

Η Χριστίνα Ψύχα είναι μία δημιουργός που δεν αισθάνονται την ανάγκη να διαλέξει στρατόπεδο. Η μουσική της κινείται φυσικά ανάμεσα στην τζαζ, την ποπ, τις fusion αναφορές και την κινηματογραφική αφήγηση, ενώ η ποίηση δεν λειτουργεί ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως βασικό δομικό υλικό των τραγουδιών της.
Με έδρα την Αθήνα, έχει ήδη διαγράψει μια αξιοσημείωτη πορεία. Εκπροσώπησε την Ελλάδα στο European Katara Jazz Festival στη Ντόχα, διακρίθηκε στο Athens Jazz Festival, εμφανίστηκε σε φεστιβάλ στην Ελλάδα, τη Γαλλία και την Ιταλία, ενώ ξεχώρισε και στις ακροάσεις νέων καλλιτεχνών του Μεγάρου Μουσικής. Το 2025 βραβεύτηκε και στην 5η Ακρόαση της Μικρής Άρκτου για τη μελοποίηση του ποιήματος «Κι αν έσβησε σαν ίσκιος» του Κώστα Καρυωτάκη, επιβεβαιώνοντας ότι η σχέση της με την ποίηση δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά οργανική.
Το νέο της άλμπουμ, Νήνεμο, αποτελεί ίσως την πιο ολοκληρωμένη έκφραση αυτής της καλλιτεχνικής ταυτότητας, στο οποίο συνεχίζει να χτίζει έναν προσωπικό μουσικό κόσμο όπου η τζαζ, η κινηματογραφική ατμόσφαιρα, η ποίηση και το ελληνικό τραγούδι συνυπάρχουν χωρίς στεγανά.
Μέσα από μελοποιήσεις ποιημάτων των Τάσου Λειβαδίτη, Κώστα Καρυωτάκη και Fernando Pessoa, αλλά και νέα τραγούδια που συνυπογράφει με σταθερούς συνεργάτες της, δημιουργεί έναν δίσκο που δεν αναζητά το εύκολο άκουσμα, αλλά την ουσιαστική ακρόαση. Έναν δίσκο που μοιάζει να ζητά από τον ακροατή να σταματήσει για λίγο τον χρόνο.
Με αφορμή, λοιπόν, την κυκλοφορία του νέου της δίσκου, συζητήσαμε για τη συνάντηση της μουσικής με την ποίηση, για το πώς δημιουργείς σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να τρέχουν πιο γρήγορα από ποτέ και για τη δύναμη που εξακολουθεί να έχει ένα τραγούδι όταν βρίσκει τον δρόμο του προς τον άνθρωπο που το έχει πραγματικά ανάγκη.

Χριστίνα, ο νέος σου δίσκος Νήνεμο μοιάζει περισσότερο με φωτογραφικό μουσικό άλμπουμ ή με ένα προσωπικό ημερολόγιο σε μορφή ήχου. Πώς γεννήθηκε αυτή η δουλειά και ποια ήταν η αφετηρία της;
Νομίζω πως είναι και τα δύο. Το Νήνεμο γεννήθηκε από μια περίοδο εσωτερικής παρατήρησης, όπου επέστρεψα στην ποίηση και τα δώρα της και άρχισα να τραγουδάω λόγια άλλων ανθρώπων πολύ σπουδαίων για εμένα που με απελευθέρωναν. Η αφετηρία του δίσκου ήταν η ανάγκη να δώσω χώρο στη σιωπή, στο συναίσθημα και σε όσα συνήθως μένουν ανείπωτα.
Στον δίσκο συναντάμε τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Κώστα Καρυωτάκη και τον Fernando Pessoa δίπλα σε πρωτότυπα τραγούδια. Τι ήταν αυτό που σε τράβηξε συγκεκριμένα σε αυτούς τους ποιητές;
Και οι τρεις έχουν έναν τρόπο να μιλούν για την ανθρώπινη μοναξιά, την επιθυμία και την εύθραυστη πλευρά της ύπαρξης χωρίς υπερβολές. Ο Τάσος Λειβαδίτης με συγκινεί για την τρυφερότητα και την ελπίδα που κρύβεται ακόμη και μέσα στη μελαγχολία του. Ο Κώστας Καρυωτάκης επίσης για την μελαγχολία, για την ειλικρίνεια και τη βαθιά υπαρξιακή του ματιά. Και ο Fernando Pessoa γιατί ανοίγει συνεχώς νέες εκδοχές του εαυτού και της πραγματικότητας. Ένιωσα ότι τα τραγούδια που γεννήθηκαν από τις μελοποιήσεις συνομιλούσαν φυσικά με τα πρωτότυπα τραγούδια.
Υπάρχει κάποιο ποίημα που ένιωσες ότι σε “διάλεξε” εκείνο για να μελοποιηθεί και όχι το αντίθετο;
Στο «Θέλω να φύγω πια από δω» αισθάνομαι ότι μπορεί να έγινε αυτό, γιατί είναι η μελοποίηση που βγήκε πιο φυσικά από όλες, χωρίς να σκεφτώ ότι μπαίνω σε διαδικασία να γράψω. Μια μέρα άρχισα να τραγουδάω το ποίημα.
Το άλμπουμ κινείται ανάμεσα στην κινηματογραφική μουσική, την τζαζ, την ποπ και τις fusion επιρροές. Πώς βρίσκεις την ισορροπία ανάμεσα σε τόσα διαφορετικά μουσικά σύμπαντα χωρίς να χάνεται η προσωπική σου ταυτότητα;
Δεν ξεκινώ ποτέ λέγοντας «τώρα θα γράψω ένα τζαζ» ή «ένα ποπ» τραγούδι. Ξεκινώ από την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ. Αν το συναίσθημα ζητά κινηματογραφική ατμόσφαιρα, θα πάω προς τα εκεί· αν ζητά ρυθμό ή αυτοσχεδιασμό, θα ακολουθήσω αυτό. Η προσωπική μου ταυτότητα βρίσκεται περισσότερο στον τρόπο που βλέπω τον κόσμο, στη φωνή μου, στις μελωδίες και στους στίχους παρά στο μουσικό είδος.
Ο τίτλος Νήνεμο παραπέμπει σε γαλήνη και ηρεμία. Είναι μια κατάσταση που βιώνεις αυτή την περίοδο ή περισσότερο μια ανάγκη και μια αναζήτηση;
Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο μια αναζήτηση. Υπάρχουν στιγμές γαλήνης, αλλά δεν θεωρώ ότι το «νήνεμο» είναι μια μόνιμη κατάσταση. Για μένα είναι μια εσωτερική επιθυμία: να βρω έναν τόπο μέσα μου όπου μπορώ να αναπνέω ελεύθερα, χωρίς θόρυβο.
Το άλμπουμ πηγαίνει κόντρα στη λογική της γρήγορης κατανάλωσης περιεχομένου. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα για έναν καλλιτέχνη να υπερασπιστεί την αργή ακρόαση και την ουσιαστική επαφή με ένα έργο;
Είναι δύσκολο, γιατί όλα γύρω μας μάς ωθούν να προχωράμε γρήγορα στο επόμενο ερέθισμα. Παρ’ όλα αυτά πιστεύω ότι υπάρχει ακόμη κοινό που θέλει να αφιερώσει χρόνο σε έναν δίσκο. Σίγουρα δεν είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της αγοράς, αλλά αφού αποτέλεσε δική μου ανάγκη, κάπου θα υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που τους αφορά. Προτιμώ να φτιάχνω έργα που αντέχουν σε επαναλαμβανόμενες ακροάσεις παρά να λειτουργούν μόνο για λίγα δευτερόλεπτα.
Από το Violetera μέχρι σήμερα, τι πιστεύεις ότι έχει αλλάξει περισσότερο στον τρόπο που γράφεις, συνθέτεις και ερμηνεύεις μουσική;
Πρακτικά άλλαξε σίγουρα ο τρόπος που δουλεύω, γιατί συνεργάστηκα περισσότερους με άλλους ανθρώπους κι αυτό προέκυψε από την ανάγκη μου να ανοίξει ο ορίζοντας της ιδέας. Ελπίζω ότι συνθετικά και ερμηνευτικά έχω ωριμάσει, γιατί βλέπω ότι παίρνω αποφάσεις πιο γρήγορα και εμπιστεύομαι περισσότερο το ένστικτο μου. Νομίζω ότι τώρα μου είναι πιο εύκολο να εκφράσω αυτό που νιώθω και αυτός είναι στην ουσία κι ο βασικός λόγος που ασχολούμαι με τη μουσική εν γένει.
Έχεις εμφανιστεί σε φεστιβάλ και σκηνές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Υπάρχει κάποια στιγμή από αυτή τη διαδρομή που σε έκανε να πιστέψεις περισσότερο στον εαυτό σου ως δημιουργό;
Σίγουρα με έχουν δυναμώσει οι ευκαιρίες που μου έδωσαν οι μεγάλες διοργανώσεις να παρουσιάσω τη δουλειά μου και οι διακρίσεις που προηγήθηκαν στο ξεκίνημα μου γιατί τότε ήταν όλα πολύ αχαρτογράφητα στο μυαλό μου. Αυτό με παρότρυνε να συνεχίσω αλλά θυμάμαι κιόλας την συναυλία μας στο Παρίσι όπου, παρότι το κοινό δεν καταλάβαινε ελληνικά, μετά το τέλος αρκετοί άνθρωποι ήρθαν συγκινημένοι να μου μιλήσουν για τα συναισθήματα που ένιωσαν. Εκεί κατάλαβα βαθιά ότι η μουσική μπορεί να ξεπερνά τη γλώσσα και ότι αυτό που μεταφέρεται τελικά είναι η ανθρώπινη εμπειρία.

Ζούμε σε μια περίοδο συνεχών κρίσεων, από πολέμους μέχρι οικονομική ανασφάλεια και ψυχική εξουθένωση. Πιστεύεις ότι αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο γράφουμε και ακούμε μουσική;
Ναι, πιστεύω ότι η εποχή αφήνει πάντα το αποτύπωμά της στην τέχνη. Όταν υπάρχει ανασφάλεια, οι άνθρωποι αναζητούν είτε παρηγοριά είτε έναν τρόπο να εκφράσουν αυτό που δεν μπορούν να πουν αλλιώς. Νομίζω ότι σήμερα η μουσική κουβαλά συχνά μια βαθύτερη ανάγκη για σύνδεση και νόημα.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερους νέους δημιουργούς να κινούνται έξω από τα στενά όρια των μουσικών ειδών. Πώς βλέπεις σήμερα την ελληνική μουσική σκηνή και τη θέση σου μέσα σε αυτή;
Βλέπω μια σκηνή πολύ πιο ανοιχτή από ό,τι παλαιότερα. Υπάρχουν καλλιτέχνες που συνδυάζουν παραδοσιακά στοιχεία με ηλεκτρονική μουσική, τζαζ, world ή σύγχρονη ποπ χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να διαλέξουν ένα μόνο πλευρά. Νιώθω ότι η θέση μου βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο: ανάμεσα στο τραγούδι, την ποίηση και τις διαφορετικές μουσικές κουλτούρες που με έχουν επηρεάσει.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα αισθάνονται μεγαλύτερη μοναξιά, παρ’ ότι είμαστε πιο “συνδεδεμένοι” από ποτέ. Θεωρείς ότι η μουσική μπορεί ακόμη να δημιουργήσει πραγματικές κοινότητες και ανθρώπινους δεσμούς;
Απολύτως. Μια συναυλία, μια κοινή ακρόαση ή ακόμη και ένα τραγούδι που μοιράζονται δύο άνθρωποι μπορεί να δημιουργήσει έναν αληθινό δεσμό. Η μουσική δεν λύνει τα προβλήματα, αλλά μπορεί να είναι εκεί σαν αγκαλιά όταν αισθανόμαστε μόνοι.
Αν έπρεπε να περιγράψεις τη Χριστίνα Ψύχα του σήμερα σε κάποιον που δεν έχει ακούσει ποτέ τη μουσική σου, ποια θα έλεγες ότι είναι τα τρία στοιχεία που σε χαρακτηρίζουν περισσότερο ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο;
Ειλικρίνεια – προσπαθώ να γράφω και να τραγουδώ μόνο ό,τι αισθάνομαι πραγματικά.
Περιέργεια – με ενδιαφέρει συνεχώς να ανακαλύπτω νέους ήχους, νέες λέξεις και νέους τρόπους έκφρασης.
Τρυφερότητα – ακόμη και όταν μιλώ για δύσκολα ή σκοτεινά θέματα, αναζητώ πάντα μια ανθρώπινη και φωτεινή πλευρά.
Αν αυτά τα τρία στοιχεία περνούν τελικά και στη μουσική μου, τότε νιώθω ότι έχω πετύχει κάτι ουσιαστικό.