

Τα νέα μέτρα που προωθεί η κυβέρνηση για την επέκταση των δυνατοτήτων διακανονισμού οφειλών (διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού, ρύθμιση 72 δόσεων για οφειλές γεννηθείσες μέχρι και το 2023, αποδέσμευση τραπεζικού λογαριασμού αν καταβληθεί το 25% της οφειλής και υπαχθεί σε ρύθμιση το υπόλοιπο) οφείλονται στη διαπίστωση ότι το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι μεγάλο και στην εκτίμηση ότι το υφιστάμενο πλαίσιο συμβιβαστικών ρυθμίσεων δεν επαρκεί.
Πράγματι, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τη CEPAL, το ιδιωτικό χρέος (ενήμερο και μη) έχει ανέλθει σε 407,6 δισ. ευρώ, από τα οποία το 58% (236,5 δισ.) βρίσκονται σε μακρά καθυστέρηση. Οι οφειλές προς το Δημόσιο έχουν φτάσει σε 111,9 δισ. και προς τα ασφαλιστικά ταμεία σε 50,7 δισ. , ενώ είναι ενδεικτικό ότι το 63,7% των οφειλών προς τα ταμεία έχει γεννηθεί μέχρι το 2010, ώστε είναι προδήλως ανεπίδεκτο είσπραξης. Ένδειξη του προβλήματος είναι και ότι με τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (αφού συνυπολογίστηκαν οι πτωχεύσεις στις οποίες δεν ανοίγει πτωχευτική διαδικασία ελλείψει περιουσίας για τη χρηματοδότηση των εξόδων της), οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων ανήλθαν το 2025 σε 557 έναντι 304 το 2024 παρουσιάζοντας αύξηση 83%.
Ενόψει αυτών των δεδομένων είναι βέβαιο ότι, παρότι τα μέτρα της κυβέρνησης κινούνται στη σωστή κατεύθυνση και θα διευκολύνουν πολλούς συμπολίτες μας να ρυθμίσουν τις οφειλές τους, θα εξακολουθήσει να υπάρχει μεγάλος αριθμός οφειλετών που δεν έχουν δυνατότητα εξυπηρέτησης των οφειλών τους είτε επειδή αυτές ανέρχονται σε μεγάλα ποσά είτε επειδή το διαθέσιμο εισόδημά τους (ιδίως με την άνοδο των τιμών της ενέργειας και τον ετήσιο πληθωρισμό να εκτιμάται από τον ΟΟΣΑ σε 4,7%) δεν αφήνει περιθώρια πληρωμής δόσεων παλαιού χρέους.
Για αυτές τις κατηγορίες υπερχρεωμένων, μόνη διαθέσιμη λύση να απαλλαγούν από τα χρέη τους και να αποκτήσουν μια «δεύτερη ευκαιρία» οικονομικής δραστηριοποίησης παραμένει η πτωχευτική διαδικασία, που αναμορφώθηκε με τον ίδιο νόμο του εξωδικαστικού, τον ν.4738/2020.
Υπενθυμίζεται ότι με τον νόμο αυτό η χώρα μας προσάρμοσε τη νομοθεσία της στις Οδηγίες της Ε.Ε. με στόχο να απαλλάσσεται όποιος πτωχεύει, εφόσον είναι καλόπιστος και συνεργάσιμος, μετά από τρία χρόνια από την κήρυξη της πτώχευσής του – ή και μετά από ένα χρόνο, αν έχει περιουσία αξίας πάνω από εκατό χιλιάδες ευρώ και ίση με 10% και πλέον των οφειλών του.
Με την πτώχευση ο οφειλέτης χάνει την περιουσία που έχει κατά τον χρόνο της πτώχευσης υπέρ των πιστωτών του. Αποκτά όμως τη δυνατότητα να εργαστεί ελεύθερα στο μέλλον, να απαλλαγεί από το υπόλοιπο των παλαιών χρεών του και να αποκτήσει νέα περιουσία από τα μεταπτωχευτικά του εισοδήματα. Η απαλλαγή του πτωχού επέρχεται μάλιστα αυτοδίκαια, αν δεν ασκηθεί προσφυγή από πιστωτές του (με επίκληση δόλου του οφειλέτη ή τέλεση εκ μέρους του σοβαρών οικονομικών ποινικών αδικημάτων). Αν ασκηθεί προσφυγή, τελικός κριτής της απαλλαγής είναι το πτωχευτικό δικαστήριο.
Η συγκεκριμένη διαδικασία έχει πλέον – μετά τον νόμο 5259/12.12.2025- το πρόσθετο όφελος ότι οδηγεί σε αναστολή των ποινικών διώξεων για χρέη των πτωχευμένων προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναμονής της απαλλαγής και σε εξάλειψη του αξιοποίνου με την επέλευση της απαλλαγής, γεγονός που διευκολύνει αποφασιστικά στην πράξη την παροχή «δεύτερης ευκαιρίας» οικονομικής δραστηριοποίησης στους οφειλέτες που κηρύσσονται σε πτώχευση. Πράγματι, μέχρι να θεσπιστεί η αναστολή αυτή, οι πτωχοί οφειλέτες κινδύνευαν –λόγω της αυστηροποίησης των ποινών με την αλλαγή του ποινικού δικαίου- να φυλακιστούν για χρέη προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ κατά το χρονικό διάστημα που ανέμεναν την απαλλαγή τους, οπότε θα ματαιωνόταν από άλλη αιτία η πολυπόθητη ελπίδα της οικονομικής τους επανεκκίνησης!
Το ότι η κήρυξη πτώχευσης (ή η καταγραφή του ονόματος του οφειλέτη στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας αν δεν ανοίξει πτωχευτική διαδικασία ελλείψει περιουσίας) αποτελεί τη μοναδική οδό απαλλαγής για μεγάλο αριθμό οφειλετών αποδεικνύεται και ότι, με βάση τα στοιχεία του Μητρώου, έχουν υποβληθεί 16.139 αιτήσεις πτώχευσης, από τις οποίες το 63% αφορά επιτηδευματίες, το 28% φυσικά πρόσωπα χωρίς επιχειρηματική δραστηριότητα (ή ελεύθερο επάγγελμα) και το 9% εταιρείες. Ο αριθμός των αιτήσεων είναι βέβαιο ότι θα αυξηθεί όσο βελτιώνεται η ενημέρωση των υπερχρεωμένων συμπολιτών μας για τη δυνατότητα απαλλαγής τους μέσω της πτωχευτικής διαδικασίας.
Πρόσθετο μέτρο ενίσχυσης της πτωχευτικής απαλλαγής θα ήταν η αναμενόμενη ενεργοποίηση του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης πρώτης κατοικίας (θεσμός που προβλέφθηκε με τον ν. 4738/2020, αλλά δεν έχει ακόμη λειτουργήσει) με κάποιες τροποποιήσεις και με αποσύνδεσή του από την ένταξη ή μη των πτωχών στην κατηγορία των ευάλωτων οφειλετών.
Με τον τρόπο αυτό θα παρεχόταν στους πτωχούς οφειλέτες, με ειδικές ασφαλώς προϋποθέσεις, η δυνατότητα να διατηρήσουν την κύρια κατοικία τους (εάν δεν υπερβαίνει κάποιο όριο εμπορικής αξίας) με καταβολή δόσεων leasing υπέρ των πιστωτών τους από τα μεταπτωχευτικά τους εισοδήματα ή από ενίσχυση συγγενών τους, ενώ θα εκποιείται όλη η υπόλοιπη περιουσία τους από τον σύνδικο της πτώχευσης. Η κυβέρνηση μελετά το ενδεχόμενο να εισαχθεί σχετική ρύθμιση στον εξωδικαστικό μηχανισμό ενόψει του στεγαστικού προβλήματος στη χώρα, αλλά και στα πλαίσια της κοινωνικής πολιτικής της για τη στήριξη των οικονομικά ασθενών συμπολιτών μας.
*Η Ιωάννα Καλαντζάκου – Τσατσαρώνη είναι Δικηγόρος – Μέλος Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Πτωχευτικού Κώδικα 2007- Επικεφαλής της Επιτροπής Πτωχευτικού Δικαίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (σε σχέση με τον Πτωχευτικό Νόμο 4738/20 και τις τροποποιήσεις του) -Αντιπρόεδρος Δ.Σ του Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων – τ. Αντιπρ. Δ.Σ.Α – Πολιτευτής Ν.Δ