ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ

Λαϊκή Απογευματινή

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ: O Old Boy, με αφορμή την πολυσυζητημένη αγόρευση της εισαγγελέα στη δίκη Τοπαλούδη, αναρωτιέται αν γινόμαστε «λοιμωξιολόγοι του ποινικής δικονομίας», ενώ ξεδιπλώνεται μια νέα ιδεολογική τομή μεταξύ «υπευθυνότητας και λαϊκισμού».
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
ΣΤΗΛΗ
ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ
Ο Old Boy, μια φορά την εβδομάδα, σας επιστρέφει εκεί που ανήκετε.

Στην υπόθεση Novartis παύλα Παπαγγελόπουλου, εδώ και καιρό -και πλέον και με πρόσφατη ανανέωση περιεχομένου- δίνουν και παίρνουν οι αλληλοκατηγορίες ανάμεσα σε δικαστικούς λειτουργούς, για περίεργη τουλάχιστον συμπεριφορά στον τρόπο που έχουν χειριστεί υποθέσεις. Δηλαδή δεν είναι ότι μέμφονται τρίτοι τους δικαστές και εισαγγελείς μας· μεταξύ τους προσάπτουν ο ένας στον άλλο διάφορα, είτε ευθέως είτε με σαφή υπονοούμενα.

Έχουν δίκιο οι μεν; Έχουν δίκιο οι δε; Οι πολιτικές παρατάξεις έχουν επιλέξει πλευρά, τα ΜΜΕ αυτονόητα επίσης. Αλλά εν προκειμένω ας μην σταθούμε ούτε στον ρόλο του πολιτικού συστήματος της χώρας και στην διαπλοκή του με τη Δικαιοσύνη, ούτε στον ρόλο των μεγάλων μιντιακών συγκροτημάτων. Εν προκειμένω, ας εξετάσουμε λίγο το χώρο της Ανεξάρτητης Δικαιοσύνης, στην οποία όλοι δηλώνουν με κάθε ευκαιρία την εμπιστοσύνη τους. Στην υπόθεση Novartis παύλα Παπαγγελόπουλου, λοιπόν, μπορούμε να πιστέψουμε ότι έχει φερθεί τουλάχιστον περίεργα η μια πλευρά δικαστικών λειτουργών, μπορούμε να πιστέψουμε ότι έχει φερθεί τουλάχιστον περίεργα η άλλη πλευρά δικαστικών λειτουργών, θα μπορούσαμε ενδεχομένως με λίγη μεγαλύτερη καχυποψία να αναρωτηθούμε μήπως και οι δύο πλευρές έχουν φερθεί κάπως περίεργα, αλλά να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει καμία πλευρά που να έχει φερθεί τουλάχιστον περίεργα, να πιστέψουμε δηλαδή ότι πρόκειται για μια μεγάλη αμοιβαία παρεξήγηση μεταξύ δικαστών και εισαγγελέων, σε πείσμα της οποίας όλοι τελικά λειτούργησαν και λειτουργούν υποδειγματικά, είναι σχεδόν αδύνατο να το κάνουμε με τους κανόνες της απλής λογικής. 

Σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η στάση τίνος δικαστικού λειτουργού προκάλεσε σοκ και αποτροπιασμό σε μερίδα της κοινής σοσιαλμιντιακής γνώμης; Η στάση μιας εισαγγελέως, όχι στη διερεύνηση κάποιου μεγάλου οικονομικού και πολιτικού σκανδάλου, όχι σε κάποια υπόθεση συστημικής διαφθοράς, η στάση μιας εισαγγελέως στην δίκη μιας υπόθεσης δολοφονίας και βιασμού μιας νέας κοπέλας. Και τι της καταλογίζεται; Ότι στην τελική της αγόρευση επί της ενοχής ή της αθωότητας των κατηγορουμένων, αναλύοντας το αποδεικτικό υλικό και προτείνοντάς την ενοχή των κατηγορουμένων στην οποία και κατέληξε, μίλησε με πολύ έντονο ύφος, είχε μεγάλη συναισθηματική φόρτιση, υπερέβη ίσως κάποια εσκαμμένα, παραταυτίστηκε με το δράμα του θύματος, κακολόγησε τους κατηγορούμενους, κακολόγησε τους δικηγόρους. Κατακραυγή. Το παράκανε. Αμετροεπής. Θα όφειλε να είναι πιο συγκρατημένη. Ο ρόλος της απαιτεί σοβαρότητα και αυτοπειθαρχία, όχι πριμαντονισμούς.

Για να είμαστε δίκαιοι, εκτός από κατακραυγή, υπήρξε και αποθέωση μεγάλη. Αλλά, σε αντίθεση με την αποθέωση, η κατακραυγή προέρχεται κι από κάποιους που μιλούν από θέση θεσμική, όπως ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και πρόεδρος της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας Δημήτρης Βερβεσός, ή από κάποιους που κατέχουν θέση θεσμική – κι ας μην τους πέφτει θεσμικά κανονικά ο παραμικρός λόγος, όπως π.χ ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Άκης Σκέρτσος, που αποφάσισε, εντελώς αθώα εννοείται, να μοιραστεί μερικές αμιγώς προσωπικές του απόψεις στο Facebook. 

Γινόμαστε λοιμοξιωλόγοι της ποινικής δικονομίας; Βλέπουμε μήπως να ξεδιπλώνεται μια νέα ιδεολογική τομή, που πηγαίνει πέραν από τον άξονα Δεξιάς – Αριστεράς, χωρίς βέβαια και να τον ακυρώνει (όπως ίσως συμβαίνει στις ΗΠΑ που η βασική τομή Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο πολιτιστική και πολύ λιγότερο οικονομικοκοινωνική);

Κι εκτός από τους θεσμικά θεσμικούς, και τους θεσμικούς που κλείνουν το μάτι της προσωπικής άποψης, με το μέρος της κατακραυγής πήγαν κι οι σοβαροί. Αυτοί που ξέρουν και καταλαβαίνουν και δεν παρασύρονται. Πολλοί απ’ αυτούς είναι όντως άνθρωποι με τις καλύτερες προθέσεις, άνθρωποι που λένε ότι μια ποινική δίκη πρέπει να παρέχει όλα τα εχέγγυα ότι οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν δίκαια, όσο αντιπαθείς κι αν είναι. Κι αν από την πλευρά της κατακραυγής είναι οι σοβαροί, δεν γίνεται παρά στην απέναντι πλευρά της αποθέωσης να συμπαρατάσσονται οι καφενόβιοι των σόσιαλ μίντια, οι λαϊκιστές, οι συναισθηματολόγοι, οι της ευκολίας, αυτοί που παρασύρονται εύκολα, ο όχλος που το μόνο που τον νοιάζει είναι να εκτονώσει το θυμικό του. 

Υπάρχει άραγε εδώ μια αναλογία με την αντιμετώπιση του ιού; Μπαίνουν ολοένα και περισσότερο τομείς της ζωής μας σε μια τεχνική τους διάσταση, αφαιρουμένης έτσι της πολιτικής; Τα νούμερα, οι τύποι, οι ειδικοί; Όπως δεν θέλουμε να σκοτωθούμε απ’ τον ιό, έτσι δεν θέλουμε να βρεθούμε μια μέρα στα χέρια μιας εισαγγελέως που παίρνει τα πράγματα τόσο προσωπικά; Λοιμοξιωλόγοι της ποινικής δικονομίας; Βλέπουμε μήπως να ξεδιπλώνεται μια νέα ιδεολογική τομή, που πηγαίνει πέραν από τον άξονα Δεξιάς – Αριστεράς, χωρίς βέβαια και να τον ακυρώνει (όπως ίσως συμβαίνει στις ΗΠΑ που η βασική τομή Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων μοιάζει να είναι πολύ περισσότερο πολιτιστική και πολύ λιγότερο οικονομικοκοινωνική); Την τομή υπευθυνότητας, τεχνοκρατικότητας απ’ την μια  – επιφανειακού κι αψίκορου λαϊκισμού απ’ την άλλη; Για να χρησιμοποιήσουμε μια προσφιλή αντιλαϊκίστικη ερώτηση: «Συγγνώμη, πώς μιλάς χωρίς να έχεις διαβάσει τη δικογραφία;». Εντάξει, επειδή εδώ στο στόχαστρο είναι ο άνθρωπος που κατεξοχήν διάβασε τη δικογραφία κι εντρύφησε στο αποδεικτικό υλικό, η κατηγορία μπορεί να τροποποιηθεί σε «Συγγνώμη, έχεις διαβάσει τι λέει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας για τον ρόλο των Εισαγγελέων;».

Η λεπτή διαφορά είναι αυτή.

Είναι ένα πράγμα να πει κανείς ότι τα δικαιώματα των κατηγορουμένων ακόμη και του πιο απεχθούς εγκλήματος είναι ιερά, να πει κανείς όχι στο κυριολεκτικό και μεταφορικό λιντσάρισμα, να πει κανείς καμία καταδίκη αν τα στοιχεία δεν είναι απολύτως επαρκή, να πει κανείς κανενός είδους αυστηρότερη ποινή από τις εκ του νόμου προβλεπόμενες. Από εκεί και πέρα, όταν διεξάγεται η δίκη κι όταν φτάνει η στιγμή που ο/η Εισαγγελέας κάνει την τελική του/της αγόρευση, γιατί άραγε να πρέπει να είναι ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος του κόσμου; Γιατί να είναι πιο κανονικό να αγορεύεις για μια τέτοιου είδους υπόθεση χωρίς φόρτιση; Και εν πάση περιπτώσει είναι τόσο μείζον να χάσει κάπου το μέτρο; Είναι εν όψει των συνθηκών της υπόθεσης τόσο σκανδαλιστικό; 

Κι ύστερα, ενώ προφανώς και δεν εμπίπτει στο πεδίο της πολιτικής ορθότητας το θέμα της αντίδρασης για την αγόρευση της Αριστοτελείας Δόγκα, ενώ αντίθετα η πολιτική ορθότητα χρησιμοποιήθηκε πριν λίγες μόλις μέρες απ’ τα αριστερά απέναντι στο σποτ του Χρήστου Λούλη (και πόσο πικρά ειρωνικό αν η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα που έχει απομείνει πια για προς τα αριστερά αλλαγές να είναι η πολιτική ορθότητα), ωστόσο μπορεί να βρει κανείς κάποιες αντιστοιχίες. Την αστυνόμευση του λόγου. Το γιατί μίλησες έτσι. Δεν θα μιλάς έτσι. Εντός αυτού του πλαισίου και μόνο επιτρέπεται να μιλάς. Δεν θα φαίνεσαι έτσι. Πολεμάμε το μπροστά για να φτάσουμε σιγά σιγά και στο από πίσω, θα πει η πολιτική ορθότητα. Πολεμάμε το μπροστά ώστε να συνεχίσει να απονομιμοποιείται το από πίσω. Από την άλλη, ίσως το διαχρονικό κοινωνικό συμβόλαιο όλων των ειδών των κοινωνιών είναι χτισμένο πάνω στην υποκρισία. Στη διάκριση ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται προς τα έξω και σε αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει. Σημασία έχει πώς φαίνεσαι προς τα έξω.

Από εκεί και πέρα, όταν διεξάγεται η δίκη κι όταν φτάνει η στιγμή που ο/η Εισαγγελέας κάνει την τελική του/της αγόρευση, γιατί άραγε να πρέπει να είναι ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος του κόσμου;

Δεν έχω καμία απολύτως πρόθεση να παραγνωρίσω την αξία του τύπου, ξέρω ότι η τήρηση του τύπου μπορεί να αποτελεί κάλλιστα ασπίδα υπέρ των αδυνάμων και να οδηγεί στην ουσία. Δεν είναι το θέμα να πετάξουμε τους τύπους ως αχρείαστους. Το θέμα όμως είναι να έχουμε πάντα μα πάντα το μάτι και στην ουσία, το θέμα όμως είναι να έχουμε όσο μπορούμε το μάτι και στην μεγάλη εικόνα και στο μεγαλύτερο επίδικο, να προβληματιζόμαστε για την επιλεκτική χρήση του τύπου, να μην κοιτάμε ούτε στιγμή την μεγάλη εικόνα τεχνοκρατικά, να μην αφήνουμε ούτε στιγμή κάτι εκτός πολιτικής συζήτησης, να υποψιαζόμαστε την αληθινότερη σύγκρουση, να σταθμίζουμε με ποιους ειμαστε, να σκεφτόμαστε αυτό που λέγεται κάθε φορά το μέρος ποιου λόγου είναι, ποια μεγαλύτερη αφήγηση εξυπηρετεί, σε ποιο ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται, τι θέλει να πει πίσω από αυτό που λέει. 

Γιατί τελικά, ακόμη και το φαίνεσθαι, για να φανεί και να αναδειχθεί εξαρτάται από το πώς και πόσο θα προβληθεί. Δεν είναι καν πως τουλάχιστον έχουμε εξασφαλίσει ότι μπροστά δεν θα φαίνεται τίποτα περίεργο, κι ας γίνεται ό,τι γίνεται από πίσω. Γιατί ό,τι φαίνεται περίεργο μπορεί απλά να επιλέξουμε να μην φαίνεται. Και μετά, δίκαιοι και άδικοι μαζί, να τα βάλουμε με αυτό το άλλο που επιλέχθηκε να φανεί, που επιλέχθηκε να μην μείνει κρυμμένο.  

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.