

Δεν πάει καιρός που το Υπουργείο Τουρισμού παρουσίασε το πρόγραμμα προβολής της Ορεινής Ελλάδας και την εκστρατεία επικοινωνίας «Ορεινή Ελλάδα. Σε Πάει Ψηλά. Όλο τον Χρόνο». . Απρίλιος του τρέχοντος έτους ήταν, και τα Δελτία Τύπου και οι προσκλήσεις είχαν απ’ όλα: χωριάτικες πίτες σερβιρισμένες από κυρίες με κατακόκκινα μάγουλα, βουνοκορφές να λαχταράς να τις κατακτήσεις, βαρκάδες σε λίμνες που ούτε τα βότσαλα δεν τάραζαν τα νερά τους, κορίτσια με παραδοσιακές στολές…
Θα μπορούσε να είναι αυτό το καλοκαίρι μου;
Φαίνεται πως ναι, αν είναι πιασμένες όλες οι παραλίες από άλλους Ευρωπαίους, που δικαιώνουν την ελληνική παροιμία: Με τον παρά τους και την κυρά τους. Τι θέλω να πω; Πιάσε χαρτί και μολύβι και θα καταλάβεις.
«Ενάμιση μήνα έχουμε, άντε δύο για να ζήσουμε τους υπόλοιπους», μου έλεγε πέρυσι ο Μιλτιάδης, στρώνοντας κάθιδρος το τραπέζι μας κάτω από το φως του φεγγαριού. Είμαστε σε μια ακτή στο ανατολικό Αιγαίο, στο νησί μας. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε τόπος βρέχεται γύρω-γύρω από θάλασσα. Με ή χωρίς βουκαμβίλιες και εκκλησιές ρομαντικές στα δαρμένα από τα κύματα βράχια. Με κυκλαδίτικες χώρες ή κάστρα ιπποτών με κρητικές μαντινάδες ή μπάλους. Εκεί που όλοι αγαπάμε να περνάμε τα καλοκαίρια μας, που όσο πάνε γίνονται και πιο κοστοβόρα γιατί σου έλεγαν ότι θα ζήσουμε πλουσιοπάροχα από τον τουρισμό. Και κάτι καχύποπτοι σαν τον πατέρα μου απαντούσαν: «θα γίνουμε γκαρσόνια των άλλων». Αλλά αυτά είναι παλιοί διχασμοί. Ο νέος διχασμός θα είναι: βουνό ή θάλασσα; Και θα έχει και ταξικό υπόβαθρο. Θα βλέπεις τη θάλασσα με το κιάλι αν βγαίνεις όπως η πλειοψηφία των ημεδαπών, γδαρμένος από τον χειμώνα: ενοίκια, πετρέλαια ή ρεύμα για να ζεσταθεί το κοκαλάκι σου, λογαριασμοί και σούπερ-μάρκετ, κι αν έχεις και παιδιά, φροντιστήρια και καθηγητάδες για να μπει το παιδί σε καμιά σχολή της προκοπής…
Ο Γιόχαν στο μεταξύ αγόρασε το καινούργιο του μαγιό και περιμένει το τέλος Ιουλίου να μπει στο αεροπλάνο για να απογειωθεί από τη Γερμανία και να προσγειωθεί στη χώρα των ονείρων του, όπου… ποιος ξέρει, μπορεί και να βρει και κανένα σπίτι… Ο Όλαφ και η Κλαούντια, οι κολλητοί του, έχουν πλέον το σπίτι τους στην Τήνο και ο γιος τους τώρα αγοράζει ένα μικρό αγροτόσπιτο στην Ικαρία. Γιατί όχι κι αυτός; Αλλά κι αν δεν βρει στέγη μόνιμη για να λιάζεται εκείνα τα χρόνια μετά τη σύνταξη, καημό δε βάζει. Μια χαρά του φτάνει ο μισθός του για να πάρει το αεροπλάνο και το καράβι, να νοικιάσει αυτοκίνητο για τον γύρο της Νάξου, να χορτάσει με αγριοκάτσικο ξεχνώντας τις οικολογικές του ανησυχίες, να χορέψει ατσούμπαλα –όπως μόνο αυτός ξέρει– στα πανηγύρια. Κορόιδο Γιόχαν. Όσο εσύ θα κολυμπάς στα κρύα νερά του Αιγαίου και θα λιάζεσαι, εμείς θα δροσιζόμαστε στα βουνά. Υπάρχει τίποτα καλύτερο;
Η αλήθεια είναι ότι η καμπάνια για τα όρη και τα βουνά διευρύνει την τουριστική περίοδο, όχι μόνο για να μην επιστρέψεις το φθινόπωρο με μνησικακία και πας να ψηφίσεις φορώντας το T-shirt με το «ΑΣΤΑΔΙΑΛΑ», σύνθημα που έλεγες από μέσα σου όταν έκλεινες το ακτοπλοϊκό ή πλήρωνες τον λογαριασμό στην ταβέρνα. Όταν διαφημίζεις τα ελληνικά βουνά –που είναι πράγματι στολίδια–, ενισχύεις τις τοπικές κοινωνίες, οι οποίες φυλλοροούν δημοσκοπικά. Και ξέρεις ότι η ελεύθερη οικονομία θα δουλέψει, κι εκείνοι που και ξέρουν και έχουν θα επενδύσουν και στα βουνά, και σε λίγα χρόνια και τα βουνά θα έχουν το απλησίαστό τους. Αλλά τότε η Αθήνα θα έχει βρει την παλιά της αίγλη και οι ψηφοφόροι θα κάνουμε διακοπές στην πόλη μας κολυμπώντας… ε δεν ξέρω πού γιατί οι μισές ακτές θα είναι ρεζερβέ και οι άλλες επικίνδυνες για κολύμβηση. Μου λείπουν οι διακοπές και γι’ αυτό τα βλέπω όλα μαύρα;
Παραμονές διακοπών στο 30ο δημοτικό σχολείο της Κυψέλης, λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος του ΠΑΣΟΚ, στην κλισέ ερώτηση του δασκάλου για τις επικείμενες διακοπές οι μισοί μαθητές έδειχναν στο σχολικό χάρτη την Αττική: Ζούμπερι και Σούνιο, Καβούρι και Άγιος Ανδρέας. Οι άλλοι μισοί έριχναν ονόματα ορεινών χωριών, που ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Μόνο δύο συμμαθητές σηκώναμε το χέρι για να πούμε τα μέρη τα εξωτικά: Ο Σπύρος με την Πάτμο, που ήταν η τρέλα του καπετάν-Άγγελου, του πατέρα του, κι εγώ με την Ικαρία, τόπο καταγωγής της γιαγιάς μου. Τα στόματα άνοιγαν έκπληκτα όπως κάθε χρόνο. Δε συνηθιζόντουσαν τέτοια ταξίδια. Και τώρα που τα συνηθίσαμε, καιρός να αλλάξουμε ρότα. Το βουνό μας περιμένει. Περίπου αναφέρεται στην ομολογουμένως λαχταριστή παρουσίαση «μέσα από την πολυμορφία εμπειριών που συνδυάζουν φύση, ευεξία, πολιτισμό και γαστρονομία…».
Η ευχή μου; Να μπορούμε να αφήσουμε όπως κι ο Γιόχαν τα βουνά για την άνοιξη, το φθινόπωρο και τον χειμώνα, και τα καλοκαίρια να αποχαιρετούμε τις σκοτούρες της πόλης τραγουδώντας Το καλοκαιράκι. Αλλιώς… Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιόνα. «Το βουνό –όπως λέει και η καμπάνια– δεν είναι τόπος. Είναι ανάσα ζωής». Έστω και με διόδια.

