

Για δεκαετίες, η λέξη «fan» κουβαλούσε ένα φορτίο υποτίμησης: παρέπεμπε στον υπερβολικά αφοσιωμένο θαυμαστή, στην εμμονή, στην επιφανειακή λατρεία της ποπ κουλτούρας. Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή μοιάζει όλο και πιο ανεπαρκής.
Πίσω από τα fandoms –τις κοινότητες που σχηματίζονται γύρω από καλλιτέχνες, σειρές, παιχνίδια ή πολιτισμικά φαινόμενα– αναπτύσσονται πολύπλοκα κοινωνικά δίκτυα, συλλογικές ταυτότητες και μορφές συνεργασίας που συχνά λειτουργούν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από παραδοσιακούς θεσμούς. Από τη δημιουργία πολιτισμικού περιεχομένου μέχρι την αλληλοϋποστήριξη και την αυτοοργάνωση, τα fandoms αποτελούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κοινωνικά φαινόμενα της ψηφιακής εποχής.
Η Σοφιάννα Θεοφάνους, συγγραφέας, ερευνήτρια της fan κουλτούρας και δημιουργός του Flipside Sessions, μας εξηγεί γιατί οι fan κοινότητες δεν είναι απλώς χώροι ψυχαγωγίας, αλλά ζωντανά κοινωνικά εργαστήρια που αποκαλύπτουν νέους τρόπους συμμετοχής, δημιουργίας και συλλογικής δράσης.
Ας ξεκινήσουμε από την αρχή. Τι είναι, τελικά, ένα fandom;
Ένα fandom δεν είναι κόσμος που του αρέσει κάτι. Αυτό είναι κοινό. Fandom είναι μια κοινότητα που οργανώνεται γύρω από ένα κοινό αντικείμενο πάθους, έναν καλλιτέχνη, μια σειρά, ένα παιχνίδι, και παράγει δικό της πολιτισμό. Γλώσσα, κώδικες συμπεριφοράς, δημιουργικό έργο, ταυτότητα. Ο Henry Jenkins, που είναι ο θεμελιωτής αυτού του πεδίου, εισήγαγε τον όρο “participatory culture”, δηλαδή συμμετοχικός πολιτισμός. Η βασική ιδέα είναι απλή: κάποιος που χαρακτηρίζεται ως fan δεν καταναλώνει παθητικά. Δημιουργεί. Γράφει fan fiction, φτιάχνει fan art, μεταφράζει, αναλύει, οργανώνει. Αυτό δεν είναι παρένθεση στη ζωή κάποιου. Είναι πολιτισμική πρακτική.
Μιλάς για πολιτισμική πρακτική, όχι για χόμπι.
Ακριβώς. Και η διαφορά δεν είναι σημασιολογική. Ένα χόμπι είναι ατομικό. Μια πολιτισμική πρακτική είναι συλλογική. Σημαίνει ότι παράγεις νόημα μαζί με άλλους, μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει κανόνες, ιστορία, αισθητική. Η Mel Stanfill, στο Exploiting Fandom, πηγαίνει ακόμα παραπέρα: δείχνει ότι αυτή η δημιουργική ενέργεια εργαλειοποιείται συχνά από τη βιομηχανία, αλλά ταυτόχρονα, οι fan κοινότητες αναπτύσσουν τρόπους αντίστασης σε αυτή την εργαλειοποίηση. Δεν είναι αθώοι καταναλωτές. Ξέρουν πολύ καλά τι γίνεται.
Τι τύπος ανθρώπου μπαίνει σε ένα fandom; Υπάρχει προφίλ;
Σίγουρα όχι ένα. Και αυτό είναι που κάνει τα fandoms τόσο ενδιαφέροντα. Βρίσκεις μέσα εφήβους και πενηντάρηδες, φοιτητές και επαγγελματίες, ανθρώπους από τελείως διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα. Αυτό που τους ενώνει δεν είναι δημογραφικά χαρακτηριστικά αλλά ένα κοινό σύνολο διαθέσεων: η ανάγκη για ένταση, για δημιουργική έκφραση, να ανήκουν σε κάτι που το νιώθουν αυθεντικό. Πολλοί fans έχουν υψηλή συναισθηματική ευφυΐα, είναι ανήσυχα δημιουργικά πνεύματα, άνθρωποι που ψάχνουν νόημα, όχι απλώς ψυχαγωγία. Και αυτό φαίνεται στο τι παράγουν: αναλύσεις, μεταφράσεις, κείμενα, εικαστικά, μουσικές συνθέσεις.
Αλλά υπάρχει κι ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό: η προθυμία για συλλογική δράση. Ένας fan δεν είναι μοναχικός θαυμαστής. Κινείται μέσα στην κοινότητα, αναλαμβάνει ρόλους, συνεισφέρει. Ο Bandura θα αναγνώριζε εδώ το observational learning, τα μέλη μαθαίνουν τους κανόνες μέσα από παρατήρηση και μίμηση, χωρίς κανέναν να τους τα διδάσκει τυπικά. Και μόλις ενσωματωθούν, γίνονται κι αυτοί πρότυπα για τους επόμενους. Υπάρχει μια αλυσίδα μετάδοσης γνώσης που λειτουργεί οργανικά.
Πώς λειτουργεί ένα fandom σαν κοινότητα; Γιατί δεν διαλύεται, αφού δεν έχει κανένα τυπικό πλαίσιο;
Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Τα fandoms είναι αυτο-οργανωμένα κοινωνικά συστήματα χωρίς κεντρική εξουσία. Κανείς δεν τα ίδρυσε, δεν υπάρχει καταστατικό, δεν υπάρχει πρόεδρος. Κι όμως, αναπτύσσουν μόνα τους μηχανισμούς που η παραδοσιακή κοινωνία χρειάζεται θεσμούς για να πετύχει: ένταξη νέων μελών, κοινωνικό έλεγχο, συλλογική δράση, φροντίδα σε κρίσεις.
Αν το κοιτάξεις ανθρωπολογικά, εμφανίζουν αυτό που ο Victor Turner ονόμασε communitas, δηλαδή αυθόρμητους κοινοτικούς δεσμούς που ξεπερνά τις κοινωνικές ιεραρχίες. Μέσα σε ένα fandom, ένας δεκαεξάχρονος στη Βραζιλία και ένας τριαντάχρονος στην Κορέα μοιράζονται κοινή γλώσσα, κοινούς κώδικες, κοινή συναισθηματική επένδυση. Δεν τους ενώνει γεωγραφία ή κοινωνική τάξη. Τους ενώνει πρακτική. Κοίτα τι γίνεται όταν κάποιο μέλος μιας fan κοινότητας περνάει κρίση, οικονομική, ψυχολογική, οτιδήποτε. Η κοινότητα κινητοποιείται σε ώρες. Όχι μέσα από γραφειοκρατία, όχι μέσα από κατευθυντήριες γραμμές κάποιου οργανισμού. Μέσα από δίκτυα εμπιστοσύνης που έχουν χτιστεί οργανικά.
Είπες ότι τα fandoms καταφέρνουν πράγματα που οι θεσμοί αδυνατούν. Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα.
Είναι. Και δεν λέω ότι τα fandoms είναι “καλύτερα” από την κοινωνία, γιατί αυτό θα ήταν αφελές. Αυτό που λέω είναι ότι παράγουν αποτελέσματα που οι θεσμικές δομές αργούν ή αδυνατούν να παράγουν. Και αυτό αξίζει να εξεταστεί.
Πρώτον, ταχύτητα. Τα fandoms δεν έχουν γραφειοκρατία. Όταν χρειάζεται κάτι, fundraising, ενημέρωση, οργάνωση, γίνεται μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.
Δεύτερον, κίνητρο. Στους θεσμούς, η συμμετοχή είναι συχνά εξωτερικά κινητοποιημένη: μισθός, υποχρέωση, κοινωνική πίεση. Στα fandoms, η κινητοποίηση είναι εσωτερική. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους εθελοντικά. Ο ποιοτικός χαρακτήρας αυτής της ενέργειας είναι εντελώς διαφορετικός.
Τρίτον, αποκέντρωση. Τα fandoms λειτουργούν σαν δίκτυα, όχι σαν πυραμίδες. Δεν υπάρχει κέντρο που αν πέσει, πέφτουν όλα. Η γνώση και η ικανότητα δράσης είναι κατανεμημένη. Αυτό τα κάνει ταχύτατα στην αντίδραση και ανθεκτικά στην αποσταθεροποίηση.
Πώς αντιμετωπίζονταν οι fans παλιότερα και πώς αλλάζει αυτό σήμερα;
Αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά κεφάλαια στην ιστορία των fan studies. Η Joli Jensen, στο κλασικό της δοκίμιο “Fandom as Pathology” του 1992, έδειξε πώς η κυρίαρχη αφήγηση αντιμετώπιζε τους fans ως κάτι εγγενώς παθολογικό. Υπήρχαν δύο στερεότυπα, ο εμμονικός μοναχικός, αυτός που αναπτύσσει φαντασιωτική σχέση με μια διασημότητα, και το υστερικό πλήθος, η ξεσηκωμένη μάζα που ξεφεύγει. Και τα δύο στερεότυπα λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο, ξεχώριζαν τους fans από τους “κανονικούς” ανθρώπους, τους “εμάς” από τους “εκείνους”. Η Jensen το είπε ξεκάθαρα, αυτή η παθολογικοποίηση στηρίζεται σε ελιτίστικες αντιλήψεις για τον πολιτισμό. Δηλαδή, ο λάτρης της όπερας ήταν “aficionado”, ο λάτρης ενός ποπ/ heavy metal κτλ συγκροτήματος ήταν “fan”, κι αυτή η διάκριση ήταν ταξική. Ο πρώτος θεωρούνταν εκλεπτυσμένος, ο δεύτερος ύποπτος, εθισμένος, αναρχικό στοιχείο.
Υπάρχει κι ένα έμφυλο στοιχείο σε αυτό. Ο Jenkins, σε μεταγενέστερη δουλειά του, εντοπίζει τις ρίζες αυτού του στερεοτύπου στις εικόνες νεαρών γυναικών που ούρλιαζαν στις συναυλίες του Elvis ή των Beatles. Η γυναικεία επιθυμία, η γυναικεία ένταση, πάντα αντιμετωπιζόταν ως υπερβολή. Αυτό δεν έχει εξαφανιστεί ακόμα και μέσα στα ίδια τα fandoms, οι γυναικείες μορφές συμμετοχής, όπως το fan fiction ή το cosplay, θεωρούνται λιγότερο “σοβαρές” από αντρικές μορφές συμμετοχής όπως μια συλλογή comics για την οποία κάποιος ξέρει κάθε τεύχος απ’ έξω ή η καταγραφή στατιστικών στο League of Legends και πόσοι πόντοι χρειάζονται για να γίνει κάποιος Platinum στην κατάταξη.
Τι έχει αλλάξει από τα 90ς μέχρι σήμερα;
Αυτό που αλλάζει σήμερα είναι ότι τα fan studies έχουν περάσει σε αυτό που οι ερευνητές ονομάζουν “τρίτο κύμα”. Στο πρώτο κύμα, στις αρχές των 90s, ο Jenkins και άλλοι προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τους fans, να δείξουν ότι δεν είναι παθολογικοί. Στο δεύτερο κύμα, η έμφαση μετατοπίστηκε στο πώς οι fans αλληλεπιδρούν με τη mainstream κουλτούρα. Στο τρίτο κύμα, που ζούμε τώρα, υπάρχει αναγνώριση ότι τα fandoms δεν είναι περιθωριακά φαινόμενα αλλά κεντρικά στον τρόπο που λειτουργεί ο σύγχρονος πολιτισμός. Το fanification of everything, όπως λέγεται, σημαίνει ότι οι πρακτικές των fans, η δημιουργία περιεχομένου, η κοινοτική οργάνωση, η συναισθηματική επένδυση, αυτά πλέον είναι ο τρόπος που όλοι αλληλεπιδρούμε με τα μέσα. Δεν είναι πια η εξαίρεση, είναι ο κανόνας.
Αλλά να πω και κάτι ειλικρινές. Η απενοχοποίηση δεν είναι πλήρης. Έχουν κανονικοποιηθεί οι ταυτότητες των fans, ναι. Αλλά οι πρακτικές τους, η ένταση, η συναισθηματική εμπλοκή, η δημιουργία, αυτές ακόμα γίνονται αντικείμενο γελοιοποίησης ή παρεξήγησης. Και ιδίως όταν αυτές οι πρακτικές είναι γυναικοκρατούμενες.
Γιατί πιστεύεις ότι δεν τα παίρνουμε ακόμα εντελώς σοβαρά;
Γιατί η ίδια η κοινωνία παίρνει πολύ σοβαρά τον αθλητισμό, τη μόδα, την πολιτική ταυτότητα, αλλά αντιμετωπίζει τα fandoms σαν αστείο. Η διαφορά δεν είναι στην ένταση. Κανείς δεν ρωτάει γιατί κλαις στο γήπεδο. Σε ρωτάνε γιατί κλαις σε μια συναυλία K-pop για παράδειγμα και σε θεωρούν τουλάχιστον ένα ανώριμο ον που θα έπρεπε να κάνει διάφορα ενήλικα πράγματα. Αυτό είναι πολιτισμική υποκρισία. Και η ακαδημαϊκή μελέτη των fandoms υπάρχει ακριβώς γι’ αυτό, για να δείξει ότι αυτό που συμβαίνει εκεί μέσα μας λέει πολλά για το τι χρειάζεται ο άνθρωπος και δεν το βρίσκει στους υπάρχοντες θεσμούς.
Εσύ πού στέκεσαι σε όλο αυτό; Ερευνήτρια ή fan;
Και τα δύο. Ζω μέσα στα fandoms από πολύ μικρή ηλικία. Είμαι μέλος, συμμετέχω, νιώθω αυτά που νιώθουν τα μέλη. Αλλά ταυτόχρονα, τα κοιτάω με αναλυτικό μάτι. Αυτή η διπλή θέση, μέσα και έξω, είναι που κάνει τη δουλειά μου αυτό που είναι. Δεν μελετάω τους fans σαν να είναι εξωτικά φαινόμενα. Μελετάω τον κόσμο που μοιράζομαι μαζί τους. Και παρόλο που δεν είμαι ακαδημαϊκός, αν και το έχω σκεφτεί πολλές φορές, διαβάζω κάθε είδος δοκιμίου που πέφτει στα χέρια μου σχετικά με την fan κουλτούρα.
Αυτή η διπλή θέση τροφοδοτεί και το Flipside Sessions;
Το Flipside Sessions γεννήθηκε ακριβώς από αυτή την ανάγκη, να υπάρχει ένας χώρος που παίρνει τα fandoms σοβαρά χωρίς να τα αποστειρώνει. Είναι ένα newsletter στο Substack, ένα είδος κοινωνικού/ ανθρωπολογικού παρατηρητηρίου της fandom κουλτούρας. Γράφω δοκίμια που χρησιμοποιούν ακαδημαϊκά εργαλεία, αλλά με γλώσσα που απευθύνεται σε ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτές τις κοινότητες, όχι σε ανθρώπους που τις μελετάνε από απόσταση. Θέματα όπως η νευροεπιστήμη των συναυλιών, η γεωπολιτική μέσα στα fan spaces, οι δυναμικές φύλου, η ψυχική υγεία και τα fandoms, η επιρροή της Black μουσικής στην K-pop.
Υπάρχει και μια στήλη, το “Voices from the Flipside”, που φιλοξενεί απόψεις fan από διάφορα fandoms. Όχι σαν απλή καταγραφή μιας επιπλέον άποψης αλλά σαν τεκμήρια της fan κουλτούρας. Fans που γράφουν για τη δική τους εμπειρία, για το πώς μετανάστευσαν από ένα fandom σε ένα άλλο, για το τι δημιούργησαν μέσα σε αυτές τις κοινότητες. Αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να εξηγήσω τα fandoms στον έξω κόσμο. Είναι να δώσω στους ανθρώπους μέσα σε αυτά τα εργαλεία να καταλάβουν τι ζουν, γιατί αξίζει, και γιατί δεν χρειάζεται να απολογούνται γι’ αυτό.