

Αυτή την περίοδο, το Go των Chemical Brothers είναι η πιο δυνατή μουσική στιγμή που ντύνει τα μονοπάτια του TikTok. Το έφερε ξανά στη επιφάνεια μια ταινία στο Netflix, ένας τύπος που αγαπάμε εδώ και χρόνια, ένας δαιμονισμένος από τα ντεσιμπέλ χορός και μια κραυγή σχεδόν σαν παραδείσιος εφιάλτης που μοιάζει να ξεπηδά από τα βάθη της ζούγκλας. Υπεύθυνος για όλα αυτά ο Ουαλός Taron Egerton που βρίσκει και πάλι μια δίοδο προς τη σφαίρα της ψηφιακής αναγνωρισημότητας, την οποία και δεν αφήνει ανεκμετάλευτη – έχουν προηγηθεί η έξοχη εμφάνιση του στο Kingsman: The Secret Service, η δυναμική του μεταμόρφωση ως Ελτον Τζον στο Rocketman –κάποια στιγμή αξίζει να αναγνωρίσουμε πόσο ανώτερο υπήρξε από το κάκιστο Bohemian Rapsody– και βεβαίως η είσοδος του στον κόσμο του Netflix με το Carry-On.
Το κοινό αποφάσισε εν ριπή οφθαλμού. To Apex δεν θα είναι για τον Egerton ό,τι ήταν το Spilt για τον James McAvoy. Γιατί εδώ το ζητούμενο δεν είναι πόσο τρομακτικός μπορεί να γίνει σε έναν ρόλο που θα μπορούσε να «ανταγωνιστεί» τον Δρ. Χάνιμπαλ Λέκτορ από τη Σιωπή των Αμνών, αλλά το πόσο μαγνητίζει την κάμερα – με έναν εντελώς νέο σέξι τρόπο. Σε πολλές από τις κοινές του συνεντεύξεις με την συμπρωταγωνίστρια του, άλλωστε, εκείνη δεν παραλείπει να σχολιάσει τη φυσική του παρουσία στην ταινία αλλά και μικρά «ατυχήματα» στις σκηνές πάλης τους που την αποκαλύπτουν (όποιος έχει δει ήδη την ταινία, ξέρει).

Πάμε τώρα ανάποδα. Το Apex του Baltasar Kormákur δεν είναι τελικά μια ταινία με τον Taron Egerton αλλά μια ταινία της Charlize Theron, μιας ηθοποιού που μοιάζει αποφασισμένη να αποδείξει πως η πανάξια συμμετοχή της στο MadMax: FuryRoad δεν ήταν μια τυχαία κορύφωση αλλά η αρχή μιας νέας διαδρομής σωματικής και ψυχικής υπέρβασης από την οποία δεν σκοπεύει να απομακρυνθεί. Συνειδητά. Η περσόνα που χτίζει τα τελευταία χρόνια ακροβατεί ανάμεσα στη δύναμη και τη φθορά. Στο Apex, όμως προστίθεται και κάτι ακόμη: μια αίσθηση πως αυτή η ακροβασία αρχίζει να μετατρέπεται σε εμμονική επανάληψη. Η Θερόν –πανέμορφη, σχεδόν άφθαρτη– μοιάζει πλέον να παίζει παραλλαγές του ίδιου ρόλου. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι το εκμαγείο μέσα στο οποίο τοποθετεί το βλέμμα και τις εκφράσεις της, δεν θα σπάσει ποτέ· θα παραμένει αιώνια παγωμένο να σε κοιτά, ακόμη κι όταν ο κόσμος διαλύεται γύρω της. Ακόμη κι αν χρειαστεί να κατέβει πέντε καταρράκτες και να ανέβει δέκα βουνά. Ακόμη κι αν ο ανθρωποφάγος διώκτης της την έχει αρπάξει από το πόδι και την σέρνει δεξιά κι αριστερά σαν μπάλα ποδοσφαίρου.
Το Apex είναι από τις ταινίες που το Netflix ξέρει να προσφέρει απλόχερα: θρίλερ επιβίωσης, με γρήγορο ρυθμό και δυνατές σκηνές δράσης. Ένα concept που φλερτάρει με τα όρια –φυσικά, ψυχολογικά, υπαρξιακά– αλλά ποτέ δεν «απογειώνεται». Ως ιδέα έχει όλα τα φόντα. Μια ορειβάτισσα, στοιχειωμένη από μια μοιραία απόφαση που πήρε κάποιο στιγμή στα όρη της Νορβηγίας, αποσύρεται στην αυστραλιανή ενδοχώρα αναζητώντας απομόνωση. Το ταξίδι της, όμως, μετατρέπεται σε ένα απελπισμένο κυνηγητό για δύο, όταν ένας δόλιος ντόπιος την επιλέγει ως το επόμενο τελετουργικό του θήραμα μέσα στη ζούγκλα, θέλοντας να ικανοποιήσει τις κανιβαλιστικές του επιθυμίες.
Μια σύγκρουση δύο χαρακτήρων μέσα σε ένα απομονωμένο φυσικό περιβάλλον. Θα μπορούσε να είναι κλειστοφοβικό, σκοτεινό, αγωνιώδες; Θα μπορούσε. Αλλά δεν είναι. Επιλέγει το δρομολόγιο μιας υπέροχης καρτ ποστάλ. Πολλών για την ακρίβεια. Οι λήψεις στα ποτάμια, οι αργές κινήσεις της κάμερας πάνω από υδάτινες επιφάνειες, τα περάσματα σε υψόμετρα που κόβουν την ανάσα, όλα αυτά δημιουργούν μια αίσθηση ροής. Είναι σαν η φύση να γίνεται ένας σιωπηλός χαρακτήρας, πιο ειλικρινής από τους ανθρώπους. Το Apex μοιάζει να θέλει να είναι μια εμπειρία έντασης, μια κάθοδος σε κάτι πιο άγριο και υπαρξιακό, αλλά τελικά κρατάει αποστάσεις και χάνει τον εαυτό του στα νερά και τις πρασινάδες μιας εντυπωσιακής ζούγκλας. Σαν να υπάρχει μια αόρατη γραμμή που δεν τολμά να περάσει.


Εντάξει, η υστερία με το Go δεν είναι επιπέδου Running Up That Hill / Stranger Things. Αλλά ζει κι αυτό τις μεγάλες του στιγμές επαναφοράς. Όπως και τις συνεχόμενες κόπιες γεμάτης κέφι και μπρίο στη νεανική πλατφόρμα.
Η μουσική των Chemical Brothers σε αυτή την iconic σκηνή του Apex είναι ρυθμική, υπνωτική, με εκείνη τη χαρακτηριστική ένταση που χτίζεται σταδιακά και σε τραβάει μέσα της. Το βασικό vocal hook (“Go!”) επαναλαμβάνεται σαν εντολή, σχεδόν σαν trigger, κάτι που το κάνει ιδανικό για ένα περιβάλλον όπου το σώμα δεν υπακούει πια στη λογική. Και ο χορός πια δεν είναι απλώς μια αισθητική παρένθεση αλλά μια στιγμή απελευθέρωσης – ακόμη κι αν οδηγήσει στο κακό ή απλώς σε ένα καλό κυνηγητό.
Το Go με φωνητικά από τον Q-Tip (γνωστός από τους A Tribe Called Quest) κυκλοφόρησε το 2015 ως βασικό single από το άλμπουμ Born in the Echoes και σηματοδότησε μια δυναμική επιστροφή του ντουέτου στον ήχο που τους έκανε διάσημους: big beat με έντονη ρυθμική επανάληψη και ψυχεδελική ενέργεια.
Το video του κομματιού σκηνοθετήθηκε από τον Michel Gondry, γνωστό για τη δημιουργική και χειροποίητη αισθητική του. Δείχνει μια ομάδα χορευτών σε συγχρονισμένες γεωμετρικές κινήσεις σε αστικό περιβάλλον — ένα είδος «χορογραφημένης επανάληψης» που καθρεφτίζει τον ρυθμό του τραγουδιού.
Η λίστα των κομματιών που εμφανίζονται στο Apex περιλαμβάνει τα:
Ενώ το original score υπογράφει ο Ισλανδός μουσικός Högni Egilsson.


Το Apex γυρίστηκε κυρίως στην Αυστραλία, και συγκεκριμένα στην πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας. Πάρε τον χάρτη και σημείωνε μήπως και σε βγάλει ο δρόμος:
Επίσης:
