

Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ δεν ήταν μια ξαφνική πολιτική εξέλιξη. Στη Μεγάλη Βρετανία τουλάχιστον. Ήταν η κατάληξη μιας παρατεταμένης φθοράς που αποτυπωνόταν εδώ και μήνες στις δημοσκοπήσεις, στην εσωκομματική αμφισβήτηση και στην αδυναμία της κυβέρνησής του να πείσει ότι διαθέτει σαφή πολιτική κατεύθυνση.
Η πίεση κορυφώθηκε μετά τις εκλογικές απώλειες των Εργατικών, τις διαδοχικές αναδιπλώσεις της κυβέρνησης και τις εσωτερικές συγκρούσεις, με αποτέλεσμα ο ίδιος να οδηγηθεί στην έξοδο πριν ολοκληρώσει τη θητεία του. «Η αλλαγή ξεκινά τώρα», είχε δηλώσει μετά τη νίκη των Εργατικών τον Ιούλιο του 2024. Ωστόσο, η αναμενόμενη αλλαγή δεν ήρθε ποτέ. Οι ψηφοφόροι γύρισαν την πλάτη στο κόμμα, στρεφόμενοι προς το Reform του Νάιτζελ Φάρατζ.
Η περίπτωση Στάρμερ υπενθυμίζει κάτι που συχνά υποτιμάται: όταν η δημοσκοπική φθορά γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό, οι κυβερνήσεις χάνουν σταδιακά την πολιτική τους νομιμοποίηση, ακόμa κι αν εξακολουθούν να διαθέτουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτελούν απλώς εργαλείο μέτρησης της κοινής γνώμης. Διαμορφώνουν κλίμα, επηρεάζουν βουλευτές, ενεργοποιούν εσωκομματικές διεργασίες και πολλές φορές καθορίζουν τις εξελίξεις πολύ πριν στηθούν οι κάλπες.
Το παράδειγμα του Κιρ Στάρμερ το καταδεικνύει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνησή του εξελέγη με τεράστια πλειοψηφία 172 εδρών τον Ιούλιο του 2024, κατέληξε να γίνει ο πρωθυπουργός των Εργατικών με τη μικρότερη διάρκεια θητείας στην ιστορία.
Το φαινόμενο αυτό προφανώς και δεν αφορά μόνο τη Βρετανία. Στην Ελλάδα υπάρχει μάλιστα και η εξής αντίφαση. Τα κόμματα συχνά αμφισβητούν την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων όταν τα ευρήματα δεν τα ευνοούν. Όσο όμως κι αν αμφισβητούνται δημόσια, δύσκολα αγνοούνται στα κομματικά επιτελεία, που τις παρακολουθούν με ευλάβεια και χαράσσουν τη στρατηγική τους με βάση αυτές.
Το ίδιο συμβαίνει σχεδόν παντού. Οι πολιτικοί σχεδιάζουν πλέον με το βλέμμα στην επόμενη μέτρηση κι όχι μόνο στην επόμενη κάλπη. Η επικοινωνία αποκτά μεγαλύτερο βάρος από τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ενώ οι γρήγορες διορθωτικές κινήσεις γίνονται συχνά σημαντικότερες από τις δύσκολες μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν.
Αυτό, όμως, γεννά ένα μεγαλύτερο ερώτημα: όταν οι δημοσκοπήσεις μετατρέπονται από εργαλείο αποτύπωσης σε εργαλείο καθοδήγησης της πολιτικής, ποιος επηρεάζει ποιον; Η κοινή γνώμη διαμορφώνει τις αποφάσεις των πολιτικών ή οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται πλέον με βασικό κριτήριο την επόμενη δημοσκόπηση;
Δημοσκοπήσεις και δελφίνοι
Οι δημοσκοπήσεις δεν δημιουργούν μόνο κρίσεις ηγεσίας. Δημιουργούν και τους επίδοξους διαδόχους. Όσο ο Στάρμερ υποχωρούσε στις μετρήσεις, τόσο ο Άντι Μπέρναμ άρχισε να εμφανίζεται ως η προφανής εναλλακτική λύση για τους Εργατικούς. Η δημόσια συζήτηση μετατοπίστηκε σταδιακά από το αν ο Στάρμερ μπορεί να ανακάμψει στο ποιος θα τον διαδεχθεί.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται συστηματικά και στην Ελλάδα. Στο ΠΑΣΟΚ, κάθε φορά που οι μετρήσεις δείχνουν ότι το κόμμα αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης, αναζωπυρώνεται η συζήτηση γύρω από την ηγεσία του Νίκου Ανδρουλάκη. Το ίδιο συνέβη και με την ανάδειξη του δημάρχου Αθηναίων, Χάρη Δούκα, ως πιθανού εσωκομματικού αντιπάλου. Οι κομματικές κάλπες ωστόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβεβαίωσαν εκ νέου τον Νίκο Ανδρουλάκη. Γιατί δεν είναι οι μετρήσεις που αποφασίζουν ποιος θα ηγηθεί. Είναι όμως εκείνες που δίνουν δυναμική σε μια τέτοια συζήτηση.
Το ίδιο ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία. Παρότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κυριαρχεί στο εσωκομματικό πεδίο, κάθε δημοσκόπηση που μετρά θετικά υπουργούς ή κορυφαία στελέχη τροφοδοτεί αναλύσεις για την «επόμενη μέρα» και τους επίδοξους «δελφίνους». Άλλοτε το ενδιαφέρον στρέφεται στον Νίκο Δένδια, άλλοτε στον Κωστή Χατζηδάκη, άλλοτε στον Κυριάκο Πιερρακάκη.
Και μπορεί οι δημοσκοπήσεις να μην εκλέγουν διαδόχους, αλλά έγιναν μέρος του ίδιου του πολιτικού παιχνιδιού. Γι; αυτό και καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο κομμάτι πλέον της δημόσιας πολιτικής συζήτησης. Επηρεάζουν στρατηγικές, ενισχύουν αφηγήματα, πιέζουν κυβερνήσεις, αποδυναμώνουν αρχηγούς και αναδεικνύουν πρόσωπα πριν καν ανοίξει επισήμως η συζήτηση για τη διαδοχή.
Οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να προκύπτουν από τις κάλπες. Μέχρι όμως να ανοίξουν οι κάλπες, η πολιτική φαίνεται να κινείται με τον ρυθμό των μετρήσεων.
Οι επόμενες δημοσκοπήσεις, παρεμπιπτόντως, θα έρθουν στα μέσα Σεπτεμβρίου. Μέχρι τότε, η κυβέρνηση έχει μπροστά της ένα σπάνιο διάστημα χωρίς τη δημοσκοπική πίεση της εβδομάδας. Θεωρητικά, είναι η ιδανική στιγμή για δουλειά. Πρακτικά, όμως, μεσολαβεί το ελληνικό καλοκαίρι. Και μέσα στον Αύγουστο, ποιος έχει πραγματικά διάθεση για δουλειά;