρα που τους χειροκροτούν. Ίσως ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο εναλλαγές να υπάρχει είτε μια εσανς καμουφλαρισμένης υποκρισίας, είτε – προτιμότερο –  μια αργοπορημένη αναγνώριση. 

Η έκβαση της πρωτόγνωρης και παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης που βιώνουμε, πολύ περισσότερο από τα πολιτικά διαγγέλματα και τις δεήσεις, διακυβεύεται στα δημόσια νοσοκομεία και απ’ όλα τα νούμερα που εκσφενδονίζονται στις επίσημες ενημερώσεις, αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη αγωνία είναι ο αριθμός των διασωληνωμένων, των ασθενών που νοσούν βαριά και χρειάζονται επειγόντως μια θέση στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).

Αυτός είναι ο χώρος που δίνεται η  πιο κρίσιμη μάχη με την Covid -19, αποκομμένος από τη βουή και την κίνηση του υπόλοιπου νοσοκομείου, γεμάτος αθόρυβες προσδοκίες και αβάσταχτες ματαιώσεις. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του Εθνικού Συστήματος Υγείας, αφού αποτελεί το ύστατο καταφύγιο των ανήμπορων, το τελευταίο χαράκωμα της ζωής. Ισχύει για όλα τα βαριά περιστατικά, για όλους τους ανθρώπους που βρέθηκαν στο μεταίχμιο και πέρασαν μέρες ολόκληροι κατεσταλμένοι και αδρανοποιημένοι στο κενό ανάμεσα στο τίποτα και στο όλον. Μόνο που τώρα εξαιτίας των χαρακτηριστικών της πανδημίας η χρησιμότητα και η αναγκαιότητα τους  φωτίστηκε με πιο λευκό φως. 

Στη χώρα μας οι ΜΕΘ ήταν από τους τομείς εκείνους που τσεκουρώθηκαν πρώτοι από τις πολιτικές λιτότητας, με αποτέλεσμα την αποκαρδιωτική στατιστική αποτύπωση που έδειχνε 6 κλίνες ΜΕΘ ανά 100.000 κατοίκους τη στιγμή που ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν 11,5 κλίνες ανά 100.000 κατοίκους. Μέχρι στιγμής χάρη στην κοινωνική ευθύνη που ανέλαβαν οι πολίτες, η πίεση που δέχτηκαν οι ΜΕΘ είναι διαχειρίσιμη στην ποσοτική της διάσταση τουλάχιστον. Κατά τα’ αλλά οι ελλείψεις που υπάρχουν σε προσωπικό και μέσα τέμνονται με μια ολότελα καινούργια και ύπουλη ασθένεια, μετατρέποντας τη μονάδα σε αμφίρροπη ακροβασία. 

Ο Παναγιώτης Νικολόπουλος είναι πνευμονολόγος – εντατικολόγος στο νοσοκομείο Σωτηρία που έχει επωμιστεί ένα σημαντικό κομμάτι των κρουσμάτων Covid-19. Τον συνάντησα στο γραφείο των γιατρών με γάντια και μάσκα αλλά σίγουρα δεν ήταν το πιο αμέριμνο πράγμα που είχα κάνει τον τελευταίο καιρό και δυσκολευόμουν πολύ να συλλάβω τι σημαίνει να περνάς καθημερινά ώρες ολόκληρες δίπλα σε άτομα που νοσούν. «Στη δική μας ΜΕΘ είμαστε έξι εντατικολόγοι εκ των οποίων οι δύο 65 ετών. Για να είναι ανθρώπινη η κατάσταση θα έπρεπε να ήμασταν τουλάχιστον 12-15 εντατικολόγοι. Με την έναρξη της πανδημίας μας έφεραν δύο γιατρούς που δεν είναι εξειδικευμένοι εντατικολόγοι και μια εντατικολόγο με απόσπαση. Λέγαμε σε όλους τους τόνους από την αρχή ότι χρειαζόμαστε μάσκες υψηλής προστασίας και όχι απλές χειρουργικές. Χωρίς αυτές δεν είμαστε ασφαλείς, κινδυνεύουμε να κολλήσουμε, να μεταδώσουμε το ιό στις οικογένειες μας και να τεθούμε εκτός δουλειάς. Δυο γιατροί από την πνευμονολογική κλινική έχουν νοσήσει. Έρχεται κάποιο υλικό αλλά με φειδώ, δηλαδή σε κάθε βάρδια μετράμε πόσες μάσκες έχουμε για να δούμε πόσοι θα μπούμε μέσα και μπορεί να είμαστε διαθέσιμοι πέντε αλλά να μπουν τρεις γιατί δεν έχουμε μάσκες ή δε θα έχουμε αύριο.  Αν αυτό δεν εξασφαλίζεται αισθάνεσαι απροστάτευτος ή ότι δε σου δίνουν σημασία. Μπορεί να βλέπεις στο δρόμο ανθρώπους να κυκλοφορούν με fpp3 (μάσκες υψηλής προστασίας) και εγώ να ψάχνω να βρω» λέει.

Αυτή η δυσκολία έρχεται να κάτσει με θρασύτητα πάνω στην αδυσώπητη οντολογία που εκ των πραγμάτων εσωκλείει η εντατική. Διερωτήσεις και αντιλογίες διαμείβονται καθημερινά, καθώς το υγειονομικό προσωπικό έρχεται αντιμέτωπο με τα πιο αρχαϊκά διλήμματα της ανθρώπινης ύπαρξης,  την τρωτότητα, το φόβο της απώλειας, την εγγενή αδυναμία εξοικείωσης με το θάνατο, την υπόκωφη ικεσία του οργανισμού που υποφέρει και δε μπορεί να επικοινωνήσει, τις ψυχικές επενδύσεις και αποεπενδύσεις του συγγενικού περιβάλλοντος. Ακόμα περισσότερο που η Covid-19 έχει δημιουργήσει μια ολότελα νέα, σκληρή και αντιθετική ως προς τις τελετουργίες του ανθρώπινου πολιτισμού πραγματικότητα, τη σπαρακτική μοναχικότητα της τελευταίας πνοής. Οι άνθρωποι φεύγουν μόνοι χωρίς τη δυνατότητα να δουν, να ακούσουν ή να αισθανθούν ένα αγαπημένο πρόσωπο να τους αποχαιρετά. 

«Μέχρι να διανύσει τη διαδρομή προς την ίαση θα είναι ένα μήνα περίπου μόνος του και η παρέα του θα είμαστε εμείς. Δεν είναι ευχάριστο αλλά δυστυχώς δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Η θέση μας είναι άχαρη γιατί πρέπει να διεκπεραιώσουμε μια τηλεφωνική ενημέρωση προς το οικογενειακό περιβάλλον. Τα πράγματα ζωής και θανάτου δεν είναι ωραίο να τα ανακοινώνεις από το τηλέφωνο.»- Παναγιώτης Νικολόπουλος 

«Εμείς βλέπουμε τους πιο βαριά ασθενείς που πάσχουν, αυτούς που αν δεν έμπαιναν στη ΜΕΘ θα πέθαιναν. Από τη στιγμή που ένας ασθενής περάσει την πύλη του νοσοκομείου για να νοσηλευτεί είτε σε απλό θάλαμο είτε στη ΜΕΘ, ουσιαστικά αποκόπτεται από συγγενείς και φίλους, στην καλύτερη περίπτωση εάν είναι ξύπνιος σε απλό θάλαμο μπορεί να τους μιλήσει με βιντεοκλήση. Δεν επιτρέπεται να έρθουν στο νοσοκομείο να τον δουν. Όσο έχουν ακόμα συνείδηση απλά ελπίζουν ότι θα βγουν από το νοσοκομείο και θα ανταμώσουν ξανά. Ο ασθενής στη ΜΕΘ κοιμάται, όπως στα χειρουργεία άρα δεν καταλαβαίνει κάτι. Αν βελτιωθεί τότε αρχίζουμε και αποσύρουμε την καταστολή και τον ξυπνάμε, σε αυτή τη φάση αρχίζει να αντιλαμβάνεται και είναι δύσκολο. Γιατί είναι ένας άνθρωπος που ξυπνάει, που έχει περάσει μεγάλο στρες, που δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι έχει συμβεί και βλέπει τρεις τύπους ντυμένους σαν αστροναύτες με μάσκες και γυαλιά να του απευθύνονται. Μέχρι να διανύσει τη διαδρομή προς την ίαση θα είναι ένα μήνα περίπου μόνος του και η παρέα του θα είμαστε εμείς. Δεν είναι ευχάριστο αλλά δυστυχώς δε μπορεί να γίνει αλλιώς. Η θέση μας είναι άχαρη γιατί πρέπει να διεκπεραιώσουμε μια τηλεφωνική ενημέρωση προς το οικογενειακό περιβάλλον. Τα πράγματα ζωής και θανάτου δεν είναι ωραίο να τα ανακοινώνεις από το τηλέφωνο. Φαντάσου ότι πρέπει να ανακοινώσουμε έναν θάνατο τηλεφωνικά σε έναν άνθρωπο που δεν τον κοιτάμε στα μάτια, που δε μας ξέρει, δεν έχει δει τα πρόσωπα μας. Είναι πολύ κρύο. Είμαι 55 χρονών, δουλεύω σε ΜΕΘ από το 2008 και δε μου έχει ξανατύχει κάτι τέτοιο» διηγείται ο Παναγιώτης Νικολόπουλος. 

Από τους 20 ασθενείς που νοσηλεύονταν στη ΜΕΘ, οι έξι έφυγαν σ’ αυτό το νεφέλωμα μοναξιάς, αμηχανίας και παγωμάρας. Είναι μια ρήξη τόσο στην εθιμική παράδοση του θανάτου, όσο και στο πένθος αυτών που μένουν πίσω, πολύ νωπή όμως και βίαιη για να αποτιμηθεί. Το ανθρωπολογικό και ψυχολογικό της ίχνος θα είναι ένα από τα βάρη που θα πρέπει να επεξεργαστούμε την επόμενη μέρα. Άλλοι έξι ,όμως, αποσωληνώθηκαν. Επέστρεψαν στη ζωή. Και θυμάμαι, όταν πριν κάμποσες μέρες και ενώ ο πεσιμισμός μαύριζε τη ματιά μας, ανακοινώθηκε ότι οι τρεις πρώτοι ασθενείς αποσωληνώθηκαν στο νοσοκομείο Σωτηρία, ένα σκίρτημα χαράς διέσχισε οριζόντια τα μπαλκόνια μας. 

«Η μεγαλύτερη μου χαρά είναι η αποσωλήνωση. Όταν πήρε εξιτήριο από τη ΜΕΘ ο πρώτος, ένας 42χρονος χωρίς κανέναν παράγοντα κινδύνου, επικράτησε ενθουσιασμός. Έχουν διασωθεί και δύσκολες περιπτώσεις. Μέχρι στιγμής φαίνεται από τα στοιχεία του ΕΟΔΥ ότι έχουμε ένα ποσοστό γύρω στο 30% διασώσεων σε αυτούς που νοσηλεύονται στις ΜΕΘ.  Πιστεύουμε θα ανέβει, θα φτάσει το 40% που είναι το διεθνές ποσοστό. Αν δεν έμπαινε στη ΜΕΘ όμως δε θα είχε καμία πιθανότητα. Παρόλο που είχαμε τόσες λίγες ΜΕΘ έχουμε καταφέρει να κρατήσουμε τον αριθμό των διασωληνωμένων κάτω από 100 άτομα. Γι’ αυτό μπορούμε έστω και με ελλείψεις να ανταποκρινόμαστε χάρη στο προσωπικό. Αν ξεφύγει για οποιοδήποτε λόγο, όχι Ιταλία, δε φαντάζεστε τι θα γίνει στην Ελλάδα. Δεν έχουμε εφεδρείες. Το πιθανότερο είναι το Φθινόπωρο να επιστρέψει η πανδημία. Ο χρόνος που κερδήθηκε πρέπει να αξιοποιηθεί για την ενίσχυση του ΕΣΥ. Σήμερα ανακοίνωσα σε μια γυναίκα ότι ο άνδρας της πάει καλά και θα βγει αύριο από τη μονάδα, μου είπε ότι θέλει να με γνωρίσει και να με ευχαριστήσει. Αυτό μου φτάνει. Δε θέλω ούτε χειροκροτήματα, ούτε να με λένε ήρωα. Δεν είμαστε ήρωες, εργαζόμενοι σκληρά είμαστε και θέλουμε να μας αφήνουν να κάνουμε σωστά και με ασφάλεια τη δουλειά μας» καταλήγει. 

«Ελπίζω τώρα κι όσοι δεν το χαν καταλάβει, να το καταλάβουν ότι είναι μονόδρομος η στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας»- Ανέστης Κιούλπαλης

Στην άλλη άκρη της πόλης βρίσκεται το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν», επίσης νοσοκομείο αναφοράς που έχει χειριστεί πολλά βαριά περιστατικά με Covid 19. Εκεί μας περιμένει ο Μιχάλης Ρίζος, παθολόγος – εντατικολόγος και πρόεδρος του σωματείο των εργαζομένων που χαρτογραφεί τις ελλείψεις, οι οποίες ελάχιστα πασαλείφτηκαν από τις πρόσφατες κινήσεις: «Το Αττικόν ήταν πολύ φορτωμένο και πριν την πανδημία. Την περίοδο της έξαρσης της γρίπης μπορεί να έβλεπες 80-100 ράντζα καθημερινά. Εφημερεύουμε κάθε τέσσερις μέρες και υποδεχόμαστε ασθενείς σχεδόν απ’ όλη την Ελλάδα χωρίς το απαραίτητο προσωπικό. Τα κενά σε θέσεις όλων των ειδικοτήτων υπολογίζονται σε 300 άτομα. Τώρα έχουν γίνει μόνο διευθετήσεις και όχι πάγιες λύσεις, δηλαδή έχουν έρθει περίπου 30 άτομα αλλά είναι όλοι επικουρικοί που σημαίνει ότι όταν λήξουν οι συμβάσεις τους θα φύγουν. Το ίδιο ισχύει και με τις ΜΕΘ. Όταν πρωτοδιορίστηκα το νοσοκομείο είχε δυναμικότητα για 27 κλίνες ΜΕΘ που τα χρόνια του Μνημονίου περιορίστηκαν σε 16 και μετά βίας ανέβηκαν μετά στις 19. Στη δική μου ΜΕΘ έχουμε χειριστεί 15 ασθενείς με Covid 19, κάνουμε εξοικονόμηση στα μέσα ατομικής προστασίας και αντέχουμε επειδή το κύμα δεν είναι πολύ ισχυρό όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Άνοιξε συνεπικουρικά και το Λοιμωδών που είχε κλείσει επί υπουργίας Γεωργιάδη για να νοσηλεύει τα πιο ελαφριά περιστατικά. Υπάρχει, όμως, μια αυθόρμητη ενότητα του λαού στην κρίση που σου δίνει δύναμη. Είναι συγκινητική η συμπεριφορά του κόσμου απέναντι στους εργαζόμενους στη δημόσια υγεία, οι ευχές, τα μπράβο, τα να προσέχεις που βγαίνουν από την ψυχή τους. Πιστεύω ότι πλέον είναι πανκοινωνικό το αίτημα για τη στήριξη της δημόσιας υγείας.»

Μάλλον είναι πανκοινωνικό αλλά παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτο. Έτσι, το υγειονομικό προσωπικό που βρισκόταν πάντα στα πρόθυρα της επαγγελματικής εξουθένωσης και συχνά τα ξεπερνούσε, τώρα πρέπει να ανταπεξέλθει στη συνθήκη μιας πανδημίας που δεν έχει ακόμα αποκρυπτογραφηθεί με αποτέλεσμα να προκαλεί σε ορισμένους ασθενείς σοβαρές βλάβες και που εξαιτίας της μολυσματικότητας αποδεικνύεται εξαιρετικά απειλητική για τους επαγγελματίες της πρώτης γραμμής. Τα διαθέσιμα στοιχεία μέχρι τις 12 Απριλίου κατέγραφαν 138 κρούσματα covid-19 σε υγειονομικούς (6.5% του συνολικού αριθμού των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων στη χώρα), με το 51.5% των κρουσμάτων να εντοπίζονται σε νοσοκομεία του ΕΣΥ στην Αττική και το 30% σε νοσοκομεία της Κεντρικής Μακεδονίας. Αυτό σημαίνει ένα πρόσθετο άγχος για τη νοσοκομειακή κοινότητα και ειδικά για τους εργαζόμενους που έχουν αναλάβει τη φροντίδα των βαριά νοσούντων στις ΜΕΘ. Ωστόσο, αυτό που επισημαίνει ο γιατρός είναι ότι όταν μια κατάσταση είναι δύσκολη από μόνη της, δε διευκολύνει πουθενά η μιντιακή δραματοποίηση της

«Στην αρχή η ανησυχία μας ήταν πιο έντονη γιατί είχε καλλιεργηθεί μιντιακά ένα κλίμα πανικού. Κι εγώ ακόμα που είμαι γιατρός στην εντατική, όπου ο θάνατος είναι στοιχείο της κλινικής μας καθημερινότητας, αν εκτεθώ πολλή ώρα στην ενημέρωση θα καταβληθώ ψυχικά. Δεν πρέπει ούτε να υποτιμήσουμε αλλά ούτε να προσδώσουμε υπερφυσικές διαστάσεις στην κατάσταση. Παίρνεις τα μέτρα σου και την αντιμετωπίζεις όσο καλύτερα γίνεται. Για εμάς το πιο αφοπλιστικό μέτρο είναι η αλληλεγγύη που αναπτύσσεται μεταξύ μας στη μονάδα. Όλη η ομάδα ανεξάρτητα εάν είσαι η καθαρίστρια ή ο γιατρός γίνεται μια ασπίδα που σε θωρακίζει από την κόπωση και το στρες και αφοσιώνεσαι στην προσπάθεια. Η ιεραρχία καταργείται στην πράξη γιατί στη μάχη είμαστε όλοι ισότιμοι. Δεν υπάρχουν στρατηγοί που να δίνουν εντολές από μακριά. Είναι εντυπωσιακό. Αν δεν το ζήσεις, δε μπορείς να το καταλάβεις» 

Τον ρώτησα για τη μοναξιά που πάντα υπάρχει στις ΜΕΘ αλλά κατευναζόταν ανά διαστήματα με προσεκτικές και αραιές επισκέψεις, τον ρώτησα αν τώρα που είναι αδιαπέραστη από κάθε βλέμμα, τρίζει περισσότερο. «Η ψυχολογία της καραντίνας από μόνη της είναι πολύ σκληρή, ανακινεί υπαρξιακούς φόβους και στρες. Μαζί μ’ αυτά παρατηρώ κι ένα αίσθημα ενοχής που έχει υποβληθεί από το δημόσιο λόγο. Αν είναι δύσκολο για τα ελαφριά περιστατικά που πρέπει να απομονωθούν για 14 ημέρες, σκέψου πως είναι για τα βαριά. Βρίσκεσαι μόνος σου με μια νοσηλεύτρια κι έναν γιατρό. Στις ΜΕΘ που νοσηλεύονται ασθενείς με Covid 19 δεν επιτρέπεται κανένα επισκεπτήριο. Οι άνθρωποι είναι διασωληνωμένοι, μόνοι τους με τα μηχανήματα και το προσωπικό. Υπερβαίνουμε λοιπόν τα όρια του ιατρικού ρόλου και αναλαμβάνουμε παράλληλα μια ανάγκη εμψύχωσης και ενθάρρυνσης του ασθενούς» απαντάει. 

Στην τελευταία αποστροφή του Μιχάλη Ρίζου για την ενοχή του πάσχοντος σώματος θυμήθηκα την ανάλυση του Zygmunt Bauman για το πώς η αποκήρυξη της φθαρτότητας στη νεωτερικότητα φτάνει επικίνδυνα κοντά στο να θεωρήσει την αρρώστια και το θάνατο προσωπική ενοχή. Οι άνθρωποι που νοσούν στις επιδημίες στιγματίζονται. Είναι κάτι που παλιότερη γενιά έζησε με τον HIV, χωρίς ακόμα καλά – καλά να έχει καταφέρει να αποτινάξει από πάνω της το στίγμα και να προσηλωθεί μόνο στην ενσυναίσθηση και το νοιάξιμο. Η αφήγηση της ατομικής ευθύνης που επαναλαμβάνεται αέναα αυτές τις μέρες, στο όριο της υποδαυλίζει παρόμοιες λειτουργίες. Οι άνθρωποι μολύνονται, πονούν, υποφέρουν, φοβούνται και ταυτόχρονα σκέφτονται ότι κάπου φταίνε, ότι κάτι δεν έκαναν καλά ή δεν έπλυναν πολλές φορές τα χέρια τους, ότι θα βλάψουν τους αγαπημένους τους ανθρώπους και την κοινότητα, ότι αν επιβιώσουν θα κουβαλάνε το σημάδι του κινδύνου. Στην πραγματικότητα τα δεινά της ζωής έχουν ένα πολύ πιο καθολικό σχήμα που δεν οριοθετείται στην ατομική ευθύνη και κατ΄ επέκταση στην προσωπική ενοχή. Οι πανδημίες εκπορεύονται από χιλιάδες παράγοντες και μας καθιστούν ευάλωτους. Η αντιμετώπιση τους είναι ένα ζήτημα κοινωνικής ευθύνης και όχι στιγματισμού ή ενοχοποίησης της ευαλωτότητας. 

«Οι άνθρωποι μολύνονται, πονούν, υποφέρουν, φοβούνται και ταυτόχρονα σκέφτονται ότι κάπου φταίνε, ότι κάτι δεν έκαναν καλά ή δεν έπλυναν πολλές φορές τα χέρια τους, ότι θα βλάψουν τους αγαπημένους τους ανθρώπους και την κοινότητα, ότι αν επιβιώσουν θα κουβαλάνε το σημάδι του κινδύνου.»- Μιχάλης Ρίζος. 

Γι’ αυτό το λόγο αποφάσισα να ολοκληρώσω τη συνομιλία μου με τους εντατικολόγους με μια αισιόδοξη ιστορία, αφενός γιατί χρειαζόμαστε χαρμόσυνα αντίδοτα για να φτερουγίσουμε ξανά, αφετέρου γιατί δείχνει πως η συνεργασία, η παροχή βοήθειας χωρίς ενδοιασμούς και διαχωρισμούς, η εμπιστοσύνη στους εργαζόμενους και στη δημόσια υγεία όχι μόνο αρμόζει αλλά καμιά φορά πετυχαίνει και το ακατόρθωτο. Είναι μια ιστορία από το Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου που δεν είναι νοσοκομείο αναφοράς κι έχει χειριστεί μόλις ένα περιστατικό Covid-19, απ’ αυτά όμως που εάν δεν υπήρχε κρεβάτι στη ΜΕΘ και έμπειρο προσωπικό, θα εξελίσσονταν σε έναν ακόμα θάνατο. Όταν ο διευθυντής της ΜΕΘ του νοσοκομείου Ανέστης Κιούλπαλης, ανέβασε το βίντεο σ’ ένα λυτρωτικό ντελίριο χειροκροτημάτων, το αμυδρό μειδίαμα που φάνηκε κάτω από τη μάσκα οξυγόνου, ενδυνάμωσε πολλούς περισσότερους απ’ όσους βρίσκονταν στο θάλαμο. 

«Ήταν το πρώτο περιστατικό που αναλάβαμε και το πιο βαρύ στην Κρήτη σίγουρα. Επρόκειτο για μια γυναίκα από την Αργεντινή που βρισκόταν σ’ ένα κρουαζιερόπλοιο. Εμφάνισε υψηλό πυρετό και έντονη δύσπνοια. Το πλήρωμα ζήτησε βοήθεια, την κατέβασαν με βάρκα και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο με  τη συνδρομή του ΕΚΑΒ. Όταν έφτασε σε εμάς ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση, με πολυοργανική ανεπάρκεια και σηπτικό σοκ. Ήταν μια γυναίκα 63 ετών με σακχαρώδη διαβήτη και αρτηριακή υπέρταση, δηλαδή προεξοφλούσε ένα δυσοίωνο σενάριο. Μερικές φορές βελτιωνόταν λίγο και μετά πάλι έπεφτε, ώσπου σταθεροποιήθηκε μια βελτιωτική πορεία, αποσωληνώθηκε και μετά από 22 μέρες παραμονής στην εντατική πήρε εξιτήριο και μεταφέρθηκε στην πνευμονολογική κλινική. Σ’ αυτή τη διαδρομή η γυναίκα ήταν ολομόναχη. Εμείς αναγκαστικά εκτός από θεράποντες, γίναμε και οικογένεια της. Με εντόπισε ο αδερφός της στο facebook, επικοινωνούσαμε καθημερινά και μου ζητούσε να της μεταφέρω μηνύματα. Αυτή η γυναίκα ξύπνησε στην άλλη άκρη του κόσμου, εντελώς μόνη της και χωρίς κανένα προσωπικό αντικείμενο, σ’ ένα νοσοκομείο που δεν κατανοούσε καν τη γλώσσα και μετά από αφάνταστη ταλαιπωρία. Αναπόφευκτα ένιωθε ευάλωτη. Της δώσαμε κουράγιο κι αυτή μας έδωσε μεγάλη συγκίνηση. Αν δεν είχε βρεθεί εδώ αλλά πχ στην Ιταλία που δε θα έβρισκε ΜΕΘ πάνω στην κρίση, δε θα ζούσε. Τώρα ζει. Ένα νοσοκομείο που δεν ήταν καν αναφοράς τα κατάφερε σε μια τόσο επιβαρυμένη περίπτωση. Ελπίζω τώρα κι όσοι δεν το χαν καταλάβει, να το καταλάβουν ότι είναι μονόδρομος η στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας» λέει στην  Popaganda ο Ανέστης Κιούλπαλης. 

Και ξέρεις κάτι; Τόσοι «μονόδρομοι» άνοιξαν την τελευταία δεκαετία και οι περισσότεροι έβγαζαν σε γκρεμό. Ας πάρουμε μια φορά κι αυτόν που μας υποδεικνύουν οι άνθρωποι που δίνουν τον αγώνα ανάμεσα στην αναγέννηση και στον εκμηδενισμό της ύπαρξης. Για κάθε καρδιοχτύπι, για κάθε βουβό δάκρυ, για κάθε ηττημένη μάχη που δόθηκε όμως, για κάθε σήμα της νίκης που σχηματίστηκε, για κάθε μέρα ζωής που κερδήθηκε, αξίζει.

 
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.