POP_L1004724

Ένας εξαντλητικός οδηγός για ό,τι κινηματογραφική αίθουσα έχει υπάρξει σε αθηναϊκό οικόπεδο μέχρι σήμερα, μαζί με διευθύνσεις τωρινές και παρελθούσες, τον καλλιτεχνικό προσανατολισμό και την φιλμογραφική τους στόχευση, το βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα, που κυκλοφορεί ελεύθερο στο διαδίκτυο για όποιον θέλει να το φυλλομετρήσει στις οθόνες του, δεν είναι μόνο ένα λεξικό κινηματογραφικών ονομάτων.

Πέρα και πάνω από  ένα συλλεκτικό κομμάτι αστικής νοσταλγίας, το Τα Σινεμά της Αθήνας, 1896-2013, είναι μια ζωντανή καταγραφή ενός ολόκληρου αιώνα αθηναϊκής κουλτούρας. Μια συλλογή σπαρταριστών ανέκδοτων ιστοριών, όχι μόνο για την εξέλιξη του κινηματογραφικού κυκλώματος εδώ κι έναν αιώνα και κάτι, αλλά και για το πώς η εξέλιξη αυτή ήταν συνυφασμένη με την κοινωνική πραγματικότητα μιας πόλης που πέρασε κατοχή, επανάσταση, χούντα και μεταπολίτευση, κι όμως, κάπως, ο κόσμος εξακολουθούσε να πηγαίνει σινεμά.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή: «πριν καμιά δεκαετία, ξεκίνησα να γράψω ένα άρθρο για τα κουφάρια των σινεμά της Αθήνας», εξηγεί ο Δημήτρης Φύσσας, συγγραφέας, ραδιοφωνικός παραγωγός και επί σειρά ετών αρθρογράφος περί αθηναϊκών θεμάτων. «Ήθελα να γράψω για σινεμά που δεν είναι ούτε σε λειτουργία, ούτε γκρεμισμένα. Είναι σινεμά παρατημένα».

POP_L1004701

«Και μετά είπα να το επεκτείνω. Να δω πότε λειτούργησαν, γιατί έκλεισαν… Κι ύστερα λέω, ας μη βάλω μόνο αυτά τα σινεμά, αλλά κι αυτά που υπήρξαν και δεν υπάρχουν πια. Ε, και μετά δεν ήταν πια άρθρο, μεγάλωσε τόσο πολύ που έπρεπε να το κάνω βιβλίο. Αλλά ένα τέτοιο βιβλίο δεν τελειώνει ποτέ, γιατί τα σινεμά γεννιούνται, πεθαίνουν, καίγοντα, γίνονται καινούρια, διαιρούνται σε μούλτιπλεξ, ξανανοίγουν, ανακαινίζονται… πού να τελειώσεις!»

Κι από πού ν’ αρχίσεις, βέβαια. Πώς να βρεις ιστορίες, για ένα σινεμά που ο τελευταίος άνθρωπος που το είδε, μπορεί να έχει ήδη πεθάνει; «Άρχισα να βρίσκω γέρους», λέει ο Φύσσας, «γριές στα κομμωτήρια, γέρους στα καφενεία, το βιβλίο έχει μέσα 300 μαρτυρίες»! Αυτές οι μαρτυρίες, μαζί με αρχειακό υλικό εφημερίδων, είναι που δίνει στο βιβλίο τη ζουμερή σπιρτάδα του. «Σχεδόν για κάθε σινεμά, έχω ανασύρει κι ιστορίες. Αλλού έπαιζζαν Καραγκιόζη, αλλού έκαναν καλλιστεία, Μις Πατήσια ξερωγώ, τα σινεμά ήταν μέρος που πηγαίναν οι φτωχοί για να ζεσταθούν…»

Το βιβλίο Τα Σινεμά της Αθήνας, 1896-2013, είναι μια ζωντανή καταγραφή ενός ολόκληρου αιώνα αθηναϊκής κουλτούρας.

Δεν ήταν και λίγες οι φορές που οι κινηματογράφοι της Αθήνας πρωταγωνίστησαν στα αστυνομικά δελτία. «Στον Άμλετ, ένα σινεμά στην Γ’ Σεπτεμβρίου, που έγινε μετά στριπτιτζάδικο, μια φορά στον εξώστη είχαν ακούσει καθαρά το τικ-τακ μιας βόμβας, παλαιού τύπου με τη συνδεσμολογία με το ξυπνητήρι, έτσι τις φτιάχναν τότε. Χούντα μιλάμε τώρα. Χεστήκαν πάνω τους, λοιπόν, φώναξαν την αστυνομία, ήρθαν οι μπάτσοι, και βρήκαν όντως ξυπνητήρι: το είχε μαζί του ένας ταλαίπωρος για να χτυπήσει να τον ξυπνήσει!»

Εκατό χρόνια ιστορίας, βέβαια, εκτός από ένα σωρό ανέκδοτα, έδωσαν στον Φύσσα και μια ευρύτατη θεώρηση της εξέλιξης του κινηματογραφικού τοπίου: «Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Αλφαβίλ. Αυτό ξεκίνησε ως Φλώρα, απλό λαϊκό σινεμά, που με την κρίση που έφερε στις αίθουσες η τηλεόραση, το πήρε ένας τύπος και το έκανε τσοντάδικο περιωπής, ονόματι Πλέιμποϊ. Στη δεύτερη κρίση, με το βίντεο, την πατήσανε και τα τσοντάδικα. Οπότε έκλεισε, και το πήρε ο Στεργιάκης, κι έκανε το σινεμά τέχνης Αλφαβίλ.»

Το εύρος του χρόνου, μαζί με τη γεωγραφική περιοχή που ήθελε να καλύψει ο Φύσσας, τον έφεραν και στα δυο μόνα μούλτιπλεξ που δραστηριοποιήθηκαν εντός ορίων του Δήμου Αθηνών, το κλειστό πια Ster στην Αχαρνών, και τα Village στο Παγκράτι, που επιβιώνουν ακόμη. Κινηματογραφικοί ναοί, των οποίων την αξία ο Φύσσας δεν παραγνωρίζει.

Λείπει το λαϊκό σινεμά του κέντρου, που πήγαινε ο κόσμος κι έκανε την πλάκα του, να σκοτώσει λίγο χρόνο. Λείπουν οι ατάκες και τα καλαμπούρια που ακούγονταν σε  λαϊκές ταινίες, στου Γκουσγκούνη ή τα καουμπόικα, τα καράτε και τα λοιπά.

«Η γενιά μου κατακρίνει τα πολυσινεμά, με κύριο επιχείρημα ότι μπορεί να ξεκινήσεις να πας να δεις Γούντι Άλεν, και να καταλήξεις να βλέπεις τη μπλοκμπαστεριά. Αλλά αν θες να δεις μια συγκεκριμένη ταινία ρε φίλε, κοίτα το πρόγραμμα, μη πας σα το μαλάκα να δεις ό,τι βρεις! Και γκρινιάζουνε ότι πρέπει να πάρεις τα ποπ-κορν και τα πατατάκια. Ε, παλιά είχε σάμαλι, τώρα δεν έχει σάμαλι, τι να κάνουμε. Σάμαλι, τσιπς και κοκ είχες, τι γκρινιάζεις, που έχει άλλα φαγώσιμα; Άμα δε θες να φας, μην τρως».

«Αυτή η γενιά που κατακρίνει τα μούλτιπλεξ, είναι η ίδια γενιά που χαντάκωσε τις μεμονωμένες αίθουσες, με την έμφαση που έδωσε στην τηλεόραση κι αργότερα στο βίντεο. Τώρα τις νοσταλγούνε, αλλά προτίμησαν να κλειστούνε σπίτι τους και να μη βγαίνουνε. Τουλάχιστον το μούλτιπλεξ σε βγάζει έξω: βρίσκεις την παρέα σου, συναντάς τη γκόμενα… Τα μούλτιπλεξ είναι η εξέλιξη του σινεμά στην εποχή μας».

Ο ίδιος δεν θεωρεί εαυτόν νοσταλγό των μεμονωμένων αιθουσών ως κινηματογραφικό προορισμό. Άλλωστε κι αυτοί που νοσταλγούν «δε νοσταλγούν τις αίθουσες που πηγαίναν όταν ήταν νέοι, αλλά τα νιάτα που είχαν όταν πηγαίναν σ’ αυτές τις αίθουσες», λέει. «Η τωρινή γενιά, θα νοσταλγεί τα μούλτιπλεξ σε τριάντα χρόνια».

POP_L1004687

Υπάρχουν, όμως, πράγματα που του λείπουν: «Λείπει το λαϊκό σινεμά του κέντρου, το παλιό Ρεξ, η παλιά Τιτάνια, το παλιό Σταρ. Σινεμά που πήγαινε ο κόσμος κι έκανε την πλάκα του, ή με πολύ φθηνό εισιτήριο, πήγαινε να σκοτώσει λίγο χρόνο. Κυρίως οι ατάκες και τα καλαμπούρια που ακούγονταν σε αντίστοιχες λαϊκές ταινίες, στου Γκουσγκούνη ας πούμε, ή τα καουμπόικα, τα καράτε και τα λοιπά».

Πού πήγαν αυτά; «Ήταν σινεμά που μάζευαν ρε παιδί μου, όλη αυτή τη μερίδα του κέντρου, τα φτωχαδάκια, τους παπατζήδες, τους μικροπωλητές, όλους αυτούς τους hangin’ around του κέντρου, οι οποίοι υπάρχουν, βέβαια, ακόμη, αλλά πια δεν πάνε σινεμά. Ποιοτικά σινεμά δε λείπουν ευτυχώς, υπάρχουν πολλά, το Άστυ, το Ιντεάλ, το Τριανόν… Τα μούλτιπλεξ καλύπτουν πολύ καλά τις ταινίες της σειράς, οπότε δε λείπουν καλές αίθουσες. Εκείνο που λείπει, είναι το κοινό τους.»

*ο Δημήτρης Φύσσας προετοιμάζει την έκδοση του επόμενου μυθιστορήματός του, Ο Κηπουρός κι ο Καιροσκόπος, βασισμένο στις αληθινές περιπτώσεις ενός γεωπόνου που εξέδωσε βιβλίο για τους Λαχανόκηπους της Αθήνας, κι ενός μετεωρολόγου που έκανε το ίδιο με μια κλιματολογική μελέτη, κι οι δυο κρατώντας ζωντανή την επιστημονική έρευνα στην Ελλάδα της Κατοχής. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Εστία.

* Μπορείτε να κατεβάσετε το βιβλίο του Δημήτρη Φύσσα από: www.athina984.gr , www.athensvoice.gr , www.hestia.gr , www.staxtes.com ,

www.booksreview.com , http://periodikotrypa.wordpress.com/