

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι Matmos, δηλαδή οι Drew Daniel και M.C. Schmidt, έχουν χτίσει μια από τις πιο ξεχωριστές και επιδραστικές πορείες στην ηλεκτρονική μουσική, μετατρέποντας καθημερινά αντικείμενα, φυσικούς ήχους και απίθανες ηχητικές πηγές σε συνθέσεις που ισορροπούν ανάμεσα στην avant-garde, την ποπ ευαισθησία και την καλλιτεχνική έρευνα. Μουσική που ακούγεται ταυτόχρονα παράξενη, παιχνιδιάρικη και απρόσμενα ανθρώπινη.
Συνεργάστηκαν με τη Björk, το Kronos Quartet, τον Terry Riley και την Anohni, αλλά εξακολουθούν να λειτουργούν με την ίδια περιέργεια που τους οδήγησε εξαρχής στο να εξερευνούν τον κόσμο σαν να είναι ένα ατελείωτο εργαστήριο ήχου.
Το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, το εξαιρετικό Metallic Life Review, είναι χτισμένο αποκλειστικά από μεταλλικούς ήχους. Χαλκός, ατσάλι, αλουμίνιο και κάθε πιθανή μεταλλική επιφάνεια μεταμορφώνονται σε ένα πολυεπίπεδο ηχητικό τοπίο που αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι οι περιορισμοί συχνά γεννούν τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες. Παρά τη φήμη τους ως πρωτοπόροι του sampling και της ηχητικής πειραματικής μουσικής, οι ίδιοι αντιμετωπίζουν τη δημιουργία με αξιοθαύμαστη απλότητα.
Λίγο πριν επιστρέψουν στο ΠΛΥΦΑ στην Αθήνα, την Κυριακή 28 Ιουνίου, για μια σπάνια εμφάνιση στο πλαίσιο των Scenius Series, κάναμε μία κουβέντα με τον Drew Daniel, που απλώς επιβεβαιώνει ότι οι Matmos παραμένουν ακριβώς αυτό που ήταν πάντα. Δύο άνθρωποι που εξακολουθούν να αναζητούν νέους τρόπους ακρόασης και να μας υπενθυμίζουν ότι η μουσική μπορεί να κρύβεται παντού. Από ένα κομμάτι μέταλλο, μέχρι έναν θόρυβο δρόμου ή μια ιδέα που αρχικά μοιάζει εντελώς παράλογη.
Μιλήσαμε για την αποτυχημένη προσπάθεια να σύρουν ένα πιάνο πίσω από ένα φορτηγό στην έρημο, για το γιατί οι “τέλειοι” ψηφιακοί ήχοι δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την άμεση επαφή με τα αντικείμενα και για τη σημασία του χιούμορ σε μια εποχή που η τέχνη συχνά παίρνει τον εαυτό της υπερβολικά σοβαρά.

Photo: Obie Feldi
Έχετε περάσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετατρέποντας καθημερινά αντικείμενα σε μουσική. Υπήρξε ποτέ κάποια πηγή ήχου που να σας νίκησε ολοκληρωτικά ή να αρνήθηκε να γίνει κομμάτι των Matmos;
Ξοδέψαμε πολύ χρόνο, χρήμα και προσπάθεια για να στήσουμε μια κατάσταση στην έρημο, όπου σέρναμε ένα πιάνο πίσω από ένα φορτηγό. Το πιάνο είχε βιντεοκάμερες και μικρόφωνα στο εσωτερικό του, το πεντάλ του σιγαστήρα ήταν δεμένο κάτω και ελπίζαμε ότι θα αντηχούσε και κατά κάποιο τρόπο θα «τραγουδούσε» πριν διαλυθεί. Αντίθετα, πήραμε περίπου δέκα λεπτά πλάνων με έναν ήχο που έμοιαζε με σκεπαστή άμαξα και μετά διαλύθηκε εντελώς. Δεν το μετατρέψαμε ποτέ σε άλμπουμ, παρ’ όλο που το να σέρνεις ένα πιάνο πίσω από ένα φορτηγό στην έρημο φαινόταν ωραίο ως concept.
Η δουλειά σας συχνά μοιάζει με μίξη επιστημονικού πειράματος, conceptual art και ποπ μουσικής. Πώς καταλαβαίνετε πότε μια ιδέα είναι αρκετά έξυπνη ώστε να έχει ενδιαφέρον, αλλά όχι τόσο έξυπνη που να επισκιάζει την ίδια τη μουσική;
Το να φτιάξεις ένα άλμπουμ απαιτεί να κάθεσαι πάνω από συγκεκριμένους ήχους για μήνες, μερικές φορές ακόμα και για χρόνια. Αυτή η διαδικασία λοιπόν σου δίνει αρκετό χρόνο για να αμφισβητήσεις πραγματικά αυτό που κάνεις, να ενεργοποιήσεις έναν ανιχνευτή μαλακίας και να βεβαιωθείς ότι δεν επαναπαύεσαι απλώς σε μια επιφανειακή ιδέα. Υπάρχει μια παλιά παροιμία που λέει «Ο χρόνος δοκιμάζει την αλήθεια» (Time Tryeth Truth) και νομίζω ότι αυτό ισχύει εδώ.
Το Metallic Life Review είναι χτισμένο εξ ολοκλήρου από μεταλλικούς ήχους. Το να περιοριστείτε σε ένα μόνο υλικό σάς φάνηκε απελευθερωτικό ή εκνευριστικό, και τι σας εξέπληξε περισσότερο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας;
Φάνηκε να προκύπτει πολύ οργανικά μέσα από την επαφή με μεμονωμένα αντικείμενα, τα οποία γίνονταν μικρά νησιά ήχων που είχαν συγγένεια μεταξύ τους. Στη συνέχεια, όλα έδειξαν να διαχωρίζονται ανάμεσα στο σύμπλεγμα της Πρώτης Πλευράς, που αποτελείται κυρίως από «κομμάτια», και την εκτενή, ενιαία δήλωση της Δεύτερης Πλευράς. Στεναχωρήθηκα που δεν χρησιμοποιήσαμε τους ήχους των παραδοσιακών steel drums από το Τρινιντάντ, που έπαιξε για εμάς ο Josh από τους So Percussion, αλλά δεν υπήρχε τρόπος να τους ενσωματώσουμε με επιτυχία. Είναι σπουδαίος παίκτης και ελπίζουμε κάποια μέρα να κάνουμε κάτι με αυτόν τον ηχητικό κόσμο της calypso και της μουσικής των steel drums.

Πολλοί καλλιτέχνες σήμερα έχουν πρόσβαση σε αμέτρητα presets λογισμικού και ήχους που παράγονται από AI. Γιατί εξακολουθείτε να θεωρείτε σημαντικό να ξεκινάτε με φυσικά υλικά και ηχογραφήσεις του πραγματικού κόσμου;
Είναι θέμα του τι συμβαίνει στις άκρες των δαχτύλων σου σε μια ζωντανή, πραγματική επαφή με κάτι. Σίγουρα, ένας πιο “επαγγελματίας” μηχανικός ήχου θα μπορούσε να δημιουργήσει τον τέλειο ήχο κρούσης ενός τραβήγματος ή ενός χτυπήματος, αλλά δεν θα κάνει τις επιλογές που κάνουμε εμείς εκείνη τη στιγμή με αυτά τα αντικείμενα. Δεν υπάρχει συντόμευση ή εναλλακτική λύση που να είναι τόσο διασκεδαστική όσο το να το κάνεις μόνος σου. Είναι μια μικρή τραγωδία το γεγονός ότι οι νεότεροι μουσικοί έχουν ένα εκατομμύριο “τέλεια” αρχεία ήχου στα χέρια τους, επειδή θα χάσουν την ευχαρίστηση του να κάνεις αυτά τα πράγματα ο ίδιος.
Υπάρχει συχνά μια αίσθηση χιούμορ που διατρέχει τους δίσκους των Matmos, ακόμη και όταν οι ιδέες είναι άκρως διανοητικές. Βλέπετε το χιούμορ ως δημιουργικό εργαλείο, ως μια μορφή αντίστασης ή απλώς ως μέρος του τρόπου με τον οποίο βιώνετε τον κόσμο;
Νομίζω ότι προκύπτει από την τριβή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που είναι διαφορετικοί μεταξύ τους. Μόνος μου μπορώ να φτιάξω μουσική που φαινομενικά στερείται αυτής της διάστασης, μερικές φορές, οπότε ίσως φταίει ο M.C. Schmidt. Διδάσκω τραγωδία (Σαίξπηρ, Ευριπίδη) αρκετά συχνά και νομίζω ότι μια πλευρά μου ελκύεται από αυτό. Ο M.C. Schmidt δεν ελκύεται. Αν επρόκειτο να τον ψυχαναλύσω, θα έλεγα ότι επειδή η μητέρα του πέθανε ξαφνικά όταν ήταν έφηβος, βίωσε τη θλίψη και την απώλεια νωρίς στη ζωή του και αυτό τον έκανε να ενδιαφέρεται λιγότερο για τη δημιουργία τέχνης που προσπαθεί κατά κάποιο τρόπο να προσομοιώσει αυτά τα συναισθήματα. Το χιούμορ δεν πρέπει να εκβιάζεται γιατί φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα, αλλά όταν καταφέρνει να μπει από το πλάι είναι εκπληκτικό.
Έχετε συνεργαστεί με καλλιτέχνες τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όπως η Björk, οι Kronos Quartet, ο Terry Riley και η Anohni. Ποιο είναι το πιο πολύτιμο μάθημα που έχετε πάρει δουλεύοντας με ανθρώπους των οποίων οι καλλιτεχνικές γλώσσες είναι τόσο διαφορετικές από τη δική σας;
Να μην περιορίζουμε τους εαυτούς μας και να μην υποθέτουμε ότι κάτι είναι αδύνατο. Έχουν περάσει δεκαετίες και μόλις τώρα προσπαθώ να κάνω μερικά από τα πράγματα που έβλεπα να κάνει η Björk τότε που ήμασταν μέλη της ομάδας της και δουλεύαμε για το Vespertine (για μένα, αυτό σημαίνει ότι τώρα δουλεύω με έγχορδα, άρπες και τμήματα πνευστών για να δημιουργήσω έναν πιο ορχηστρικό δίσκο ως The Soft Pink Truth). Έτσι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι αποτελούν πρότυπο για έναν συγκεκριμένο συνδυασμό πίστης, θάρρους και δέσμευσης στην έκφραση, που αποτελεί σημείο αναφοράς. Είμαστε πολύ τυχεροί που είχαμε την ευκαιρία να μοιραστούμε τη σκηνή μαζί τους.

Photo: Obie Feldi
Η μουσική σας ανταμείβει την προσεκτική ακρόαση, αλλά μπορεί επίσης να κάνει τον κόσμο να χορέψει. Σκέφτεστε συνειδητά το σώμα όταν κατασκευάζετε αυτούς τους περίπλοκους ηχητικούς κόσμους;
Βρισκόμαστε μέσα σε σώματα και ελπίζουμε / υποθέτουμε ότι και οι ακροατές μας έχουν σώματα. Αγαπάμε τον φωτεινό, κοφτερό ήχο στις υψηλές συχνότητες, τα πρίμα, αλλά πρέπει να προσέχουμε την κόπωση των αυτιών και το να μην χτυπάμε κάποιες υψηλές συχνότητες πολύ δυνατά, ειδικά σε περιβάλλον συναυλίας. Η αίσθηση των χαμηλών συχνοτήτων του sub-bass είναι επίσης κάτι που απολαμβάνω ιδιαίτερα. Αυτό δεν είναι εννοιολογικό, είναι σωματικό και άμεσο μέσα στη μουσική.
Η ιδέα του Brian Eno για το «Scenius», το συλλογικό ευφυές πνεύμα μιας σκηνής, βρίσκεται στην καρδιά αυτής της σειράς εμφανίσεων. Κοιτάζοντας πίσω στην καριέρα σας, ποιες σκηνές, κοινότητες ή δημιουργικά οικοσυστήματα ήταν τα πιο σημαντικά στη διαμόρφωση των Matmos;
Για μένα, η punk και hardcore σκηνή του Λούισβιλ στο Κεντάκι, η glitchy σκηνή της computer music στο Σαν Φρανσίσκο και η DIY noise σκηνή της Βαλτιμόρης υπήρξαν τρία απίστευτα εμπνευσμένα οικοσυστήματα υποστήριξης, φιλίας, βοήθειας και θέσπισης προτύπων για τον εαυτό σου. Δεν θα έκανα ποτέ αυτό που κάνω χωρίς αυτές τις σκηνές ως μοντέλα εργασίας και ζωής.
Μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια συνεχούς επανευρέσεως των μεθόδων σας, τι σας ενθουσιάζει ακόμα στη δημιουργία μουσικής και τι είδους ήχοι ή ιδέες σάς ελκύουν προς το μέλλον;
Αγαπώ τόσους πολλούς νεότερους μουσικούς που δημιουργούν περίεργες, συγκλονιστικές φόρμες και σχήματα αυτή τη στιγμή, οπότε δεν νιώθω ότι μένω στο παρελθόν. Μερικοί νέοι καλλιτέχνες που μου αρέσουν περιλαμβάνουν τους 6amsunset, Mukqs, AshtreJinkins, Bergsonist, Trichomoniasis και K Wata. Μου αρέσει επίσης να βλέπω να εμφανίζονται νέα εργαλεία που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να παράγουμε ήχο. Για παράδειγμα, το λογισμικό «Atelier» του INA/GRM είναι απίστευτο και πραγματικά καινοτόμο σε κάποια από τα πράγματα που μπορεί να κάνει.
Ποιες είναι οι προσδοκίες σας από το αθηναϊκό κοινό και το γεγονός ότι παίζετε σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο όπως το ΠΛΥΦΑ προσθέτει κάτι ξεχωριστό σε μια παράσταση χτισμένη από μεταλλικούς ήχους;
Νομίζω ότι είχαμε παίξει στην Αθήνα στο φεστιβάλ Bios πριν από πολλές δεκαετίες, αλλά έχει περάσει πάρα πάρα πάρα πολύς καιρός. Είμαστε ενθουσιασμένοι και έχουμε άγχος για την επιστροφή μας. Είναι τιμή μας να μοιραζόμαστε το line-up με τον Jay Glass Dubs.