
(ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ/EUROKINISSI)

(ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΤΖΕΚΑΣ/EUROKINISSI)
Η δημοσίευση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης για το νέο πρόγραμμα κρατικής ενίσχυσης των μέσων ενημέρωσης βάζει πλέον σε τροχιά υλοποίησης ένα από τα σημαντικότερα πακέτα στήριξης του ελληνικού μιντιακού κλάδου των τελευταίων ετών.
Με συνολικό προϋπολογισμό 16,8 εκατ. ευρώ για το 2026, το πρόγραμμα απευθύνεται σε επιχειρήσεις έκδοσης πανελλαδικών και περιφερειακών εφημερίδων, περιοδικών, επιχειρήσεις ηλεκτρονικού Τύπου, ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς και παρόχους περιφερειακής επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης.
Η απόφαση έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το πολυετές σχήμα ενισχύσεων της περιόδου 2026-2030 και αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια στήριξης ενός κλάδου που εξακολουθεί να βρίσκεται υπό πίεση από τη μείωση των διαφημιστικών εσόδων, τη μετατόπιση του κοινού προς τις ψηφιακές πλατφόρμες και την αυξανόμενη κυριαρχία των κοινωνικών δικτύων στην ενημέρωση.
Η πρώτη δράση του προγράμματος αφορά την κάλυψη της εισφοράς 2% υπέρ ΕΔΟΕΑΠ για το 2025. Το κράτος αναλαμβάνει να καλύψει το συγκεκριμένο κόστος είτε απευθείας προς τον οργανισμό είτε μέσω επιστροφής χρημάτων σε επιχειρήσεις που έχουν ήδη καταβάλει τις σχετικές εισφορές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη για πρόσθετη ενίσχυση 20% σε επιχειρήσεις που πληρούν συγκεκριμένα ποιοτικά κριτήρια. Για τα έντυπα εξετάζονται στοιχεία όπως η ύπαρξη αρθρογραφίας γνώμης, διεθνούς ειδησεογραφίας και θεματικών ενοτήτων, ενώ για τον ηλεκτρονικό Τύπο αξιολογείται μεταξύ άλλων το ποσοστό άρθρων γνώμης. Στα περιφερειακά μέσα, βαρύτητα αποκτά η παραγωγή τοπικού και περιφερειακού περιεχομένου.
Για μεγάλους ομίλους με πολυάριθμο προσωπικό, η συγκεκριμένη διάταξη μπορεί να μεταφραστεί σε ενισχύσεις αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, γεγονός που εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη δράση θεωρείται η πλέον σημαντική οικονομικά για την αγορά.
Η δεύτερη δράση αφορά αποκλειστικά επιχειρήσεις Τύπου που είναι εγγεγραμμένες στο Μητρώο Έντυπου Τύπου. Οι επιχορηγήσεις θα υπολογιστούν με βάση δύο παραμέτρους: τον κύκλο
εργασιών του 2025 και τις Ετήσιες Μονάδες Εργασίας, δηλαδή τον αριθμό των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης. Η λογική του συστήματος ευνοεί τα μεγαλύτερα σχήματα με υψηλότερους τζίρους και περισσότερες θέσεις εργασίας, χωρίς όμως να αποκλείει τις μικρότερες περιφερειακές εκδόσεις, οι οποίες θα λάβουν αναλογικά χαμηλότερα ποσά με στόχο τη διατήρηση της λειτουργίας τους και των θέσεων εργασίας.
Παράλληλα, τίθεται ανώτατο όριο 600.000 ευρώ σε επίπεδο ενιαίας επιχείρησης όταν υπάρχουν εταιρικές ή διοικητικές συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών μέσων.
Το πρόγραμμα συνοδεύεται από ένα ιδιαίτερα απαιτητικό πλαίσιο ελέγχων. Οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να προσκομίσουν σειρά δικαιολογητικών, από φορολογικά στοιχεία και πιστοποιητικά ΓΕΜΗ έως δεδομένα προσωπικού από το ΕΡΓΑΝΗ και βεβαιώσεις λογιστών. Ιδιαίτερη σημασία αποκτούν επίσης τα μητρώα ΜΕΤ και ΜΗΤ, καθώς η ένταξη στο πρόγραμμα προϋποθέτει ενεργή εγγραφή και πιστοποίηση πριν από την υποβολή της αίτησης.
Ταυτόχρονα, η ΚΥΑ προβλέπει ότι οι δικαιούχοι οφείλουν να διατηρήσουν τουλάχιστον το 90% του προσωπικού τους για διάστημα δώδεκα μηνών μετά την ενίσχυση, ενώ περιλαμβάνει και προβλέψεις για επιμόρφωση εργαζομένων σε ψηφιακά εργαλεία αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης.
Πέρα από τα οικονομικά μεγέθη, το νέο πλαίσιο στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς τον κλάδο. Η κυβέρνηση επιχειρεί να συνδέσει τη χρηματοδότηση με την παραγωγή πρωτογενούς δημοσιογραφικού περιεχομένου, προβλέποντας ότι οι δικαιούχοι δεν θα πρέπει να αναπαράγουν υλικό άλλων μέσων χωρίς ουσιαστική συντακτική επεξεργασία και αναφορά της πηγής.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το ελληνικό μιντιακό οικοσύστημα αναζητά νέο μοντέλο βιωσιμότητας, η κρατική ενίσχυση των 16,8 εκατ. ευρώ αποτελεί μια σημαντική οικονομική ανάσα. Το κατά πόσο θα μεταφραστεί σε πραγματική ενδυνάμωση της ενημέρωσης και της δημοσιογραφικής παραγωγής θα φανεί στην πράξη, μέσα από την εφαρμογή των κριτηρίων και τη διανομή των κονδυλίων κατά τη διάρκεια του 2026.