

Μια ταινία μπορεί να σε ξαφνιάσει για πάρα πολλούς λόγους. Για το σενάριο, την τεχνική, την σκηνοθετική μαεστρία, τις φοβερές ερμηνείες, τις ανατροπές, και πάει λέγοντας, ο κατάλογος είναι μεγάλος. Καμιά φορά όμως, μπορεί να σε εκπλήξει ευχάριστα ο επαγγελματικός (;) … ερασιτεχνισμός της, όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο. Γιατί «Η σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ» του Αλίμου είναι μια τίμια κωμωδία φτιαγμένη από έναν επαγγελματία σκηνοθέτη, τον Αθανάσιο Τόμμυ Σκλάβο, ο οποίος υπογράφει σενάριο, σκηνοθεσία και μοντάζ, αλλά αποτελείται κυρίως από ερασιτέχνες ηθοποιούς, οι οποίοι μέσα σε μια επιδέξια… αδεξιότητα συντονίζονται περίφημα σε ένα κλίμα μαύρης κωμωδίας. Δεν προσποιείται την μεγάλη ταινία, ούτε σε μπάτζετ (στοίχισε ελάχιστες χιλιάδες ευρώ) ούτε προφανώς σε καλλιτεχνικές αξιώσεις, και δε θα μπορούσε άλλωστε, είναι όμως ένα διασκεδαστικό «whodunit» με μια γλυκόπικρη εσάνς και ένα plot twist εκεί που δεν το περιμένεις, και παρά τα προβλήματα της, καταλήγει με θετικό πρόσημο αποτίμησης.
Στα πραγματολογικά στοιχεία ας κρατήσουμε ότι η ταινία αποτελεί πρωτοβουλία της δημοτικής αρχής του Αλίμου και είναι γυρισμένη αποκλειστικά σε τοποθεσίες της περιοχής. Πρωταγωνιστούν κυρίως ερασιτέχνες ηθοποιοί από το εργαστήρι ηθοποιίας του Δήμου Αλίμου, μέλη των ΚΑΠΗ καθώς και νεαροί μαθητές. Ενώ ένα cameo κάνει και ο δήμαρχος Αλίμου, Ανδρέας Κονδύλης. Το παράδοξο βέβαια, της υπόθεσης, είναι ότι η ταινία, όπως διαβάζουμε, γυρίστηκε για να αναδείξει τις ομορφιές της αθηναΐκής ριβιέρας. Αντ’ αυτού, βγήκε μια απρόβλεπτη ξεκαρδιστική κωμωδία, που κλέβει λίγο και στοιχεία από αστυνομική ταινία με έναν παντελώς βέβαια, δικό της τρόπο, και φτάνει να καυτηριάσει τους διαπλεκόμενους δημοσιογράφους, τοπικούς άρχοντες και την εκκλησία.

Η σκηνοθέτιδα τους υποβάλλει σε εξονυχιστική ανάκριση με ύφος ολίγον από… αστυνόμο Σαΐνι-είπαμε, για κωμωδία μιλάμε. Και οι τρεις ύποπτοι είναι αναξιόπιστοι, σίγουρα εκκεντρικοί αλλά κρύβουν ο καθένας και μια πικρή ιστορία, και εδώ πρέπει να βάλουμε άνω τελεία για να μην κάνουμε σπόιλερ.

Σε γενικές γραμμές, από αυτή την πραγματικά αλλόκοτη ταινία που ξαφνιάζει με τον σουρεαλισμό της, περνούν -έστω και ξυστά – θέματα όπως η μοναξιά των ηλικιωμένων, τα τραύματα της παιδικής ηλικίας και οι ψυχικές ασθένειες, ακόμα και τα έμφυλα στερεότυπα. Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι ειδικά το τελευταίο στοιχείο τις περισσότερες φορές δεν δένει με την υπόθεση, με εξαίρεση μια από τις τρεις ιστορίες των ύποπτων ηλικιωμένων.
Η «Σφαγή των ΚΑΠΗ του Β’ Αλίμου» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα πρότζεκτ σε ανάπτυξη που θέλει δουλειά για να γίνει μια ολοκληρωμένη ταινία. Ακόμα και τα αστεία μοιάζουν καμιά φορά σαν να μην έχουν κατεύθυνση – ακόμα κι έτσι όμως γελάς. Μέσα στην ατεχνία της, τον γνήσιο αυθορμητισμό και ένα παρείστικο κλίμα που δούλεψε με μεράκι και καλές προθέσεις, η ταινία αποδεικνύεται έξυπνη και απολαυστική. Έχει και μια αυθάδεια, καθώς μοιάζει να αψηφά κινηματογραφικούς κανόνες και κώδικες- κι αυτό καταλήγει υπέρ της. Φεύγεις από το σινεμά με χαμόγελο, επειδή πέρασες καλά με κάτι απολύτως φρέσκο και αυθεντικό. Ταυτόχρονα όμως μένει και μια πίκρα, καθώς η ταινία σου υπενθυμίζει, την μοναξιά των ηλικιωμένων. Την προτείνω για μια βόλτα σε θερινό σινεμά χωρίς δεύτερη σκέψη.
Σκεφτόμουν πάντως, φεύγοντας, ότι η τρίτη ηλικία παραμένει σχεδόν απούσα από το ελληνικό σινεμά. Κρίμα.