

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 θα μείνει στην ιστορία για πολλούς λόγους. Ήταν το πρώτο με 48 εθνικές ομάδες, το μεγαλύτερο σε διάρκεια, το ακριβότερο εμπορικό προϊόν που έχει παρουσιάσει ποτέ η FIFA και, όπως όλα δείχνουν, εκείνο που αλλάζει περισσότερο από κάθε άλλο τη φυσιογνωμία της κορυφαίας ποδοσφαιρικής διοργάνωσης.
Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Η FIFA εκτιμά ότι στον τετραετή οικονομικό κύκλο 2023-2026 τα συνολικά έσοδά της θα ξεπεράσουν τα 13 δισ. δολάρια, δηλαδή περίπου 11,1 δισ. ευρώ, ποσό που αποτελεί ιστορικό ρεκόρ για οποιαδήποτε αθλητική ομοσπονδία. Το μεγαλύτερο μέρος προέρχεται από τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τις χορηγίες, το μάρκετινγκ, τα εισιτήρια και τις εμπορικές συμφωνίες που συνοδεύουν το Μουντιάλ.
Πίσω όμως από τους οικονομικούς δείκτες εξελίσσεται μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Πόσο έχει αλλάξει το ίδιο το ποδόσφαιρο; Πόσο χώρο καταλαμβάνουν πλέον το θέαμα, οι δημόσιες σχέσεις, οι πολιτικές ισορροπίες και οι εμπορικές επιδιώξεις σε σχέση με το παιχνίδι μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου;
Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι το τουρνουά του 2026 αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης.
Η πιο χαρακτηριστική αλλαγή αφορά στον ίδιο τον τελικό. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η FIFA αποφάσισε να επεκτείνει τη διάρκεια του ημιχρόνου ώστε να πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο μουσικό υπερθέαμα στα πρότυπα του Super Bowl.
Η παραγωγή πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον οργανισμό Global Citizen, με καλλιτεχνική επιμέλεια του Κρις Μάρτιν των Coldplay και συμμετοχή της Σακίρα, της Μαντόνα και των BTS. Σύμφωνα με την ίδια τη FIFA, ο στόχος είναι η αξιοποίηση της μεγαλύτερης τηλεοπτικής σκηνής του πλανήτη για την ενίσχυση του FIFA Global Citizen Education Fund, στο οποίο θα διατεθεί ένα δολάριο από κάθε εισιτήριο του Μουντιάλ.
Η πρωτοβουλία έχει σαφές κοινωνικό αποτύπωμα, καθώς τα χρήματα προορίζονται για εκπαιδευτικά προγράμματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, άνοιξε και μια μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσο ο τελικός του Μουντιάλ εξακολουθεί να αποτελεί αποκλειστικά ποδοσφαιρικό γεγονός ή εξελίσσεται πλέον σε μια ολοκληρωμένη τηλεοπτική παραγωγή ψυχαγωγίας, στα αμερικανικά πρότυπα.
Για εκατομμύρια φίλους του ποδοσφαίρου, η εικόνα ενός ημιχρόνου γεμάτου σκηνικά, φωτισμούς και συναυλίες αποτελεί μια ριζική αλλαγή σε σχέση με όσα γνώριζε το άθλημα για σχεδόν έναν αιώνα.
Αν υπάρχει ένα πρόσωπο που συμβολίζει όσο κανένα άλλο τη σύγχρονη FIFA, αυτό είναι ο Τζιάνι Ινφαντίνο. Δέκα χρόνια μετά την εκλογή του στην προεδρία της παγκόσμιας ομοσπονδίας, ο Ελβετοϊταλός παράγοντας βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο των οικονομικών επιτυχιών όσο και των μεγαλύτερων επικρίσεων.
Σύμφωνα με τον ετήσιο απολογισμό της FIFA, οι συνολικές μικτές απολαβές του για το 2025 ανήλθαν στα 4,8 εκατ. δολάρια, δηλαδή περίπου 4,1 εκατ. ευρώ με τις σημερινές ισοτιμίες. Από αυτά, τα 2,6 εκατ. δολάρια αφορούν τον βασικό μισθό και τα υπόλοιπα 2,2 εκατ. δολάρια μπόνους επίτευξης στόχων. Από το 2019 η FIFA δημοσιοποιεί τις αμοιβές των κορυφαίων στελεχών της στο πλαίσιο της πολιτικής διαφάνειας που εφαρμόζει.
Οι απολαβές αυτές ασφαλώς δεν αποτελούν σκάνδαλο. Αντανακλούν όμως το μέγεθος μιας ομοσπονδίας που λειτουργεί πλέον ως ένας από τους ισχυρότερους αθλητικούς οργανισμούς στον κόσμο, με οικονομικά μεγέθη που ξεπερνούν πολλές πολυεθνικές εταιρείες.
Την ίδια ώρα, το όνομα του Ινφαντίνο βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο εξαιτίας της υπόθεσης του Φολαρίν Μπάλογκουν.
Ο επιθετικός των Ηνωμένων Πολιτειών είχε αποβληθεί στη φάση των «32» του Μουντιάλ και τιμωρήθηκε αυτόματα με μία αγωνιστική. Λίγες ημέρες αργότερα, η FIFA ανακοίνωσε ότι η εφαρμογή της ποινής ανεστάλη για δοκιμαστική περίοδο ενός έτους, επικαλούμενη το άρθρο 27 του Πειθαρχικού Κώδικα, χωρίς να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
Είχε προηγηθεί δημόσια παρέμβαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αποκάλυψε ότι επικοινώνησε με τον Τζιάνι Ινφαντίνο ζητώντας να επανεξεταστεί η υπόθεση, υποστηρίζοντας ότι η αποβολή ήταν λανθασμένη.
Η χρονική αλληλουχία των γεγονότων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις διεθνώς. Η μη κυβερνητική οργάνωση FairSquare κατέθεσε επίσημη καταγγελία στη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, υποστηρίζοντας ότι ο πρόεδρος της FIFA ενδέχεται να παραβίασε τις αρχές πολιτικής ουδετερότητας που δεσμεύουν και τα μέλη της ΔΟΕ. Παράλληλα, η ίδια οργάνωση είχε ήδη απευθυνθεί και στην Επιτροπή Δεοντολογίας της FIFA, ενώ την πρωτοβουλία της έχουν στηρίξει η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Νορβηγίας και δεκάδες ευρωβουλευτές.
Από την πλευρά του, ο Ινφαντίνο απέρριψε κάθε υπόνοια παρέμβασης. Μέσω ανακοίνωσης της FIFA υποστήριξε ότι οι δικαστικές επιτροπές της ομοσπονδίας λειτουργούν πλήρως ανεξάρτητα και ότι η αυτονομία τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αξιοπιστία του ποδοσφαίρου.
Η υπόθεση παραμένει ανοικτή και μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η αναστολή της ποινής αποτέλεσε αποτέλεσμα πολιτικής πίεσης. Ωστόσο, η συζήτηση που άνοιξε είναι ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί γύρω από τη διοργάνωση και της στενής σχέσης που έχει αναπτύξει η ηγεσία της FIFA με την πολιτική εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών.