

Λίγες ώρες μας χωρίζουν από τη συγκέντρωση στο Θησείο, η οποία θα σημάνει και τυπικά την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην πρώτη γραμμή της πολιτικής ζωής. Στην πραγματικότητα, από τον περασμένο Νοέμβριο, όταν εκδόθηκε η «Ιθάκη», ο Αλέξης Τσίπρας αντιμετωπίζεται από τους πάντες ως εν ενεργεία πολιτικός αρχηγός.
Την Τρίτη το βράδυ στις 8:00, η πορεία επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού περνάει στο επόμενο στάδιο, με το επίσημο λανσάρισμα του νέου κόμματός του. Αυτό που καταγραφόταν μέχρι τώρα ως «κόμμα Τσίπρα» θα έχει πλέον κανονική ονομασία και πραγματική υπόσταση.
Υπό κανονικές πολιτικές συνθήκες, η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα σε τόσο σύντομο διάστημα δεν θα ήταν πολιτικά εφικτή. Ήταν στις 29 Ιουνίου 2023 όταν ο Τσίπρας, υπό το βάρος της μεγάλης ήττας του στις βουλευτικές εκλογές, ανακοίνωνε την παραίτησή του από της θέση του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ. «Κατανοώ την ανάγκη για ένα νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ. Και αποφάσισα να παραμερίσω για να περάσει», είχε δηλώσει τότε στο Ζάππειο. Τώρα πριν συμπληρωθούν καλά καλά τρία χρόνια, επιστρέφει, αλλά όχι με όχημα τον ΣΥΡΙΖΑ. Το «νέο κύμα του ΣΥΡΙΖΑ» έδωσε τη θέση του στο «νέο κόμμα Τσίπρα».
Τις αιτίες που κατέστησαν εφικτή αυτήν την τόσο γρήγορη επιστροφή του Τσίπρα τις συνόψισε σε ανάλυσή του στην Καθημερινή ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Γεράσιμος Μοσχονάς: «Χωρίς την καταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ στη μετά Τσίπρα εποχή, χωρίς την αδυναμία της Νέας Αριστεράς να καθιερωθεί ως υπολογίσιμο εκλογικό ή, τουλάχιστον, ιδεολογικό, μέγεθος, χωρίς την αδυναμία του ΠΑΣΟΚ να αναδειχθεί σε ισχυρό δεύτερο πόλο, χωρίς όλα τα προηγούμενα, συζήτηση για κόμμα Τσίπρα δεν θα υπήρχε».
Η διακηρυγμένη φιλοδοξία του πρώην πρωθυπουργού είναι να κυβερνήσει ξανά. Γι’ αυτό άλλωστε βασικό μότο του νέου κόμματος είναι το «Κυβερνώσα Αριστερά». Το αν θα προσεγγίσει το διακηρυγμένο στόχο της διακυβέρνησης θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις δημοσκοπήσεις που θα πραγματοποιηθούν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, πριν την ανάπαυλα των καλοκαιρινών διακοπών. Τα δύο κύματα των καλοκαιρινών δημοσκοπήσεων θα διαμορφώσουν τη γενική αίσθηση για πώς θα πάμε στις εκλογές.
Σε ό,τι αφορά το «κόμμα Τσίπρα» αυτή η αίσθηση θα εξαρτηθεί από δύο δημοσκοπικά μεγέθη.
Το πρώτο δημοκοπικό μέγεθος στο οποίο θα κριθεί το κόμμα Τσίπρα είναι η σύγκρισή του με το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή το ποιο από τα δύο κόμματα θα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό στην πρόθεση ψήφου. Όποιο από δύο κόμματα υπερέχει στις δημοσκοπήσεις Ιουνίου και Ιουλίου θα βρεθεί σε ιδιαίτερα ευνοϊκή θέση για δύο λόγους:
1. Θα καταστεί η ηγεμονική δύναμη στο χώρο της Κεντροαριστεράς.
2. Θα πάρει το «χρίσμα» του βασικού αντιπάλου του Μητσοτάκη – με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα υπερέχει της «Ελπίδας για τη δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού.
Οι δημοσκόποι εκτιμούν ότι όποιος έχει τα πρωτεία στην Κεντροαριστερά θα δει τα ποσοστά του να μεγαλώνουν λόγω μετακινήσεων ψηφοφόρων από το πιο αδύναμο στο πιο ισχυρό κόμμα του χώρου. Ωστόσο, το εύρος αυτών των μετακινήσεων δεν είναι σαφές. Από τη μια μεριά καταγράφεται η διάθεση αρκετών κεντροαριστερών ψηφοφόρων να ψηφίσουν το πιο ισχυρό κόμμα του χώρου. Από την άλλη, τα δύο κόμματα έχουν σκληρούς πυρήνες υποστηρικτών που δεν πρόκειται να μετακινηθούν ανεξαρτήτως των ποσοστών.
Το δεύτερο και πιο σημαντικό μέγεθος που θα κρίνει την επιτυχία του «κόμματος Τσίπρα» θα είναι η απόστασή του από τη Νέα Δημοκρατία. Ήδη στις 28 Μαρτίου στη Λαμία, ο Αλέξης Τσίπρας διακήρυξε ότι «στις επόμενες εκλογές ο Μητσοτάκης θα έχει αντίπαλο». Ταυτόχρονα, το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών του αποτελεί το ότι «είναι αυτός που μπορεί να νικήσει το Μητσοτάκη». Για να είναι όμως πιστευτό το επιχείρημα πρέπει η διαφορά με τη ΝΔ όχι μόνο να είναι μικρότερη από εκείνη που καταγράφει τώρα το ΠΑΣΟΚ, αλλά να δίνει την αίσθηση ότι μπορεί να ανατραπεί στις δεύτερες εκλογές – στις πρώτες φαίνεται απίθανη η διαμόρφωση κυβερνητικής πλειοψηφίας. Αν η διαφορά μπορεί να ανατραπεί, οι εκλογές θα αποκτήσουν έντονα διπολικά χαρακτηριστικά και το ζήτημα της διακυβέρνηση θα τεθεί ξανά.

