Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ανίτα Ρατσβελισβίλι: «Η Ελλάδα με έκανε να τη νιώσω σπίτι μου πριν ακόμη γίνει σπίτι μου»

Από τη Γεωργία και τη Σκάλα του Μιλάνου μέχρι τη νέα της ζωή στην Αθήνα, η σπουδαία μεσόφωνος μιλά στον Δημήτρη Πάντσο για την αγαπημένη της “Κάρμεν”, τη μητρότητα, την εξάντληση, την επιτυχία και τη δύσκολη τέχνη του να συνεχίζεις

Η Ανίτα Ρατσβελισβίλι, ένας ζεστός άνθρωπος και υπέροχη συνομιλήτρια, μιλά με εκείνη τη σπάνια ένταση των ανθρώπων που έχουν ζήσει πραγματικά όσα λένε. Είναι μοναδική εμπειρία να την έχεις απέναντι σου και να χάνεσαι στις εικόνες, στα ταξίδια που κρύβουν οι λέξεις της. Από την Τιφλίδα του πολέμου και της οικονομικής δυσκολίας μέχρι τη Σκάλα του Μιλάνου και τις μεγαλύτερες όπερες του κόσμου, η σπουδαία μεσόφωνος κουβαλά μια διαδρομή που μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Γονείς που υποθήκευσαν το σπίτι τους για να φύγει να σπουδάσει, ατελείωτα ταξίδια, εξάντληση, μητρότητα, επιτυχία, αλλά και τη βαθιά ανάγκη να συνεχίσει να ανεβαίνει στη σκηνή, ειδικά για την Κάρμεν που της άλλαξε τη ζωή, ακόμη και όταν όλα μέσα της ζητούν παύση.

Η νέα παραγωγή της Κάρμεν στην Εθνική Λυρική Σκηνή που θα τελειώσει τον κύκλο των παραστάσεων της στις 4 Ιουνίου, επιχειρεί κάτι σπάνιο, να ανασυνθέσει την ιστορική πρώτη παρουσίαση του έργου του Μπιζέ το 1875, μέσα από μια παραγωγή που συνδυάζει την ιστορική αισθητική με μια απολύτως σύγχρονη σκηνική ματιά. Η Ρατσβελισβίλι δεν αντιμετωπίζει την όπερα σαν ένα απόμακρο είδος τέχνης. Αντίθετα, μιλά για αυτήν σαν μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία. «Η όπερα είναι η τελευταία μεγάλη παύση μέσα στη φρενίτιδα της ζωής», μας λέει κάποια στιγμή. Και όσο τη ακούς να μιλά για για την ελευθερία, την εξουσία, τη βία, την αγάπη και την ανάγκη να σωπάσει για λίγο ο θόρυβος του κόσμου, καταλαβαίνεις πως ίσως εκεί να κρύβεται και η πραγματική δύναμη αυτής της τέχνης.

Ζείτε πλέον στην Ελλάδα; Ναι. Μετακομίσαμε οικογενειακώς τον Σεπτέμβριο, όταν ξεκίνησαν οι πρόβες, και τελικά μείναμε. Ζούμε πια στην Αθήνα και το απολαμβάνω πάρα πολύ.

Τι σας έφερε εδώ; Η κατάσταση στη Γεωργία είχε γίνει πολύ δύσκολη πολιτικά. Ζούσα εκεί τότε και ένιωθα ότι ήθελα να βρίσκομαι πιο κοντά στην Ευρώπη, σε ένα μέρος από όπου η ζωή και τα ταξίδια να είναι λιγότερο περίπλοκα. Πάντα αγαπούσα την Αθήνα. Και η Ελλάδα μού χάρισε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Την τιμητική υπηκοότητα. Αυτό δεν το ξεχνώ.

Άρα η Ελλάδα δεν ήταν απλώς μια πρακτική επιλογή; Όχι, καθόλου. Ήταν κάτι βαθύτερο. Κάθε φορά που ερχόμουν εδώ για δουλειά ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Το ίδιο και η οικογένειά μου. Η κόρη μου, ο σύζυγός μου, όλοι αγαπήσαμε αυτή τη χώρα.

Υπάρχει και μια ιδιαίτερη σύνδεση Ελλάδας–Γεωργίας, νομίζω. Ναι, πολύ μεγάλη. Έχουμε κοινά στοιχεία στον χαρακτήρα, στην κουλτούρα, στην ιδιοσυγκρασία. Είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί, οι παραδόσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στις ζωές μας, το Πάσχα, η οικογένεια, το τραπέζι. Και οι Έλληνες έχουν κάτι σπάνιο. Σε κάνουν να αισθάνεσαι ευπρόσδεκτος ακόμη κι αν δεν μιλάς τη γλώσσα. Αυτό ξέρεις δεν συμβαίνει παντού.

Σας έλειψε ποτέ η αίσθηση του “ανήκειν”; Πολύ. Έχω ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο. Υπάρχουν χώρες όπου αισθάνεσαι ξένος από την πρώτη στιγμή. Εδώ δεν το ένιωσα ποτέ αυτό. Οι άνθρωποι προσπαθούν πραγματικά να σε κάνουν να νιώσεις άνετα. Και τελικά αυτό με έκανε να πάρω την απόφαση να μείνω.

Φύγατε πολύ νέα από τη Γεωργία. Ναι. Ήμουν περίπου 23 όταν πήγα στο Μιλάνο για να σπουδάσω στην Ακαδημία της Σκάλας. Από τότε έζησα πολλά χρόνια στην Ιταλία και μετά ξεκίνησε μια ζωή γεμάτη ταξίδια.

Πώς ήταν εκείνη η πρώτη μεγάλη φυγή; Πολύ δύσκολη. Σήμερα ίσως είναι δύσκολο να το καταλάβει κάποιος. Τότε η Γεωργία δεν είχε καμία πραγματική σύνδεση με την Ευρώπη. Ήταν πολύ δύσκολο να βγάλεις βίζα, πολύ δύσκολο να φύγεις, και οικονομικά σχεδόν αδύνατο. Θυμάμαι ότι οι γονείς μου έβαλαν το σπίτι μας υποθήκη για να μπορέσω να σπουδάσω στο Μιλάνο. Αυτό ήταν το μοναδικό διαμέρισμα που είχαν. Και για χρόνια μετά, όταν άρχισα να δουλεύω, πλήρωνα την τράπεζα για να το πάρουμε πίσω.

Αυτή η θυσία σας βάραινε; Πάρα πολύ. Ένιωθα ότι έπρεπε να πετύχω. Όχι για τη φιλοδοξία, αλλά γιατί κάποιοι άνθρωποι πίστεψαν σε μένα και θυσίασαν τα πάντα. Οι γονείς μου, φίλοι, άνθρωποι που εμφανίστηκαν στη ζωή μου την κατάλληλη στιγμή. Και γενικά θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό. Στη ζωή μου συνάντησα τους σωστούς ανθρώπους τη σωστή στιγμή.

Πιστεύετε πολύ σε αυτό; Απόλυτα. Το ταλέντο μόνο του δεν αρκεί. Μπορεί να είσαι πολύ καλός, αλλά αν δεν βρεθείς μπροστά στους σωστούς ανθρώπους την κατάλληλη στιγμή, πολλά πράγματα δεν θα συμβούν ποτέ. Είμαι 41 ετών και έχω ήδη ζήσει περισσότερα απ’ όσα ονειρευόμουν. Θα μπορούσα θεωρητικά να σταματήσω και να πω «εντάξει, τα έκανα όλα». Αλλά αγαπώ υπερβολικά αυτό που κάνω.

Υπήρξαν στιγμές που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε; Ναι. Ειδικά μετά τη γέννηση του παιδιού μου. Το τραγούδι έγινε πολύ δύσκολο. Αυτή η δουλειά είναι εξαντλητική ψυχικά και σωματικά. Αλλά πάντα επιστρέφω. Ο σύζυγός μου λέει κάτι που με ακολουθεί χρόνια. Όταν ανεβαίνεις ψηλά, κάποια στιγμή θα πέσεις. Το θέμα είναι να ξανασηκωθείς. Αν δεν σηκωθείς, τότε πραγματικά τα παράτησες. Κι εγώ δεν είμαι άνθρωπος που τα παρατά.

Πώς διαχειρίζεστε την πίεση στο επίπεδο που βρίσκεστε;

Είναι δύσκολο ψυχολογικά. Υπάρχει πάντα η πίεση να είσαι καλός, να αποδώσεις, να αντέξεις. Και πρέπει να βρεις τον δικό σου τρόπο να επιβιώνεις μέσα σε αυτό. Εγώ γυμνάζομαι πολύ, προσπαθώ να αφιερώνω χρόνο στον εαυτό μου, να ξεκουράζομαι όσο μπορώ. Αν και όταν έχεις άγχος, ο ύπνος δεν έρχεται εύκολα. Και επειδή είμαι πολύ δραστήριος άνθρωπος, το μυαλό μου δεν σταματά ποτέ να δουλεύει. Οπότε χρειάζεται πειθαρχία. Να προστατεύεις τον εαυτό σου, την ενέργειά σου, τη συγκέντρωσή σου.

Και φαντάζομαι πως αυτό γίνεται ακόμη πιο δύσκολο ως μητέρα. Πολύ πιο δύσκολο. Γιατί προσπαθείς συνεχώς να ισορροπήσεις ανάμεσα σε πολλές ζωές ταυτόχρονα. Στη σκηνή, στην οικογένεια, στα ταξίδια, στην προσωπική σου ζωή. Κάποιες φορές τα καταφέρνεις. Κάποιες όχι. Νομίζω πως αυτό συμβαίνει σε όλους μας.

Πότε καταλάβατε ότι η όπερα είναι ο δικός σας δρόμος; Αργά. Δεν μεγάλωσα ακούγοντας όπερα. Μεγάλωσα σε πολύ φτωχή οικογένεια στην Τιφλίδα, μέσα σε μια δύσκολη περίοδο, με πόλεμο. Δεν πηγαίναμε στο θέατρο. Τραγουδούσα όμως από παιδί – τζαζ και ποπ κυρίως. Ο πατέρας μου έπαιζε κιθάρα, η μητέρα μου τραγουδούσε και έπαιζε πιάνο. Στα 17 ένας φίλος του πατέρα μου είπε ότι έχω «οπερατική» φωνή. Τον άκουσα. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Δεν ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά; Όχι. Στην αρχή δεν καταλάβαινα καν τι ήταν αυτό. Σπούδαζα παράλληλα Νομική στο πανεπιστήμιο και προετοιμαζόμουν για το ωδείο. Πίστευα ότι θα συνεχίσω και τα δύο. Αλλά μετά είδα τον “Don Giovanni” στην Κρατική Όπερα της Τιφλίδας. Και εκεί όλα άλλαξαν.

Τι θυμάστε από εκείνη τη βραδιά; Τα πάντα. Τα κοστούμια, τη μουσική, τη σκηνή, την ατμόσφαιρα. Ήμουν σαν μικρό παιδί. Είχα μείνει άφωνη. Και θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως «αυτό θέλω να κάνω». Ακόμη και σήμερα, όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή και ακούω τη χορωδία ή την ορχήστρα, υπάρχουν στιγμές που απλώς κλείνω τα μάτια και νιώθω αυτή τη μαγεία. Το θέατρο είναι κάτι που όλοι χρειαζόμαστε.

Αναρωτιέστε ποτέ τι θα είχε συμβεί αν δεν είχατε πάει εκείνη την ημέρα στο ωδείο; Πολύ συχνά. Πιθανότατα θα ήμουν δικηγόρος σήμερα. Και ίσως να ήμουν καλή σε αυτό, γιατί αγαπούσα πραγματικά τη Νομική. Αλλά η ζωή με πήγε αλλού. Αν δεν είχα πάει στο Μιλάνο, ίσως να είχα εγκαταλείψει το τραγούδι. Στη Γεωργία δεν υπήρχαν πολλές δυνατότητες. Οπότε ναι, πολλές φορές σκέφτομαι πόσο λεπτές είναι οι γραμμές που αλλάζουν μια ζωή.

Και πόσο σημαντικό είναι να βρεθείς στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή. Ακριβώς. Πρέπει να έχεις και τύχη. Και πίστη. Γιατί κάποια στιγμή νιώθεις ότι τα πράγματα σε οδηγούν κάπου. Υπήρξαν περίοδοι που κουράστηκα αφόρητα. Που ήθελα απλώς να σταματήσω, να κοιμηθώ, να μην ξαναδώ αεροδρόμιο μπροστά μου. Αλλά μετά η ζωή σε αναγκάζει να σταθείς ξανά όρθιος. Και συνεχίζεις.

Τελικά τι χρειάζεται περισσότερο ένας μεγάλος καλλιτέχνης; Ταλέντο ή επιμονή; Χρειάζεται πρώτα απ’ όλα ταλέντο. Αυτή δεν είναι δουλειά που μπορείς να κάνεις χωρίς να είσαι καλλιτέχνης από τη φύση σου. Αλλά δεν αρκεί να έχεις μεγάλη φωνή. Υπήρξαν σπουδαίοι τραγουδιστές που ίσως δεν είχαν «τέλειες» φωνές, αλλά είχαν χάρισμα, μουσικότητα, προσωπικότητα. Ήξεραν να δημιουργούν μαγεία πάνω στη σκηνή. Αυτό είναι το σημαντικό.

Η «Κάρμεν» είναι αυτή η όπερα που άλλαξε τη ζωή σας; Ναι. Ήταν ο ρόλος που άλλαξε τα πάντα. Ήμουν ακόμη στην Ακαδημία της Σκάλας όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα τραγουδήσω την «Κάρμεν». Ήμουν 24 ετών. Θυμάμαι ότι σοκαρίστηκα. Ήμουν ενθουσιασμένη και τρομοκρατημένη ταυτόχρονα.

Σκεφτήκατε να πείτε όχι; Όχι πραγματικά. Στη ζωή μου λειτουργώ πολύ με το συναίσθημα. Ίσως όχι πάντα σωστά, αλλά τότε λειτούργησε. Είχα την τύχη να συναντήσω ανθρώπους που με προστάτευσαν και με καθοδήγησαν. Ο Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ ήταν σαν νονός για μένα εκείνη την περίοδο. Και μετά όλα πήραν τον δρόμο τους.

Τι σημαίνει σήμερα για εσάς η «Κάρμεν»; Είναι ακόμη ο σημαντικότερος ρόλος της ζωής μου. Και το απίστευτο είναι ότι δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε φορά ανακαλύπτω κάτι καινούργιο. Έχω τραγουδήσει αυτή την όπερα πάνω από πεντακόσιες φορές και ακόμη τη λατρεύω. Τη μουσική, τον χαρακτήρα, τη δύναμη αυτής της γυναίκας.

Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτή την όπερα σήμερα; Η ελευθερία της. Το ότι είναι έτοιμη να πεθάνει χωρίς να προδώσει αυτό που είναι. Αυτό τρομάζει τους άντρες μέσα στο έργο. Εκείνη δεν υποτάσσεται. Δεν δέχεται να ανήκει σε κανέναν. Και στο τέλος πηγαίνει σχεδόν συνειδητά προς τον θάνατο. Είναι σαν να λέει, «σκότωσέ με αν θέλεις, αλλά δεν θα με ελέγξεις ποτέ». Υπάρχει τεράστια δύναμη σε αυτό.

Ήταν η «Κάρμεν» μια φεμινίστρια της εποχής της; Φυσικά. Και αυτό είναι που κάνει το έργο τόσο σύγχρονο. Η Κάρμεν δεν είναι απλώς μια σαγηνευτική γυναίκα. Είναι μια γυναίκα που αρνείται να χάσει την ελευθερία της, ακόμη κι αν το τίμημα είναι ο θάνατος. Από την άλλη όμως καταλαβαίνω και τον Δον Χοσέ. Καταλαβαίνω τον πόνο, τη ζήλια, την απώλεια ελέγχου. Γι’ αυτό η όπερα αυτή είναι τόσο δυνατή. Δεν μιλά μόνο για μια γυναίκα. Μιλά για τις σχέσεις, για την εξουσία, για την αγάπη και τη βία, για όσα συμβαίνουν ακόμη ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ίσως τελικά η όπερα να είναι πιο σύγχρονη απ’ όσο πιστεύουμε. Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στις ιστορίες της όπερας και στη σημερινή ζωή. Μόνο τα κοστούμια αλλάζουν. Αν πάρεις την «Κάρμεν», την «Αΐντα», την «Άννα Μπολένα», θα δεις τα ίδια πολιτικά παιχνίδια, τις ίδιες σχέσεις εξουσίας, τις ίδιες ψυχολογικές συγκρούσεις. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη ξανά και ξανά.

Άρα γι’ αυτό η όπερα δεν πεθαίνει ποτέ; Ακριβώς. Γιατί ο θεατής ταυτίζεται. Βλέπει κάτι από τον εαυτό του πάνω στη σκηνή. Η όπερα μιλά για την αγάπη, τη ζήλια, την κατάθλιψη, τον φόβο, την πολιτική, τη μοναξιά, τη χαρά, τον θάνατο. Για όλα όσα ζούμε καθημερινά. Δεν είναι μακρινή ή «μουσειακή». Είναι ανθρώπινη.

 Η «Κάρμεν» παραμένει δύσκολη για σας ακόμη και μετά από τόσα χρόνια; Πολύ. Ο κόσμος νομίζει ότι είναι εύκολη επειδή ακούγεται ανάλαφρη και αισθησιακή. Στην πραγματικότητα είναι εξαιρετικά απαιτητικός ρόλος. Δεν τραγουδάς απλώς. Χορεύεις, κινείσαι, φωνάζεις, παλεύεις, αλλάζεις διαρκώς συναισθηματική κατάσταση. Πρέπει να είσαι ταυτόχρονα τραγουδίστρια, ηθοποιός, χορεύτρια και να διατηρείς φωνητικό έλεγχο σε όλη τη διάρκεια. Και αυτό είναι εξαντλητικό.

Ζούμε σε μια εποχή ταχύτητας. Η όπερα σαν να λειτουργεί σχεδόν αντίθετα. Ναι. Η όπερα απαιτεί χρόνο. Σήμερα όλοι έχουμε συνηθίσει στην άμεση πληροφορία, στο TikTok, στα social media, στην τεχνητή νοημοσύνη, στην υπερδιέγερση. Και ξαφνικά πηγαίνεις στο θέατρο και όλα επιβραδύνονται. Κάθεσαι, κλείνεις το κινητό, ακούς μουσική και για πρώτη φορά μετά από ώρες το μυαλό σου σταματά να κάνει θόρυβο. Αυτό είναι τεράστιο.

Σαν θεραπεία; Ναι, πραγματικά το πιστεύω. Η όπερα είναι μια σύγχρονη μορφή θεραπείας. Για τρεις ή τέσσερις ώρες αφήνεις τα πάντα έξω από την αίθουσα. Δεν υπάρχει τεχνολογία, δεν υπάρχει οθόνη. Υπάρχει μόνο ζωντανή τέχνη. Και σήμερα αυτό είναι σχεδόν επαναστατικό.

Πώς είναι να δουλεύετε με τον Ρομάν Ζιλμπέρ στην «Κάρμεν»; Είναι ένας άνθρωπος που αγαπά βαθιά την παραδοσιακή μορφή της όπερας, αλλά σκηνοθετεί με πολύ σύγχρονο τρόπο. Αυτό είναι δύσκολο να το πετύχεις. Η συγκεκριμένη «Κάρμεν» βασίζεται σε στοιχεία από την πρώτη ιστορική παρουσίαση του έργου. Βρήκαν παλιά σχέδια, σημειώσεις, κοστούμια, και τα χρησιμοποίησαν ως αφετηρία. Οπότε βλέπεις μια παραδοσιακή αισθητική, αλλά με σύγχρονη υποκριτική, σύγχρονη κίνηση, ένταση και δράση. Και αυτό κάνει την παράσταση ζωντανή.

 Τι γνώμη έχετε για το ελληνικό κοινό; Πολύ συναισθηματικό. Όταν αγαπούν κάτι, το δείχνουν πραγματικά. Και όταν δεν τους αρέσει κάτι, επίσης το καταλαβαίνεις αμέσως. Αλλά αυτό είναι όμορφο. Υπάρχει πάθος.

Άρα θα μπορούσατε να το πείτε και δύσκολο; Εξαρτάται πάντα από αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν «δύσκολες» χώρες ή «εύκολα» κοινά. Υπάρχουν παραστάσεις που αγγίζουν τον κόσμο και άλλες που δεν τον αγγίζουν αρκετά. Για παράδειγμα, το γερμανικό κοινό θεωρείται πιο ψυχρό. Αλλά αν του δώσεις κάτι αληθινό, κάτι που το συγκινεί πραγματικά, μπορεί να ενθουσιαστεί όσο κανένα άλλο. Οπότε τελικά όλα κρίνονται από το συναίσθημα. Αν οι καλλιτέχνες καταφέρουν να φτάσουν στο κοινό, η ανταπόκριση θα έρθει, σε οποιαδήποτε χώρα.

Φοβάστε για το μέλλον της όπερας; Όχι. Αλλά πιστεύω ότι χρειάζεται περισσότερη ευφυΐα στον τρόπο που διαχειριζόμαστε αυτόν τον χώρο. Η όπερα δεν είναι μια τέχνη που «βγάζει» χρήματα. Αντιθέτως, κοστίζει πολύ. Και πολλές φορές ξοδεύονται τεράστια ποσά σε παραγωγές που παίζονται ελάχιστες φορές και μετά εξαφανίζονται. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Χρειάζεται πιο έξυπνη διαχείριση. Και κυρίως χρειάζεται να θυμόμαστε τι είναι πραγματικά σημαντικό.

Δηλαδή; Οι άνθρωποι. Οι τραγουδιστές, οι μουσικοί, οι μαέστροι. Δεν μπορείς να κόβεις από την ίδια την τέχνη για να επενδύεις μόνο στο θέαμα ή στα σκηνικά. Η όπερα πρέπει να παραμένει ζωντανή μέσα από τους ανθρώπους της. Και σήμερα εξίσου σημαντικό είναι και το PR. Τα social media έχουν αλλάξει τα πάντα. Αν θέλεις να φέρεις νέο κόσμο στο θέατρο, πρέπει να ξέρεις πώς να επικοινωνήσεις αυτή την τέχνη. Η Ελλάδα, για παράδειγμα, έχει κάνει εξαιρετική δουλειά πάνω σε αυτό. Και φαίνεται. Βλέπεις νέους ανθρώπους να έρχονται στην όπερα, να ενδιαφέρονται πραγματικά. Και αυτό είναι ίσως το πιο αισιόδοξο πράγμα απ’ όλα.

POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.