

Είδα την ταινία στην Θεσσαλονίκη τον περασμένο Νοέμβριο στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Και μου γέμισε την καρδιά. Αλλά αυτό, το κάνουν όλες οι ταινίες της Αμέρισα Μπάστα. Οι μικρές. Επτά τον αριθμό. Και τώρα η μεγάλη. Μακρύς ο δρόμος μέχρι αυτή την μεγάλη πρώτη. Μακρύς και γεμάτος ζωή. Και ωραίους κανονικούς ανθρώπους. Οι «Μικρές Ανάσες» ανήκει στη ίδια κατηγορία. Οι άνθρωποι της δεν κάνουν θόρυβο. Γιατί έτσι κάνουν οι κανονικοί. Απλώς ζουν τις μέρες τους με όποιο τρόπο μπορούν. Και σε τραβούν σε αυτές, σιγά σιγά, σχεδόν ανεπαίσθητα, όπως ένας ρυθμός που ξεκινά χαμηλά και χωρίς να το καταλάβεις γίνεται ο παλμός σου.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Αμέρισσας Μπάστα, μετά από επτά μικρού μήκους και ένα ντοκιμαντέρ, φτάνει με πέντε υποψηφιότητες στα βραβεία Ίρις 2026 – Καλύτερης Ταινίας, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη, Σεναρίου, Α’ Γυναικείου και Β’ Ανδρικού Ρόλου – αλλά οι αριθμοί λένε μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Γιατί οι «Μικρές Ανάσες» μοιάζουν περισσότερο με ένα βλέμμα πάνω σε μια γενιά που προσπαθεί να επιβιώσει, παρά με μια ταινία που απλώς αφηγείται μια ιστορία.

Η Λένα- Ελίνα Τσιορμπατζή είναι είκοσι ετών. Ζει με την οικογένειά της σε μια αθηναϊκή γειτονιά, δουλεύει σε ένα σούπερ μάρκετ, προσπαθεί να αναπνεύσει μέσα σε ένα σπίτι όπου η ένταση μοιάζει μόνιμος συγκάτοικος. Όταν χάνει τη δουλειά της και μαθαίνει πως είναι έγκυος, αρχίζει να περιπλανιέται σε μια πόλη που δεν σταματά ποτέ να κινείται, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να κρατήσει τον έλεγχο της ζωής της. Αυτό όμως που κάνει την ταινία να λειτουργεί είναι ότι δεν βλέπεις τη Λένα σαν «περίπτωση». Δεν τη βλέπεις σαν σύμβολο. Τη βλέπεις σαν άνθρωπο. Κανονικό άνθρωπο. Συνάντησα την Ελίνα Τσιορμπατζή και τον «κολλητό» της στην ταινία Τζέο Πακίτσα εκείνες τις μέρες, ανάμεσα σε προβολές ταινιών που σύστηναν νέους κόσμους. Η Ελίνα, που κρατά πάνω της σχεδόν όλο το συναισθηματικό βάρος της ταινίας, μου περιγράφει κάτι που εξηγεί πολλά: «Θεωρώ ότι ο συγκεκριμένος χαρακτήρας μού ήταν αρκετά οικείος. Είναι μια σύγχρονη κοπέλα, ένας άνθρωπος του σήμερα, με όλες τις εσωτερικές συγκρούσεις που κουβαλά ο καθένας, θυμό, χαρά, ενθουσιασμό, απογοήτευση, λύπη». Δεν μιλά σαν ηθοποιός που έμαθε έναν ρόλο. Μιλά ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά, σαν κάποια που μπήκε μέσα του και χαλαρά άραξε εκεί. Η Μπάστα καποια στιγμή μου είχε πει πως όταν την άκουσε στην πρώτη της ατάκα κατάλαβε ευθύς πως είχε βρει την πρωταγωνίστρια της. Η ίδια η Τσιορμπατζή περιγράφει πως δεν αναζητά κάποια μαγική μέθοδο για να πλησιάσει έναν χαρακτήρα. «Διαβάζω ξανά και ξανά» λέει «το σύμπαν του έργου, μέχρι να αρχίσω να το αφουγκράζομαι, να ακούω μικρές λεπτομέρειες που δεν φαίνονται αρχικά, διαφορετικές παύσεις, διαφορετικούς ρυθμούς στην ομιλία, μικρές αλλαγές που χτίζουν έναν άνθρωπο».

Την ρώτησα αν βρίσκει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις σκηνές χαράς παρά στις εκρήξεις ή στις συγκρούσεις. Μου απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Η ένταση λειτουργεί σαν παιχνίδι πινγκ πονγκ. Αν έχεις καλούς συμπαίκτες όλα βγαίνουν οργανικά. Η χαρά όμως είναι πιο δύσκολη. Δεν θέλεις να μοιάζει ψεύτικη». Και είναι περίεργο ίσως, αλλά αυτό λέει πολλά και για την ίδια τη γενιά της ταινίας. Μια γενιά που φαίνεται να έχει μάθει πιο εύκολα να διαχειρίζεται την πίεση παρά την ηρεμία. Στον κόσμο των «Μικρών Ανασών» υπάρχει και κάτι ακόμη που μοιάζει να κρατά τους ανθρώπους όρθιους, η φιλία. Όχι η φιλία ως διακοσμητική έννοια αλλά ως καταφύγιο. «Πιστεύω πολύ στη φιλία. Είναι η οικογένεια που επιλέγουμε», λέει η Ελίνα. Και κάπου εκεί ο Τζέο Πακίτσας μοιάζει να συμπληρώνει τη φράση της: «Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να σε αγαπήσει ή να σε στηρίξει. Όταν το κάνει, το έχει επιλέξει». Οι δυο τους, χωρίς να το καταλαβαίνουν ίσως, μοιάζουν να περιγράφουν το ίδιο πράγμα: ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν βρίσκοντας ο ένας τον άλλον. Ο ίδιος ο Πακίτσας παραδέχεται ότι ο χαρακτήρας του δεν ήταν ιδιαίτερα μακριά από εκείνον. «Έβλεπα πράγματα από τη δική μου ζωή, από οικογένειες φίλων μου. Στην Ελίνα έβλεπα πολλές φορές τη δική μου παιδική φίλη».


Η ταινία γυρίστηκε το καλοκαίρι του ’24, στην Αθήνα, σε ένα καλοκαίρι που έβραζε για μήνες χωρίς σταματημό. Η πόλη λειτουργεί στην ταινία σαν ένας ακόμη χαρακτήρας. Όχι η όμορφη Αθήνα των τουριστικών φυλλαδίων. Περισσότερο ως η Αθήνα του Αυγούστου. Η πόλη που ιδρώνει και σκάει. «Υπήρχαν στιγμές που έβραζε κυριολεκτικά η άσφαλτος», θυμάται ο Τζέο από τα γυρίσματα. Με μια κάμερα να ακολουθεί από κοντά τα πρόσωπα. Στις ταινίες της Μπάστα, τα πρόσωπα είναι ο μεγάλος δέκτης της προσήλωσης της. Μαζί με τις ανάσες, τις σιωπές, τα μάτια. «Δεν πιστεύω ότι η ταινία θα μπορούσε να είχε γυριστεί διαφορετικά», λέει ο Τζέο. Ίσως επειδή αυτή η ιστορία δεν μπορούσε να ειπωθεί από απόσταση. Ίσως γιατί τελικά οι «Μικρές Ανάσες» δεν μιλούν μόνο για μια κοπέλα που προσπαθεί να πάρει τη ζωή στα χέρια της. Μιλούν για μια ολόκληρη γενιά που μεγαλώνει ανάμεσα στην ασφυξία και στην ελπίδα. Μια γενιά που τρώει ήττες, που δυσκολεύεται να βρει χώρο, που αισθάνεται ότι όλα κινούνται πιο γρήγορα από την ίδια, αλλά εξακολουθεί να ψάχνει κάτι μικρό για να κρατηθεί. Μια φιλία. Μια μουσική στα ακουστικά. Μια διαδρομή μέσα στην πόλη. Μια μικρή ανάσα.
Η ταινία της Αμέρισσας Μπάστα, “Μικρές Ανάσες”, κυκλοφορείς στις κινηματογραφικές αίθουσες από τις 4 Ιουνίου

