popaganda_metafrastes

Έξι μεταφραστές, έξι ερωτήσεις για το καθένα τους. Οι άνθρωποι που μεσολαβούν για να φτάσουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό τα γραπτά  αλλόγλωσσων συγγραφέων ανοίγουν τα χαρτιά τους στη PopagandaΗ μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη για το κλασικό έργο The Catcher in the Rye του Salinger τάραξε τα μεταπολιτευτικά λογοτεχνικά νερά αλλά εκείνη δε δίστασε να επιστρέψει το 2014 στο ίδιο κείμενο και να το πιάσει από την αρχή. Η συνεργασία της με τη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή άφησε το δικό της στίγμα και στα θεατρικά δρώμενα της χώρας. Ο Γιάννης Καλιφατίδης είναι κάτοχος του Κρατικού Βραβείου Λογοτεχνικής μετάφρασης 2007 για το βιβλίο του W.G. Sebald Οι ξεριζωμένοι, και του Βραβείου Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ 2010 για το βιβλίο του Georg Heym Ο κλέφτης: Επτά αφηγήματα. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει στα ελληνικά Freud, Schopenhauer και Zweig. Ο Αλέξης Καλοφωλιάς τιμήθηκε με το βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης αγγλόφωνης λογοτεχνίας ΕΙΛΜ το 2012. Μουσικός ο ίδιος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα και με την μετάφραση έργων που έχουν δημιουργηθεί από ή αναφέρονται σε μεγάλα ποπ και ροκ είδωλα της διεθνούς σκηνής (Κίτρινο υποβρύχιο, O δικός μας Τζον Λένον, Graceland, Υπέροχοι απόκληροι).  Η Έφη Γιαννοπούλου μεταφράζει από γαλλικά, ισπανικά και αγγλικά. Για τη μετάφραση του βιβλίου Κονστάνσια και άλλες ιστορίες για παρθένους του Carlos Fuentes τιμήθηκε με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης ισπανόφωνης λογοτεχνίας του ΕΚΕΜΕΛ. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει Lorca, Bolano και Beckett. Ο Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης έχει μεταφράσει δεκάδες έργα Ρώσων πεζογράφων, ποιητών και στοχαστών με πιο πρόσφατο τον Δαίμονα του Lermontov. Στο παρελθόν έχει μεταφράσει την Ερωτική αλληλογραφία του Mayakovsky, το Αντισέξους και άλλα διηγήματα του Platonov, Τα μοιραία αβγά του Bulgakov καθώς και έργα του Dostojevskij. Η Αρχοντή Κόρκα έχει μεταφράσει κατά κύριο λόγο δοκίμια. Η ίδια ξεχωρίζει το Απόλαυση, γραφή, ανάγνωση του Roland Barthes. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Λονδίνο ως project manager στον χώρο της μετάφρασης.

line-630

Φωτο: Πάνος Μιχαήλ

Φωτο: Πάνος Μιχαήλ

Τζένη Μαστοράκη

Ποιο κείμενο, από όσα έχετε μεταφράσει, σας παίδεψε περισσότερο και γιατί; Η πρώτη σελίδα του Catcher, η πρώτη πρώτη φράση, «If you really want to hear about it, the first thing you’ll probably want to know…» μέχρι την τελεία.

Ύστερα από 36 χρόνια επιστρέψατε σε ένα εμβληματικό, για εσάς και όχι μόνο, κείμενο του Ντ. Τζ. Σάλιντζερ. Ποια ανάγκη σας ώθησε στην εκ νέου μετάφραση του; Eίχα ανοιχτούς λογαριασμούς. Όχι με τον Σάλιντζερ. Με τον Χόλντεν Κώλφηλντ. Γιατί οι μεταφράσεις γερνάνε πιο γρήγορα από τα πρωτότυπα. Γιατί η γλώσσα των νέων παλιώνει πιο γρήγορα από τη γλώσσα των μεγάλων (και γιατί, όσο γρήγορα κι αν παλιώνει, ανανεώνεται τρέχοντας, με μια απίστευτη δυναμική). Γιατί και οι μεγάλοι μιλάνε, αναγκαστικά, μια ολοένα και πιο καινούργια γλώσσα. Γιατί αυτό ειδικά το πρωτότυπο δε λέει να γεράσει με τίποτα, κι ας λέει για έναν έφηβο του 1951, ή και του 1941, αν μετρήσω και δυο διηγήματα του Σάλιντζερ, που έγιναν αργότερα κεφάλαια του βιβλίου. Και προπαντός γιατί ο Χόλντεν Κώλφηλντ δεν είναι όποιος κι όποιος: είναι κομμάτι μας, είναι, πώς να το πω, δικός μας άνθρωπος. Για την ιστορία –και υπάρχουν πολλές ιστορίες— την οριστική απόφαση να ξαναμεταφράσω τον Catcher την πήρα το 2008. Η ελληνική έκδοση γινόταν τριάντα χρονών, και μου το θύμισαν τρία πολύ νέα παιδιά (αλφαβητικά: ο Άθως Δημουλάς, ο Ηλίας Κολοκούρης και ο Αλέξανδρος Χαντζής), που μου ζήτησαν μια συνέντευξη για το φοιτητικό Καλειδοσκόπιο. Γνώρισα μόνο τον Αλέξανδρο από κοντά, και τη συνέντευξη την έδωσα. Στο μεταξύ όμως, είχα βάλει μπρος κάτι εξουθενωτικές προσθαφαιρέσεις: οι τρεις του Καλειδοσκοπίου ήταν ακόμη αγέννητοι όταν μετέφραζα τον Φύλακα, κι ο Χόλντεν κιόλας τριαντάρης στα ελληνικά. Πήγα να παρηγορηθώ από τα αμερικάνικα ληξιαρχικά του (ο Χόλντεν είχε γεννηθεί το 1935 σύμφωνα με το βιβλίο, ή το 1925 στα δυο διηγήματα που έλεγα, αν όχι και το 1919, μαζί με τον Σάλιντζερ, μια κι έχει πολλά δικά του στοιχεία, ακόμη και βιογραφικά). Και δεν παρηγορήθηκα. Γιατί στο μεταξύ ήξερα, ή μάλλον ζούσα, μέρα τη μέρα, κάτι άλλο: αν τη δεκαετία του ’70 άκουγα τους μεγαλύτερους και πολύ πιο σοφούς να λένε ότι απέχουμε τουλάχιστον πενήντα χρόνια, όχι μόνο από την αμερικάνικη σλανγκ, αλλά και από το αμερικάνικο γλωσσικό «κουλ» γενικά, η απόσταση αυτή κόντευε πια να μηδενιστεί. Έμεινα λοιπόν στα ελληνικά ληξιαρχικά, γιατί, είπαμε, οι μεταφράσεις γερνάνε γρήγορα, και πήρα την απόφαση: θ’ άρχιζα μια μετάφραση χωρίς προοπτική, χωρίς «τι θα την κάνω ύστερα». Κι όταν και αν την τέλειωνα, θα τη χάριζα κομπιουτερόγραφη σε λίγους φίλους. Ανοίγω μια παρένθεση εδώ: ό,τι κι αν άλλαξε στη νέα μετάφραση, ο Χόλντεν Κώλφηλντ δεν είναι ούτε μπορεί να είναι σημερινό παιδί. Οι όποιοι «εκσυγχρονισμοί» στη γλώσσα του, γεννήθηκαν σχεδόν αυτόματα –κι ας έκανα δυο τρία χρόνια, σβήσε-γράψε-ξανασβήσε, ώσπου να τους δεχτώ— μόλις άρχισε να χαλαρώνει το ελληνικό συντακτικό του, να μη φοβάται τις επαναλήψεις, τα σκοντάματα, ν’ ακούει καθαρότερα τα μικρά «ξεχαρβαλώματα» του πρωτοτύπου, και να τα παρακολουθεί με τρόπους που είχαμε τώρα πια στα ελληνικά. Αφήνω κατά μέρος τους ελάχιστους και παλιωμένους πια ιδιωματισμούς, που οι Αμερικάνοι λένε πως σε λίγο θα χρειάζονται υποσημείωση, και δίνω ένα παράδειγμα απλής «ορολογίας»: απ’ όσο μπορώ να θυμηθώ, το ’78 δεν είχαμε τρόπο να μεταφράσουμε το necking ή, κι αν είχαμε, δεν τον ήξερα, και τα «χαϊδολογήματα», τα «κουτουπώματα» και τα συναφή παραήταν γραφικά, ήταν ξένες λέξεις στο στόμα ενός πιτσιρικά από το Μανχάταν. Στο μεταξύ όμως, τα δικά μας πιτσιρίκια μάς έδιναν το «φάσωμα», που το πρωτάκουσα γύρω στο 1990 από παιδιά του γυμνασίου, και που αρχικά με ξένισε, ύστερα το χώνεψα, και στο τέλος μ’ άρεσε, χωρίς να ξέρω πως κάποτε θα το χρησιμοποιούσα κιόλας. Έχω κι άλλα τέτοια παραδείγματα, αλλά πρέπει να κλείσω την παρένθεση.

Ποιο είναι το μέγιστο χρονικό διάστημα που έχετε διαθέσει για να μεταφράσετε μια λέξη; Ποια είναι αυτή και πώς την αποδώσατε; Μέχρι και πέρσι, θα είχα να πω διάφορα ανέκδοτα. Τώρα πια, το μέγιστο χρονικό διάστημα ανήκει δικαιωματικά στον «πιάστη». Αλλά εδώ υπάρχει μια ιστορία: Όταν έγιναν τα συμβόλαια για την ελληνική έκδοση, βρεθήκαμε, και ο εκδότης, ο Γιώργος Βαμβαλής, και εγώ, μπροστά στους όρους του Σάλιντζερ: όχι άλλο εξώφυλλο, πέρα από το εγκεκριμένο της ξένης έκδοσης (το ασημί ελληνικό, και το παλιό και το καινούργιο, είναι πανομοιότυπα με του Penguin της εποχής), όχι βιογραφικό του συγγραφέα, όχι φωτογραφία, όχι σημειώσεις, και βέβαια ο τίτλος να μεταφραστεί κυριολεκτικά. Έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις για την απόδοση του catcher (πού μπέιζμπολ στην Ελλάδα του ’78;), και καταλήξαμε σ’ έναν μισό «τερματο-φύλακα», σε μια σκέτη «σίκαλη» που δεν είχε μέσα της ούτε μία εικόνα –και σ’ ένα flyer με το βιογραφικό του Σάλιντζερ, χωμένο στο βιβλίο, γιατί κι αυτό είχε κριθεί απαραίτητο για τον (τότε) μέσο αναγνώστη. Ένα τερατάκι έγινε ο τίτλος στα ελληνικά, ποτέ μου δεν τον ξαναείπα, ούτε μέσα μου, μόνο Catcher. Κι όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε και αγαπήθηκε κι έπρεπε ν’ απαντήσω σε ερωτήσεις φίλων, τους έλεγα την ιστορία του συμβολαίου και των όρων του Σάλιντζερ, και συμπλήρωνα: «Πώς να τον λέγαμε δηλαδή; Πιάστη; Παιδοπιάστη; Πώς;» Χρειάστηκα λοιπόν 36 χρόνια για να καταλήξω σ’ αυτή τη λέξη, που την έλεγα τότε στ’ αστεία. Κι ο πιάστης, με τον τρόπο του, τερατάκι είναι, αλλά: τερατάκι βγαλμένο από το μοναδικό όνειρο του Χόλντεν Κώλφηλντ. Και για όσους αναρωτήθηκαν (και ξέρω τουλάχιστον έναν), «και πώς θα κλίνεται η λέξη στον πληθυντικό; οι πάστες-των πιαστών;» μια απάντηση θα ήταν: για την ώρα, υπάρχει μόνο ένας πιάστης. Αν ακολουθήσουν κι άλλοι, και μακάρι ν’ ακολουθήσουν, θα φτιάξουν μόνοι τους και τον πληθυντικό τους και τις πτώσεις του.

Προσεγγίζετε με διαφορετικό τρόπο τη μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου κι ενός φιλοσοφικού; Ποιες είναι οι απαιτήσεις του κάθε είδους; Ευτυχώς, δεν χρειάστηκε να μεταφράσω φιλοσοφία. Η μετάφραση όμως, κάθε μετάφραση, χρειάζεται αποσκευές. Που πάντα θα είναι λειψές, σε σχέση με το πρωτότυπο. Και γι’ αυτό, εκτός απ’ τις αποσκευές, θα χρειαστεί και ψάξιμο πολύ, για να βρεις όσα σου λείπουν, και θα χρειαστούν κι άλλα πολλά, για να ξέρεις πού να ψάξεις και τι να βρεις. Είναι ένα από τα ωραιότερα κομμάτια της δουλειάς, αυτό το ψάξιμο –κι ήταν ωραίο ακόμα και στις προ ίντερνετ εποχές, αν και απελπιστικό τότε.

Πόσο συγγραφέας αισθάνεστε όταν μεταφράζετε; Νομίζω, καθόλου. Έχω μεταφράσει μόνο θέατρο και πεζογραφία, και δεν γράφω ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ποια είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στον κλάδο των μεταφραστών; Εδώ και πολλά χρόνια διάλεξα τις επιμέλειες για να ζω και έχω μια αποκλειστική σχέση με τις εκδόσεις «Γράμματα», άρα είμαι εκτός αγοράς, και δεν έχει νόημα να ξαναπώ με δικά μου λόγια αυτά που ακούω και μαθαίνω από συναδέλφους. Αν θέλετε όμως αρχαίες ιστορίες από πρώτο χέρι, ευχαρίστως:

Πρόλαβα λοιπόν να υπογράψω, στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, κάποια ιδιωτικά συμφωνητικά, που τα θυμάμαι σχεδόν απέξω ακόμα –και που ελπίζω να ’χω φυλαγμένο έστω κι ένα τους, μέσα στα λίγα που φυλάω γενικά. Βάσει αυτών των συμφωνητικών λοιπόν, παραχωρούσαμε στον εκδότη τη μετάφραση «διά τριάκοντα έτη και δι’ απεριόριστον αριθμόν εκδόσεων και αντιτύπων», δηλώναμε ότι θεωρούμε «δικαίαν και εύλογον» την εφάπαξ αμοιβή μας (για τους «καλούς», γύρω στο ’75, 1.600 δραχμές το τυπογραφικό) και παραιτούμαστε «πάσης άλλης διεκδικήσεως ή επεμβάσεως επί της τιμής και της όλης εμφανίσεως του βιβλίου». Για τα θεατρικά, δεν έχω να σας πω τίποτα πια. Αυτό το παιχνίδι τέλειωσε μαζί με τον Λευτέρη Βογιατζή.

Στην επόμενη σελίδα ο Γιάννης Καλιφατίδης, ο Αλέξης Καλοφωλιάς και η Έφη Γιαννοπούλου.