
Παιδιά μεταναστών σε κέντρο κράτησης στον Κυπρίνο, στην περιοχή του Έβρου, στα ελληνοτουρκικά σύνορα EPA/NIKOS ARVANITIDIS

Παιδιά μεταναστών σε κέντρο κράτησης στον Κυπρίνο, στην περιοχή του Έβρου, στα ελληνοτουρκικά σύνορα EPA/NIKOS ARVANITIDIS
Αναδυμένη, θαρρείς, από προαιώνιο τελετουργικό, υπάρχει μια στιγμή κάθε βράδυ που η θάλασσα σωπαίνει. Λίγο πριν ξεπροβάλλει η άμπωτη των σκοταδιών, το πέλαγος μοιάζει ακίνητο, σαν να κρατά την αναπνοή του. Σαν να θυμάται.
Κι αν μπορούσε να μιλήσει, ίσως να μας έλεγε για όλα όσα έχει δει. Για σαπιοκάραβα που μετέφεραν όνειρα. Για ανθρώπους που έφευγαν κυνηγημένοι και πεινασμένοι, αλλά πότιζαν το δέντρο της προσμονής με ελπίδα. Για εκείνους που αναζητούσαν απλώς μια ευκαιρία να παραμείνουν ζωντανοί.
Η Ευρώπη φάνταζε στα πλημμυρισμένα από αγωνία μάτια τους, ο πιο εύκολος δρόμος να δραπετεύσουν από τη φρίκη, ωστόσο αντίθετα με τη θάλασσα, φαίνεται πως έχει εύθραυστη μνήμη.
Αν και κάποτε η ήπειρος που ερωτεύτηκε τον εαυτό της, έγραψε ποιήματα για την ελευθερία, ζωγράφισε πίνακες για την αξιοπρέπεια, έχτισε μνημεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα και γέμισε πλατείες με αγάλματα όσων τόλμησαν να αντισταθούν στην αδικία, τα χρόνια πέρασαν. Τα αγάλματα έμειναν, οι άνθρωποι άλλαξαν και οι αξίες άρχισαν να μετατρέπονται σε τουριστικά αξιοθέατα.
Σήμερα η Ευρώπη εξακολουθεί να φωτογραφίζεται μπροστά στις λέξεις που κάποτε τη γιγάντωσαν ως λίκνο πολιτισμού: Ελευθερία, Ισότητα, Αλληλεγγύη, Ανθρωπισμός. Μόνο που πλέον τις προφέρει σαν κάποιος που απαγγέλλει μια προσευχή στην οποία έχει πάψει να πιστεύει. Συμπεριφέρεται σαν τον πλούσιο που κλείνει τα παντζούρια του για να μην βλέπει τους άστεγους έξω από το σπίτι του. Αλλά έτσι δεν γιατρεύεται η δυστυχία, απλώς εξαφανίζεται από το οπτικό του πεδίο.
Γι’ αυτό ίσως ακούστηκαν τόσο εύκολα αυτές οι τρεις λέξεις για τους πρόσφυγες μέσα στην Ευρωβουλή: «Στείλτε τους πίσω». Σαν να μιλούσαν για ελαττωματικά προϊόντα που πρέπει να επιστραφούν στον κατασκευαστή τους. Για δέματα χωρίς παραλήπτη.
Τρεις λέξεις που μοιάζουν με πέτρες. Δεν έχουν μεγάλο βάρος όταν τις εκστομίζεις. Δεν απαιτούν ιδιαίτερο θάρρος. Δεν χρειάζονται καν σκέψη. Κυλούν εύκολα από τη γλώσσα και πέφτουν πάνω στους άλλους με τη φυσικότητα της συνήθειας.
Μόνο που όταν προσγειώνονται, δεν χτυπούν το έδαφος. Χτυπούν ανθρώπους. Και είναι τόσο ελαφριές στο στόμα, αλλά τόσο βαριές πάνω σε ανθρώπινες ζωές.
Πώς γίνεται όμως να μιλάμε με τόση ελαφρότητα για το «πίσω», όταν δεν αντιλαμβανόμαστε καν τι άφησε κάποιος πίσω του;
Πώς γίνεται να απαιτούμε από ένα παιδί να γυρίσει πίσω σε έναν εφιάλτη που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε; Σε ένα παιδί που πρώτα έμαθε να ξεχωρίζει τον ήχο ενός πυραύλου από το να παίζει.
Το «πίσω» είναι πάντα μια βολική λέξη όταν δεν χρειάζεται να το κοιτάξεις. Νομίζουμε ότι οι πρόσφυγες εγκαταλείπουν μια χώρα. Στην πραγματικότητα εγκαταλείπουν έναν θάνατο, αυτόν της προηγούμενης ζωής τους, κουβαλώντας τον ήδη μέσα τους.
Κανείς δεν αφήνει το σπίτι του αν αυτό δεν τον διώξει, για να ρισκάρει τη ζωή του στα χέρια διακινητών, διασχίζοντας θάλασσες. Κανείς δεν βάζει το παιδί του σε μια πλαστική βάρκα επειδή βαρέθηκε το σαλόνι του. Κανείς δεν εγκαταλείπει το χώμα που έμαθε να περπατά, τα δέντρα που μεγάλωσε κάτω από τη σκιά τους και τις μυρωδιές της παιδικής του ηλικίας, αν δεν τον κυριεύσει κάτι πιο δυνατό από την αγάπη: o φόβος. Ο απόλυτος φόβος, όχι για τη ζωή τη δική του, αλλά για τη ζωή εκείνων που βάζει πάνω από τον εαυτό του. Των παιδιών του που καταδικάστηκαν να πληρώνουν τον παραλογισμό των μεγάλων, σε έναν κόσμο που δεν τους αξίζει. Ποιος μπορεί λοιπόν να κλείσει την πόρτα ενός καλύτερου κόσμου σε ένα τρομαγμένο παιδί που θέλει απλά να ζήσει; Που ψάχνει ένα καινούργιο σπίτι για να μην γίνει το δικό του ο τάφος του;
Κάπου ανάμεσα στους πίνακες, τα ποσοστά και τις εκθέσεις, η Ευρώπη ξέχασε τον εαυτό της κρεμασμένο σε κάποιον ανήλιαγο φράχτη ενός συνόρου. Απαρνήθηκε την ίδια την ιστορία της που είναι γεμάτη από πολέμους και ξεριζωμούς, σηκώνοντας τοίχους απέναντι σε ανθρώπους που κουβαλούν το ίδιο δυσβάσταχτο βάρος, με διαφορετικό όνομα και χρώμα. Χτίζει μάλιστα όλο και ψηλότερους, όχι γιατί φοβάται όσους βρίσκονται απ’ έξω, αλλά επειδή φοβάται αυτό που βλέπει στον καθρέφτη όταν τους αντικρίζει.
Η ιστορία ωστόσο έχει μια παράξενη συνήθεια. Επιστρέφει πάντα για να μας υπενθυμίσει ποιοι ήμασταν και κάθε πολιτισμός αρχίζει να καταρρέει πολύ πριν πέσουν τα κτήριά του. Καταρρέει όταν σταματά να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στα μάτια του ξένου.
Γιατί οι πολιτικές αλλάζουν, τα σύμφωνα αλλάζουν, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά το πιο θλιβερό είναι όταν αλλάζουμε κι εμείς, χάνοντας την ανθρωπιά μας. Όταν βλέπουμε παιδιά πίσω από συρματοπλέγματα και συνεχίζουμε να τρώμε το βραδινό μας. Όταν πίνουμε τον καφέ μας με την ίδια χλιαρή, καθημερινή αδιαφορία, ενώ μια βάρκα αναποδογυρίζει κάπου στη Μεσόγειο, γιατί συνηθίσαμε τόσο πολύ τον πόνο των άλλων, που σταμάτησε να μας πονά. Ο πόνος άλλωστε είναι πάντα πιο εύκολος όταν συμβαίνει μακριά.
Κατά βάθος όμως δεν είναι η αλληλεγγύη που πεθαίνει – όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, η φλόγα της δεν θα σβήσει ποτέ – αλλά η φαντασία μας. Να φανταστούμε τον εαυτό μας ή το παιδί μας σε μια βάρκα. Τότε είναι που γεννιέται η απανθρωπιά. Όχι όταν μισούμε. Τη στιγμή που ξεχάσαμε πως η αξιοπρέπεια δεν έχει εθνικότητα και συνειδητοποιούμε πως δεν έχασαν εκείνοι την πατρίδα τους, αλλά εμείς την ανθρωπιά μας. Αυτή είναι που δεν βρίσκει πια τρόπο να περάσει τα σύνορα κι όχι οι πρόσφυγες.
Αυτή είναι και η πραγματική απειλή για την κοινωνία μας, όχι όταν δέχεται ανθρώπους. Ο πνιγμένος δεν είναι απειλή για την Ευρώπη και μια ολόκληρη ήπειρος πρέπει να πάψει να πιστεύει πως κινδυνεύει περισσότερο από μια βάρκα γεμάτη απελπισμένους ανθρώπους, παρά από το μίσος που μεγαλώνει στα σπλάχνα της.
Οι «άνθρωποι» πίσω από τις ιαχές «στείλτε τους πίσω», κατά την υπερψήφιση του νέου και πιο αυστηρού Συμφώνου Μετανάστευσης, στο Ευρωκοινοβούλιο, σίγουρα δεν φαντάστηκαν τον εαυτό τους να εγκαταλείπουν μια ολόκληρη ζωή χωρίς καν μία βαλίτσα. Δεν έχουν αντικρύσει ποτέ το βλέμμα κάποιου που δεν ξέρει αν θα ξαναδεί τα παιδιά του. Ούτε μια μάνα να νανουρίζει το ατάιστο μωρό της μεσοπέλαγα, ενώ γύρω της απλώνεται μόνο σκοτάδι.
Δεν έχουν νιώσει πώς είναι να φοβάσαι να ξυπνήσεις ή μήπως δεν ξυπνήσεις καν το πρωί.
Δεν έχουν δει άδεια παιδικά παπούτσια γεμάτα άμμο σε μια ακτή της Μεσογείου.
Δεν έχουν καν καταλάβει ότι η ασφάλεια δεν είναι αρετή, αλλά τύχη και πως οι άνθρωποι τους οποίους θέλουν να στείλουν πίσω, δεν διάλεξαν πού θα γεννηθούν, ούτε ζητούν μια καλύτερη ζωή. Ζητούν απλώς μια ζωή.
Κι εμείς επιμένουμε να τους αποκαλούμε «ροές», σαν να πρόκειται για νερό. «Πιέσεις», σαν να πρόκειται για καιρικό φαινόμενο και «φορτία» σαν να πρόκειται για εμπορεύματα.
Αυτός είναι ο πιο ύπουλος τρόπος να σκοτώσεις την ενσυναίσθηση. Δεν αρνείσαι την ύπαρξη του ανθρώπου, απλώς του αφαιρείς την ανθρώπινη ιδιότητα. Και όταν πάψει να είναι άνθρωπος, όλα γίνονται ευκολότερα. Είναι ευκολότερο να τον φυλακίσεις. Να τον απελάσεις. Να τον πνίξεις. Να τον ξεχάσεις.
Αλλά η θάλασσα, εκεί έξω, συνεχίζει να θυμάται. Θυμάται όλους όσοι έφυγαν. Όλους όσοι χάθηκαν. Όλους όσοι αναζήτησαν μια απάνεμη στεριά. Κι αν κάποτε αποφασίσει να μας ζητήσει λογαριασμό, ίσως να μην μας ρωτήσει πόσο καλά φυλάξαμε τα σύνορά μας.
Ίσως να μας ρωτήσει κάτι πολύ πιο δύσκολο: Τι ακριβώς προστατεύαμε τόσο φανατικά όταν άνθρωποι χτυπούσαν την πόρτα μας για να σωθούν. Αλλά και πότε ακριβώς αποφασίσαμε ότι η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει λιγότερο, μόνο και μόνο επειδή γεννήθηκε από την άλλη πλευρά ενός συνόρου.
Και τότε το ερώτημα παύει να είναι αν θα τους στείλουμε πίσω. Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο πίσω είμαστε διατεθειμένοι να γυρίσουμε εμείς για να σμίξουμε ξανά με τη χαμένη ανθρωπιά μας.
Κάθε φορά λοιπόν που φωνάζουμε «στείλτε τους πίσω», ίσως θα έπρεπε πρώτα να αναρωτιόμαστε αν εκείνο που διώχνουμε δεν είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Αλλά η τελευταία μας ευκαιρία να παραμείνουμε άνθρωποι κι εμείς.