

Με ανοιχτή πάντοτε την πιθανότητα των πρόωρων εκλογών, παρά τις διαψεύσεις και τις διαβεβαιώσεις, η συζήτηση για τον περίφημο «καναπέ» ανάβει και πάλι. Ποιοι κάθονται, λοιπόν, στον καναπέ της «γκρίζας ζώνης»; Ποιοι γυρίζουν την πλάτη στην εκλογική διαδικασία, ποιοι σνομπάρουν τα κόμματα, ποιοι νιώθουν ότι όσα συνθέτουν τις πολιτικές ατζέντες δεν τους αφορούν; Και, ταυτόχρονα, ποια κόμματα ευελπιστούν ότι μπορούν να επαναφέρουν στο παιχνίδι της κάλπης τους ανέστιους της πολιτικής, πώς μπορούν να αναθερμάνουν το ενδιαφέρον τους, πώς σκέφτονται να βάλουν τέλος στην παρατεταμένη αποχή τους;
Εισαγωγικά και για να μην πατήσουμε την μπανανόφλουδα των γενικεύσεων, ο λαός του «καναπέ» δεν είναι ένας, ενιαίος και αδιαίρετος, ούτε βολεύτηκε στα μαξιλάρια και αρνείται να πάει στο παραβάν για τους ίδιους λόγους. Στην «γκρίζα ζώνη» της αποχής συνωθούνται υπερδεξιοί που δεν καλύπτονται από τα υπάρχοντα σχήματα και αναπολούν χρυσαυγίτικα μεγαλεία, συντηρητικοί που νιώθουν ότι η ΝΔ δεν είναι πια το σπίτι τους και σκανδαλίζονται από την παρουσία τόσων τέως Πασόκων στο υπουργικό συμβούλιο, αριστεροί που απογοητεύθηκαν από τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και συρρέουν στη δεξαμενή των αναποφάσιστων και παραδοσιακοί αρνητές των εκλογών.
Όλοι αυτοί και κυρίως ένα μεγάλο τμήμα της νέας γενιάς που αντιμετωπίζει απαξιωτικά τα αφηγήματα των πολιτικών και θυμώνει με το βιοτικό επίπεδο που της έχουν επιβάλλει – οι 30ρηδες και οι 35ρηδες που μένουν ακόμη στο παιδικό δωμάτιο και ξεμένουν από τις 20 του μήνα – σχηματίζουν τον λαό της αποχής, που στις ευρωεκλογές του 2024 σκαρφάλωσε στο απίστευτο 59,5%, ενώ είχε προηγηθεί ένα επίσης ηχηρό 47% στις εθνικές κάλπες της 25ης Ιουνίου του 2023.
Έχει καμιά τύχη η πολιτική να προσεγγίσει αυτόν τον κόσμο; Ένα μεγάλο τμήμα της «γκρίζας ζώνης», αυτό που συγκροτούν οι νέοι άνθρωποι, δύσκολα θα συμμεριστεί τις υποσχέσεις για μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη ζωή. Θα μείνει απέναντι, χωρίς αυταπάτες, περιμένοντας εκείνη τη στιγμή που τα «λόγια» θα αποκτήσουν βάρος και το πολιτικό προσωπικό φερεγγυότητα.
Παρ’ όλα αυτά, η αναμέτρηση των επόμενων εκλογών ίσως κριθεί σε σημαντικό βαθμό από τη δυνατότητα ή την αδυναμία των πολιτικών δυνάμεων να επαναφέρουν στην εκλογική διαδικασία κοινά που έχουν αδρανοποιηθεί, μεγαλώνοντας έτσι τη σφαίρα της συμμετοχής. Στα εκλογικά επιτελεία των κομμάτων ο κωδικός «αποχή» θεωρείται κρίσιμος και τα σενάρια αύξησης της εκλογικής επιρροής είναι δεμένα μαζί του.
Στη Νέα Δημοκρατία ποντάρουν στον επαναπατρισμό των κοινών που ναι μεν έχουν πάρει αποστάσεις από το κόμμα και απείχαν από την κάλπη, αλλά φοβούνται την αστάθεια και τρέμουν την αβεβαιότητα, θεωρώντας ότι αυτή θα πλήξει το όποιο οικονομικό στάτους έχουν κατακτήσει.
Στην ΕΛΑΣ ελπίζουν ότι, αν ο Τσίπρας διατηρήσει ένα ευρύ δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι του Ανδρουλάκη, θα ενεργοποιήσει τα αντιδεξιά αντανακλαστικά και θα κινητοποιήσει τους αδρανοποιημένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ με το αφήγημα μιας ορατής πολιτικής αλλαγής.
Η «Ελπίδα» της Μαρίας Καρυστιανού επενδύει στο συναίσθημα και την οργή, ελπίζοντας ότι η κρίση των θεσμών θα φουσκώσει την αντισυστημική ψήφο. Και ο Σαμαράς, εφόσον μπει στο παιχνίδι, πιστεύει ότι θα βρει δίαυλο επικοινωνίας με τους νεοδημοκράτες που δεν πήγαν στην κάλπη του 2024, αρνούμενοι να συνυπογράψουν με την ψήφο τους το Σύμφωνο για τα ομόφυλα ζευγάρια και τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών.
Υπό αυτήν την έννοια, η μάχη της επόμενης εκλογής ίσως αποδειχθεί μάχη της συμμετοχής, ώστε τα σιωπηλά ακροατήρια που καταφεύγουν στην αποχή να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους. Ένα μέρος τους αν αποφασίσει να μετακινηθεί από τη «γκρίζα ζώνη» στη ζώνη της κάλπης μπορεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς και να κλονίσει ισορροπίες που σήμερα μοιάζουν παγιωμένες.