Το πικραμένο ανέστιο πλήθος βρήκε τον μωυσή του. Τις τελευταίες μέρες χιλιάδες στηθοσφιγμένα like και δακρυσμένα share μετέλαβαν το μακέτο του μελλοντικού γηπέδου της ΑΕΚ. Το υποκατάστημα της αγιασοφιάς (όποιος αναρωτιόταν για το πόσος ανέξοδος αλυτρωτισμός και πόση εθνοταλιμπανική κακομοιριά χωράει σε ένα όνομα γηπέδου, παίρνει απάντηση κομπλέ) θα ανοίξει τις πορφυρές του πύλες το 2016, ευλογώντας τα κιτρινόμαυρα πλήθη με δωρεάν πρόσφορο και τερέν από φώσφορο. Τα ρεπορτάζ ήδη ξηλώνουν το νήμα των υπόγειων στοών που συνδέουν τον γαλαντόμο οπάπ, την εταιρεία που μαστόρεψε το βυζαντινολάγνο μακέτο και τις περίεργες χορηγίες – άπαντα υπό το όνομα του ευεργέτη κυρίου Μελισσανίδη (στο www.pressproject.gr ακόμα και οι τυφλοί θα δουν το φως της ρεπορταζιακής αλήθειας). Eντάξει, πέρα απο την ψυχική εξάντληση και το ιδεολογικό δράμα του να είσαι αεκτζής τη σήμερον ημέρα, κάτι τέτοιες καραμπινάτες λαοπλανιές μπορούν να οδηγήσουν στην “οριστική λύση”: εγχείρηση αλλαγής οπαδικού φύλου. Γιατί ναι ρε γατάκι, τίγρη. Είναι αλλιώς να είσαι ΑΕΚ.

gipedo2-e1366994945573

Κατηγορώ (o κύριος Ζολά λείπει σε ταξίδι για δουλειές)

“Ο υπουργός που όλοι τον έλεγαν Ακη και πολλοί ήξεραν ή υποψιάζονταν πως κάτι γίνεται στα σκοτεινά. Ποιοι; Οι σύντροφοι. Ο ξάδελφος. Ο κουμπάρος. Η λομπίστρια, η κυρία επί των δημοσίων σχέσεων. Οι πειθήνιοι αρχηγοί. Οι παλιοί του ΠΑΚ. Η παρέα του Μονάχου. Ο μπατζανάκης, ο κουνιάδος, η συμπεθέρα, η πρώην. Το Καστρί. Οι δικηγόροι. Οι θεματοφύλακες των off shore. Οι προμηθευτές. Οι συνδικαλιστές. Οι δημοσιογράφοι. Οι επιτελάρχες. Το ΕΠΥΕΘΑ. Οι άνθρωποι του Ακη στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Οι εκδότες-έμποροι. Θέλετε κι άλλους;”

Η Αριστέα Μπουγάτσου, αείμνηστη ρεπόρτερ με κοχόνες, τα είχε γράψει τσεκουράτα προ διετίας στην θεοσχωρέστη Ελευθεροτυπία. Φυσικά ο ωραίος Μπρούμελ του πασοκοθίασου θα έπρεπε να είναι υπόλογος δεκαετίες πριν, διότι μας γλέντησε μπροστά στα αθώα παιδικά ματάκια μας, υπό την ανοχή μιας σαλιαρίζουσας κοινωνίας που υποσυνείδητα ήθελε να είναι στη θέση του (θέα στην ακρόπολη, δωρεάν πάρκινγκ, αυτόνομη θέρμανση). Τα ερπετά που τον πλαισίωσαν παραμένουν διασκορπισμένα στη δημόσια ζωή και απολαμβάνουν τους “κόπους” τους πάνω στο αποδιοπομπαίο κουφάρι του γερασμένου μπουλντόγκ. Και φυσικά δεν είναι μόνο αυτά τα βότσαλα στη λίμνη. Πολεοδομίες, εφορίες, νοσοκομεία, προμηθευτές, φαρμακέμπορες, συνδικαλιστές, στρατιωτικοί, χιλιάδες παραμάγαζα κάτω από τον ιστό της κρατικής μηχανής, χιλιάδες ανώνυμοι απατεώνες, “άγνωστοι”, ευγενείς προσωπικότητες, συμπαθέστατα άτομα, φίλοι, συγγενείς μας, άπαντες υπεράνω υποψίας. Θα είχε απίστευτο ενδιαφέρον (και ουσία) η ερώτηση “πόθεν έσχες, φίλε;” προτού ξεκινήσεις κουβέντα με μνημονιακούς, αγανακτισμένους ή όπως τελοσπάντο αυτοπροσδιορίζονται τώρα οι πασιγνώστες γκουρού του μέλλοντος (μας). Η συντριπτική πλειοψηφία των στοχαπήδων έχει ωφελιμιστική σχέση με το “σύστημα” που κατακρίνει – και είτε την αγνοεί (δύσκολο), είτε την αποκρύπτει (σύνηθες). Δίκαια ο λίθος βαλέτω τον Άκη, δίκαιη η καταδίκη αλλά δίκαιο και το κοτρώνι στον οπορτουνιστή της διπλανής πόρτας.

Ο σύντροφος Τζουλιάνο δεν ζει πια εδώ 

Πριν λίγες μέρες, σε κάποια λεωφόρο της Ρώμης, σκοτώθηκε σε τροχαίο ο Τζουλιάνο Τζεμα (Μοντγκόμερι Γουντ). Ηταν πρωταγωνιστής σε μια σειρά σπαγγέτι γουέστερν, τη δεκαετία του ’60, συνήθως μεταγλωττισμένα με ο,τι συνεπάγεται αυτό. Ηταν ο Παύλος Φύσσας της παιδικής μου ηλικίας, ο καμπόης που ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω, η ηρωική αφίσα στο wall του μυαλού μου. Χαθήκαμε τελευταία, τον πετύχαινα σε κάτι παράξενες νύχτες της πρωτοπασοκικής ΕΡΤ (πάει κι αυτό το κορίτσι) – ξαναβρέθηκαμε τώρα για αποχαιρετισμό. Τι συμπτώσεις ειναι αυτές με την επικαιρότητα, δεν ξέρω. Εδώ η πιστόλα του τραγουδάει σε μορικονικό τέμπο. Γεια σου Ρίνγκο.

http://youtu.be/4KZ219ZgLsU

Το στοιχειό της εβδομάδας 

“Λέγεται ότι στις ελληνικές ταινίες με συμμορίες μοτοσυκλετιστών που γυρίστηκαν κατά την περίοδον 1981-86, στις ομαδικές σκηνές φαίνεται πάντοτες κάπου στο βάθος ένας με φουντωτό μαλλί και κόκκινο πουλόβερ, όπου λέει αυτός ήτον ένας stuntman της εποχής εκείνης κι ηύρε τραγικόν θάνατον κατά τα γυρίσματα του έργου Οι Δαίμονες της Ασφάλτου, κι από τότες εμφανίζονταν αδιαλείπτως σε όλες τις παραγωγές του είδους, αλλά κανείς δεν τον έβλεπε, παρά μονάχα αποτυπώνονταν η μορφή του στο φιλμ, μέχρις που το όλο genre γνώρισε παρακμή, κι επιπλέον τα γύριζαν σε βίντεο, και δεν μπορούσε να εγγραφεί η παρουσία του, αλλ’ αυτός μπορεί και να’ ταν εκεί, που ξέρεις;”

Νίκος Σταμπάκης, Η Νύχτα των Αποκρίσεων (εκδ. Φαρφουλάς, 2009)