
Ο Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης (τρίτος από δεξιά) και η Ζωή Μελά-Ιωαννίδη (πρώτη από δεξιά) στο Κεντρικό Υγειονομικό Εργαστήριο, το 1924.

Ο Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης (τρίτος από δεξιά) και η Ζωή Μελά-Ιωαννίδη (πρώτη από δεξιά) στο Κεντρικό Υγειονομικό Εργαστήριο, το 1924.
Η Χριστίνα Φίλιππα έχει μια ιδιαίτερη «λόξα». Καταδύεται στα αρχεία των εφημερίδων του 19ου αιώνα και ανασύρει στην επιφάνεια πρόσωπα που θεωρεί ότι δεν τους άξιζε η λήθη. Γιατί συνέβαλαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι και τον πολιτισμό, κάποτε μάλιστα ως πρωτοπόροι. Δύο είναι τα μεγαλύτερα πάθη που κατευθύνουν τις επιλογές της: οι Ελληνίδες που τόλμησαν να αντιπαλέψουν τις προκαταλήψεις της εποχής τους και να βγουν μπροστά· και το Αίγιο, η ιδιαίτερη πατρίδα του συζύγου της.
Στο νέο της βιβλίο «Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης – Ζωή Μελά-Ιωαννίδη: Πρωτοπόροι επιστήμονες στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Άπαρσις», έσμιξαν θαυμαστά και τα δύο. Πρόκειται για το τρίτο της πόνημα, μετά τα «Οδωνύμια Φιλοθέης, η Ιστορία Καθ’ Οδόν» και «Πανάγος Μελισσιώτης, ο κουρέας-θεατρικός συγγραφέας: Η συναρπαστική ζωή και τα έργα του».

Η συγγραφέας-ερευνήτρια Χριστίνα Φίλιππα.
Η συγγραφέας-ερευνήτρια έχει στο ενεργητικό της πολυσχιδή επαγγελματική και κοινωνική παρουσία: μακρά επαγγελματική θητεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συμμετοχή στην τοπική αυτοδιοίκηση ως δημοτική σύμβουλος Φιλοθέης και εστιασμένη δράση για το περιβάλλον και τον πολιτισμό – ως ιδρυτικό μέλος και (τέως) πρόεδρος του Συλλόγου «Ροή, Πολίτες Υπέρ των Ρεμάτων» και διαχειρίστρια της εταιρείας Ιάνθη για το Περιβάλλον και τον Πολιτισμό.
Από το 1890 μέχρι το 1920, μόλις 392 γυναίκες είχαν γραφτεί στο Πανεπιστήμιο. Η Φίλιππα ερευνά τα ίχνη της καθεμίας. Γιατί επέλεξε να πει αυτή την ιστορία;
«Σε αυτό το ζευγάρι έφτασα ξεκινώντας από την Ζωή Μελά», είναι η πρώτη της κουβέντα. «Ανακάλυψα ότι στη σχολή της Χημείας, η οποία ιδρύθηκε πάρα πολύ αργά, το 1919, η πρώτη γυναίκα που εγγράφεται είναι η Ζωή Μελά, η κόρη του Παύλου Μελά και της Ναταλίας Δραγούμη, εγγονή του πρωθυπουργού Στέφανου Δραγούμη. Αυτό με εντυπωσίασε πάρα πολύ. Ψηλαφίζοντας λοιπόν τη ζωή της Μελά, ανακάλυψα ότι σύζυγός της ήταν ο γιατρός από το Αίγιο Γεώργιος Ιωαννίδης του Σπυρίδωνος». Ένας γιατρός που άφησε σπουδαίο αποτύπωμα, ιδίως μέσα από το έργο του στο νεοσύστατο στην εποχή του Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ. Παρότι είχε πατέρα γιατρό και μητέρα που έφερε ιστορικό όνομα αγωνιστών του 1821, όταν η Χριστίνα Φίλιππα ρώτησε στο Αίγιο, δεν τον γνώριζε κανείς. «Ψάχνω στις εφημερίδες της εποχής, δεν αναφέρεται πουθενά. Είχε δώσει μόνο μία συνέντευξη, το 1952 στη “Βραδυνή”. Δεν υπάρχει ούτε η αναγγελία του γάμου με τη Μελά. “Δεν θα τα βρείτε αυτά, γιατί ήταν σεμνοί, δεν ήθελαν καμία δημοσιότητα” μου είπε η κόρη τους, Ναταλία Ιωαννίδη».

Η Ζωή Μελά το 1924.
Από το 2019 που ξεκίνησε τη συγκεκριμένη έρευνα, η συγγραφέας συναντήθηκε πολλές φορές με τη Ναταλία Ιωαννίδη. Οι συζητήσεις τους και το πλούσιο αρχείο της τελευταίας –το οποίο πρόσφατα παρέδωσε στο ΜΙΕΤ- έδωσαν πνοή στο έργο.
«Η αξία του βιβλίου αυτού δεν βρίσκεται μόνο στην ιστορική του τεκμηρίωση, αλλά και στην ανθρώπινη διάσταση που αναδεικνύει», γράφει στον πρόλογο ο Στυλιανός Χατζηπαναγιώτου, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής στο βιοπαθολογικό εργαστήριο του Αιγινήτειου Νοσοκομείου. «Γιατί η ιστορία της επιστήμης δεν γράφεται μόνο από τις μεγάλες ανακαλύψεις, αλλά και από τις μεγάλες ζωές».
Όταν η Ζωή Μελά αποφάσισε να γίνει χημικός, ο επιστημονικός κλάδος ήταν σχεδόν άγνωστος στη χώρα, γράφει η Χριστίνα Φίλιππα. Δεν υπήρχε καν τέτοιο τμήμα. Όταν πρωτοϊδρύθηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1919 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η Μελά στα 21 της χρόνια ήταν η πρώτη γυναίκα που εγγράφηκε.
«Κι αυτό σε μια εποχή που καλλιεργούνταν η άποψη, ακόμα και από επιστήμονες, ότι η ενασχόληση με τις φυσικομαθηματικές επιστήμες εμπεριέχει κινδύνους για την υγεία και την αναπαραγωγική λειτουργία των γυναικών», τονίζει η συγγραφέας. «Οι γυναίκες προορίζονταν για τα οικιακά και την ανατροφή των παιδιών. Ειδικά για αστές σαν τη Μελά, η εργασία θεωρούνταν ταπεινωτική. Η μάνα της όμως ήταν εξαιρετικά προοδευτική γυναίκα, τη στήριξε στην επιλογή της πάρα πολύ, όπως η ίδια είχε πει σε συνέντευξή της. Τον πατέρα της, τον Μακεδονομάχο Παύλο Μελά, τον είχε χάσει στα έξι της χρόνια, όταν έπεσε στη μάχη της Στάτιστα».

Η Ναταλία Δραγούμη με τα παιδιά της, Ζωή Μελά και Μιχάλη Μελά.
Η Μελά αποφοίτησε το 1922 με άριστα και υπήρξε η πρώτη γυναίκα που προσελήφθη στη βιομηχανία: στη Χρωματουργία Πειραιώς (ΧΡΩΠΕΙ). Δεν “κάθισε στ’ αυγά της”, ωστόσο. Οι συνθήκες εργασίας δεν ήταν καλές, κι αποφάσισε να απεργήσει μαζί με τους συναδέλφους της – προτού παραιτηθούν ομαδικά. «Πραγματικά εκπληκτικό, γιατί δεν πρόκειται για μια κοπέλα του λαού, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα», σημειώνει η Φίλιππα.
Η εμπειρία στη ΧΡΩΠΕΙ την ώθησε να πρωτοστατήσει στην ίδρυση της Ένωσης Ελλήνων Χημικών. «Ήταν η μόνη γυναίκα σε μια παρέα οκτώ-δέκα ατόμων που γνωρίζονταν από το Πανεπιστήμιο και αποφάσισαν να δημιουργήσουν έναν σύλλογο προκειμένου να συνασπιστούν», λέει η συγγραφέας. «Ήταν κάτι εντελώς νέο, έπρεπε να πείσουν τον κόσμο». Οι συναντήσεις γίνονταν στη Δεξαμενή, σε ζαχαροπλαστεία, αλλά και στο σπίτι της Μελά, η οποία αψηφούσε τον συντηρητισμό μιας εποχής που σοκαριζόταν από την ελεύθερη κοινωνική ζωή μιας νεαρής γυναίκας και τη συναναστροφή με τόσους άνδρες. Η Μελά μάλιστα ήταν «η πρώτη κοπέλα που έβγαζε το καπέλο στις εξόδους της αφήνοντας το κεφάλι της “ακάλυπτο”», γράφει η Φίλιππα.
Η Ένωση Ελλήνων Χημικών θα ιδρυθεί τον Αύγουστο του 1924.

Η ομάδα των νέων που ηγήθηκε της κίνησης για την ίδρυση της Ένωσης Ελλήνων Χημικών, σε μια εκδρομή κατά την εποχή της ίδρυσης της (Ιούνιος 1924). Από αριστερά: Α. Δημητρίου, Ν. Καρνής, Ζωή Μελά, Ι. Καράκαλος, Ι. Κανδήλης, Χ. Μαλαγαρδής, Δ. Καραθανάσης, Σ. Αναγνωστόπουλος. Από το βιβλίο του Ιω. Κανδήλη “Οι Θεμελιωταί των Φυσικών Επιστημών στη Νεώτερη Ελλάδα και η εποχή τους”, Αθήνα 1976.
Σε μια από εκείνες τις αξιοσημείωτες συμπτώσεις στην Ιστορία, τον ίδιο μήνα που εγγραφόταν η Ζωή Μελά στο Χημικό, κατέφθανε στην Αθήνα ο επιστήμονας που εφηύρε το εμβόλιο κατά της φυματίωσης Αλμπέρ Καλμέτ (Albert Calmette), για να επισπεύσει την έναρξη λειτουργίας του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ. Η ίδρυση του Παστέρ –την ίδια χρονιά– ήταν σημαντικότατη εξέλιξη σε μια εποχή που η Ελλάδα μαστιζόταν από τρομακτικές ασθένειες: καλαζάρ, πανώλη, τύφο.
Η Μελά γνωρίστηκε με τον Ιωαννίδη πέντε χρόνια αργότερα, στο Κεντρικό Υγειονομικό Εργαστήριο, όπου εργάζονταν και οι δύο, προτού προσληφθούν στο Παστέρ. Πέντε ημέρες μετά τον γάμο τους, ο Ιωαννίδης κλήθηκε εσπευσμένα στην Πελοπόννησο, όπου είχε ξεσπάσει επιδημία πανώλης. Το ζευγάρι αναγκάστηκε να αναβάλει το ταξίδι του μέλιτος. «Θα έρθω μαζί σου, πες πως πάμε ταξίδι του μέλιτος εκεί», του είπε η Μελά.
Το 1926, o Ιωαννίδης προσλαμβάνεται στο Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ ως προϊστάμενος του Εργαστηρίου Μικροβιολογίας και Μυκητολογίας, ενώ έναν χρόνο αργότερα, το 1927, προσλαμβάνεται και η Μελά ως διευθύντρια του Χημικού Εργαστηρίου.

Η Ζωή Μελά με τον διευθυντή του Ινστιτούτου Παστέρ, Pierre Mercier.
Ο Ιωαννίδης αφοσιώνεται «ψυχή τε και σώματι» στη διάδοση του αντιφυματικού εμβολίου σε μια εποχή που επικρατούσε δυσπιστία για την αποτελεσματικότητά του από την πανεπιστημιακή κοινότητα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, γράφει η Φίλιππα. «Πάλεψε πάρα πολύ γι’ αυτό μαζί με τον διευθυντή του Ελληνικού Ινστιτούτου Παστέρ Τζορτζ Μπλανκ και την πρωτοπόρο νοσηλεύτρια Ελένη Βασιλοπούλου», μου λέει. «Η προσπάθεια ήταν τιτάνια. Χάρη σε αυτόν τον αγώνα, η πρώτη χώρα μετά τη Γαλλία που ανέλαβε την παρασκευή του BCG ήταν η Ελλάδα, ήδη από το 1925. Την ίδια χρονιά καθιερώθηκε και ο αντιφυματικός εμβολιασμός βρεφών και νηπίων. Την ευθύνη αυτού του εγχειρήματος είχε ο Ιωαννίδης, ο οποίος φρόντιζε για την επάρκεια, την καταλληλότητα, τη διάδοση και τη χορήγηση του εμβολίου».

Ο Γεώργιος Σπ. Ιωαννίδης στο Ινστιτούτο Παστέρ.
Ο γιατρός μιλούσε ακόμα και για την αξία της πρόληψης, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο μόνο αυτονόητο δεν ήταν. «Οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά αντίξοες. Κυριαρχούσε η δημώδης ιατρική και ο κόσμος εμπιστευόταν κομπογιαννίτες και τσαρλατάνους».
Δύο στοιχεία μού έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση στον Ιωαννίδη, αναφέρω στη Χριστίνα Φίλιππα. Το πρώτο ήταν ότι, όταν πλέον είχε αρρωστήσει και χρειάστηκε να νοσηλευτεί στην Αγγλία, αρνήθηκε να επιβαρύνει οικονομικά το Ινστιτούτο Παστέρ με τα έξοδα. «Ποιος θα το έκανε αυτό σήμερα;» σχολιάζει η συγγραφέας.
Το δεύτερο ήταν η στάση του απέναντι στη δημοσιότητα. Στη μοναδική συνέντευξη που παραχώρησε το 1952 στη «Βραδυνή», ζήτησε από τον δημοσιογράφο να του υποσχεθεί ότι δεν θα περιλάβει «ούτε ίχνος διαφημίσεως ή προσωπικής ρεκλάμας, ούτε για μένα ούτε για οποιονδήποτε από τους καλούς και πιστούς συνεργάτες μου». Ήθελε να γραφτούν μόνο όσα αφορούσαν το Ινστιτούτο Παστέρ, «που είναι ο ιερός βωμός μας, όπου όσοι πιστοί αφιερώνουν τα πάντα».
Ο Ιωαννίδης αρθρογραφούσε υπέρ ενός δημόσιου δωρεάν συστήματος υγείας. “Είναι χαρά ότι ο γιατρός από προσοδοφόρο επάγγελμα, γίνεται υπάλληλος”, έγραφε. «Η υγειονομική οργάνωση είναι διαρκής πόλεμος με τη δυστυχία, και για να γνωρίσει κανείς καλά τη δυστυχία πρέπει να την έχει δει από πολύ κοντά — για να μην πούμε ότι πρέπει να την έχει δοκιμάσει ο ίδιος».
Πέθανε το 1953 σε ηλικία 60 ετών. «Κι έπειτα εκείνη κάθισε και κατέγραψε όλο το έργο του», σημειώνει η Φίλιππα.
Την ίδια ακεραιότητα χαρακτήρα διέθετε και η Ζωή Μελά, η οποία μάλιστα ανέπτυξε έντονη δράση και κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ήταν από τα πρώτα μέλη του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων, που είχε ιδρύσει το 1924 η Μαρία Φλαμπουριάρη. Την περίοδο 1942-1944 εκλέχθηκε πρόεδρος του Συνδέσμου. «Προσπάθησε εκείνα τα χρόνια να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί», λέει η Φίλιππα. «Οργάνωναν συγκεντρώσεις γυναικών, τους έδιναν κουράγιο και γνώση». Η μετέπειτα πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνίδων Επιστημόνων Αμαλία Φλέμινγκ θα πει: «(…) στη γερμανική κατοχή η Ζωή Μελά-Ιωαννίδη χρησιμοποίησε ό,τι δύναμη της έδινε ο τίτλος της προέδρου των Ελληνίδων Επιστημόνων για να βοηθήσει τους καταδιωκόμενους από τους εχθρούς γυναίκες και άνδρες».
Το 1945, ωστόσο, μετά τα Δεκεμβριανά, η Μελά «πετάχτηκε κυριολεκτικά έξω από τον Σύνδεσμο από ομάδα άγριων αντιδραστικών», όπως καταγράφει η Φλέμινγκ. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να αγωνίζεται μέσα από την Ένωση Ελλήνων Χημικών, τονίζει η Χριστίνα Φίλιππα.
Στη δεκαετία του 1950, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, αρνήθηκε να υπογράψει το «Πιστοποιητικό Κοινωνικών Φρονημάτων», το οποίο επιβαλλόταν τότε στους υπαλλήλους. Για τη στάση της αυτή κρατήθηκε στην Ασφάλεια και αφέθηκε ελεύθερη μόνο ύστερα από παρέμβαση του αδελφού της, Μιχάλη — χωρίς όμως ποτέ να υπογράψει.
Η Ζωή Μελά-Ιωαννίδη ήταν ανάμεσα στους 200 αντιστασιακούς χημικούς που τίμησε η Ένωση Ελλήνων Χημικών το 1984. Μέχρι το τέλος της ζωής της παρέμεινε δραστήρια, συνεχίζοντας την πολυσχιδή επιστημονική και κοινωνική της προσφορά. Πέθανε το 1996, σε ηλικία 98 ετών.
Πώς είδε η Χριστίνα Φίλιππα τη σχέση Μελά-Ιωαννίδη μέσα από την έρευνά της; «Νομίζω πως βρήκε ο Φίλιππας τον Ναθαναήλ», λέει χαρακτηριστικά. «Ο Ιωαννίδης ήταν ένας συνεσταλμένος και αυστηρά οριοθετημένος άνθρωπος, αφοσιωμένος ολοκληρωτικά στην επιστήμη του. Αντίθετα, η Ζωή Μελά ήταν παντού – μια εξαιρετικά δραστήρια γυναίκα. Εκείνη του έμαθε ακόμη και κολύμπι. Ομονοούσαν και στον τρόπο ανατροφής των παιδιών, τα μεγάλωναν με πειθώ, όχι με πίεση, όπως μου έχει πει η κόρη τους». Οι ζωές τους, όπως παρατηρεί, ήταν τόσο βαθιά συνδεδεμένες, ώστε η Μελά θα βρισκόταν ούτως ή άλλως στη βιογραφία του Ιωαννίδη, και εκείνος αντίστοιχα στη δική της.
Αυτό που τελικά της έμεινε περισσότερο από όλη την έρευνα τι ήταν; «Η αντίσταση που προέβαλαν. Δεν ακολούθησαν τη διαδρομή που τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής, της τάξης και του φύλου τους προόριζαν γι’ αυτούς. Δεν επέλεξαν τη βολή ούτε εφησύχασαν ποτέ· συμμετείχαν διαρκώς στην κοινωνία. Και το πιο σημαντικό, δεν το διαφήμισαν ποτέ».
Η ίδια θεωρεί ότι «οφείλουμε να θυμόμαστε κάποιους ανθρώπους, ακόμη κι αν δεν τους συναντάμε μέσα από τη δημοσιότητα».
Κάποτε, μάλιστα, κυρίως αυτούς.