ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Όλη νύχτα εδώ»: Ένα βιβλίο, πολλές μνήμες για την εξέγερση του Πολυτεχνείου

Ο Ιάσονας Χανδρινός μάζεψε 84 μαρτυρίες από ανθρώπους που βρέθηκαν μέσα και γύρω από το Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973, τις «μετέτρεψε» σε βιβλίο στις εκδόσεις Καστανιώτη και μιλάει στην Popaganda γι' αυτό.

Πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου, Αθήνα 2011. Κώστας Μπεβεράτος / FOSPHOTOS

Τι κι αν πέρασαν 46 χρόνια, στέγνωσαν τα δάκρυα και κόπασαν οι φωνές… Δεν υπάρχει στη νεότερη ιστορία του ελληνικού κράτους πιο ισχυρό τοπογραφικά και ημερολογιακά ορόσημο των κοινωνικών κινημάτων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973. Κάθε Νοέμβρη μυρίζει φωτιά. Όχι τρομολαγνικά, όπως αναμασούν στα δελτία ειδήσεων αλλά συγκινησιακά και λυτρωτικά. Είναι οι αναθυμιάσεις μιας μνήμης που όσο κι αν έπεσαν πάνω της τα πέπλα του αναθεωρητισμού, της διαστρέβλωσης και σχετικισμού, δε λέει να σβήσει. Είναι αλήθεια ότι από τη δεκαετία του 90 εμφανίστηκε ένα καθεστώς ιστορικότητας που χαρακτηρίστηκε ως «παροντισμός» από ορισμένους ιστορικούς.

Πρόκειται για την πρόσληψη ενός διεσταλμένου παρόντος που συνθλίβει το παρελθόν και το μέλλον, υπονομεύοντας τη μεταβίβαση της εμπειρίας και νοηματοδοτώντας το μέλλον ως έναν ασυνεχή και στενό ορίζοντα, απογυμνωμένο από συσσωρευμένα πάθη και ενεργές εκκρεμότητες. Τα βιώματα των ανθρώπων, όμως, αποδείχθηκαν πιο δυνατά από τις νεοφιλελεύθερες θεωρητικές επινοήσεις.

Έτσι, στα ράφια των κεντρικών βιβλιοπωλείων βρήκε μια θέση από τις αρχές του Νοέμβρη ένα βιβλίο που μοιάζει περισσότερο με μνημονική κάψουλα. Στις σελίδες του ζωντανεύουν οι μέρες εκείνες που όλα ήταν εφικτά και ο φόβος ένα εξουδετερωμένο σκιάχτρο. Πρόκειται μια συλλογή ατομικών βιωματικών αφηγήσεων με θέμα την Εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αποτελείται από ογδόντα τέσσερα απομαγνητοφωνημένα κείμενα προφορικών μαρτυριών-συνεντεύξεων με ισάριθμους αφηγητές, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τα τέλη του 2010 έως και το φθινόπωρο  του 2019.

Ο συγγραφέας και ιστορικός Ιάσονας Χανδρινός έκανε μια συστηματική μελέτη προφορικής ιστορίας με βάση επάλληλα κριτήρια αντιπροσωπευτικότητας όσον αφορά τη συμμετοχή στα γεγονότα, που τη συναπαρτίζουν μαρτυρίες από γυναίκες και άντρες, φοιτήτριες και φοιτητές, συνδικαλιστές του αντιδικτατορικού φοιτητικού κινήματος, μέλη παράνομων οργανώσεων, μαθητές, εργάτες, διαδηλωτές που τραυματίστηκαν από σφαίρες, αυτόπτες μάρτυρες και στρατιωτικούς. Ας πούμε ότι είναι η φωνή των «ψυχικά νοσούντων», όπως τους αποκάλεσε η υφυπουργός Εργασίας που δίνει αντίλαλο στις σημερινές αμφισβητήσεις της πνιγηρής κανονικότητας. Εξάλλου, ο Λακάν έλεγε ότι αυτή είναι η μοναδική διάγνωση χωρίς ελπίδα. Η κανονικότητα.

Η Popaganda είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον Ιάσονα Χανδρινό, ο οποίος παρακάτω εξηγεί τους λόγους και τους στόχους της έκδοσης. 

Για ποιο λόγο αποφάσισες ως ερευνητής  να ασχοληθείς με την εξέγερση του Πολυτεχνείου; Τι ήταν αυτό που σε παρακίνησε; Δεν ξέρω πώς θα ακουστεί, αλλά αυτό που με παρακίνησε ήταν η γιορτή στο σχολείο. Από μικρή ηλικία το Πολυτεχνείο ήταν για μένα μια πολύ σοβαρή υπόθεση και παράλληλα ένας χώρος «σκοτεινός», γεμάτος νοήματα αλλά και πένθος: οι νεκροί, το αίμα, τα γαρύφαλλα του εορτασμού… Σίγουρα δε λέω κάτι πρωτότυπο, αλλά όσο  θυμάμαι τον εαυτό μου με συγκλόνιζαν οι ιστορίες για το θέμα. Η αναζήτηση μαρτυριών γύρω από την εξέγερση καλύπτει μια ανάγκη που υπάρχει μέσα μου πολύ προτού αποφασίσω να γίνω ιστορικός ή να σχηματίσω πολιτική άποψη. Όταν στην πορεία ήρθαν τα εργαλεία του ιστορικού, είπα να το τολμήσω.

Μερικές φορές δημιουργείται η αίσθηση ότι όλα έχουν ειπωθεί και γραφτεί για την εξέγερση. Υπάρχουν πράγματα που διαφεύγουν ή υποφωτίζονται στη συγκεκριμένη ιστορική καταγραφή; Υπάρχει πράγματι η αίσθηση ότι το Πολυτεχνείο έχει καλυφθεί ως ιστορικό ζήτημα. Είναι τελείως λάθος. Είναι πολλά αυτά που αγνοούμε, ακόμα και στο επίπεδο της συλλογής δεδομένων. Απόδειξη ότι χρειάστηκαν τρεις ολόκληρες δεκαετίες για να καταλήξουμε σε έναν τεκμηριωμένο ονομαστικό κατάλογο θυμάτων της εξέγερσης. Το ότι ακόμα το ζήτημα των νεκρών δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, μιλάει από μόνο του. Επίσης, όσο κι αν ακούγεται παράταιρο, δεν έχουμε σαφή εικόνα της ταυτότητας του εξεγερσιακού υποκειμένου, με όρους κοινωνικής και ταξικής προέλευσης. Οι φοιτητές ήταν μεν ο καταλύτης των γεγονότων αλλά δεν ήταν μόνοι τους. Υπάρχει μια ευρύτερη «δημογραφία της αμφισβήτησης» η οποία εκφράστηκε σε εκείνο το τριήμερο και την οποία δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως. Όπως δεν έχουμε κατανοήσει συνολικά την εξέγερση με όρους χώρου. Τα γεγονότα δεν διαδραματίστηκαν μόνο στο κατειλημμένο κτίριο του Πολυτεχνείου που μοιραία οριοθετεί την μνημονική μας αναφορά. Υπήρξαν συγκρούσεις σε μια μεγάλη περίμετρο γύρω από αυτό. Μια τοπογραφική προσέγγιση σε κλίμακα Αθήνας, σε συνδυασμό με προφορικές μαρτυρίες, θα ήταν ενδιαφέρουσα.    

Στη Μεταπολίτευση έγινε μια προσπάθεια να ενσωματωθεί το αντιδικτατορικό κίνημα και με αφορμή κάποιες προσωπικότητες που μετατοπίστηκαν σε μια εντελώς συστημική τροχιά, αναδείχθηκε ένα στερεότυπο κεφαλαιοποίησης των αγώνων. Μ’ αυτή την έννοια οι μαρτυρίες που συγκέντρωσες έχουν μια σημασία και για την αποδόμηση αυτού του στερεότυπου; Κάθε εγχείρημα που εμπλέκεται με τη ζωντανή  ιστορία συνδέεται με την πρόθεση να κοιτάξουμε πίσω και πέρα από μύθους, στερεότυπα και εκ των υστέρων προσλήψεις. Προσωπικά, ζήτησα από τους αφηγητές να μιλήσουν βιωματικά ξέροντας ότι αυτό δεν είναι κάτι αυτονόητο. Προφανώς, κάθε εξιστόρηση έχει δεχτεί την ανελέητη επίδραση του χρόνου, υπάρχουν κενά μνήμης, διαφορετικές εκδοχές ανάκλησης, ιδεολογικές μετατοπίσεις. Μνήμη σε καθαρή μορφή δεν υπάρχει. Πριν από είκοσι χρόνια ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε αποτύχει. Οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα στον απόηχο της στράτευσής τους. Η απόσταση του χρόνου παίζει ρόλο στο να είσαι πρόθυμος να «ξεφλουδίσεις το κρεμμύδι» της ζωής σου, όπως θα ‘λεγε κι ο Γκύντερ Γκρας. Συνάντησα όμως και αρκετές αρνήσεις και νομίζω αυτό απαντά λίγο-πολύ σ’ αυτό που με ρωτάς. Μια συζήτηση για το Πολυτεχνείο δεν είναι ποτέ αθώα. Καλείσαι να αντιπαραβάλεις τον εαυτό σου σε ένα γεγονός που απασχολεί πάνω από τέσσερις δεκαετίες τη δημόσια μνήμη. Αυτό σε «μικραίνει» μπροστά στο σύμβολο. Και φυσικά όταν έχεις κάποια υστεροφημία να υπερασπιστείς, ο δισταγμός μεγαλώνει. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι μου αρνήθηκαν συνέντευξη άνθρωποι που είτε κατείχαν είτε κατέχουν ακόμα πολιτικά πόστα.   

«Πριν από είκοσι χρόνια ένα τέτοιο εγχείρημα θα είχε αποτύχει. Οι άνθρωποι ζούσαν ακόμα στον απόηχο της στράτευσής τους. Η απόσταση του χρόνου παίζει ρόλο στο να είσαι πρόθυμος να “ξεφλουδίσεις το κρεμμύδι” της ζωής σου, όπως θα ‘λεγε κι ο Γκύντερ Γκρας.» 

Εικάζω ότι είναι δύσκολο αλλά μπορείς να σταχυολογήσεις ορισμένα στοιχεία που προκύπτουν από τις 84 αφηγήσεις, τα οποία ενδεχομένως να μην είχες υπόψη σου ή να σε συγκίνησαν με κάποιο τρόπο; Στο βιβλίο υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για το πρόχειρο ιατρείο του Πολυτεχνείου αλλά και ανθρώπων που τραυματίστηκαν στα γεγονότα. Κάποιοι από αυτούς έζησαν κυριολεκτικά από θαύμα. Πρόκειται για μαρτυρίες-καλειδοσκόπια μιας ολόκληρης εποχής: Σου επιτρέπουν να αντιληφθείς από τη μια το φριχτό πρόσωπο της Χούντας, τα όργανα της οποίας δολοφονούσαν και χτυπούσαν τραυματίες ακόμα και μέσα στα νοσοκομεία, κι από την άλλη μια συγκινητική αλληλεγγύη, αυτή που εκφράστηκε σιωπηλά και ανώνυμα από γιατρούς, νοσοκόμους, τραυματιοφορείς, συγγενείς, φίλους και συντρόφους.  Ένα άλλο στοιχείο που δίνει μια πολύ σημαντική πτυχή της όλης ιστορίας είναι οι περιγραφές για τη μαζικότητα της συμμετοχής των μαθητών. Ακόμα και παιδιά 14-15 ετών που έμειναν μέχρι το τέλος μέσα στο Πολυτεχνείο, περιφρουρούσαν τις πύλες, χτυπούσαν ρυθμικά τα κάγκελα, έτρεχαν στα οδοφράγματα, αντιμετώπισαν σφαίρες. Μιλάμε για ενεργητική συμμετοχή. Δύο από τους νεκρούς, ο Διομήδης Κομνηνός και ο Αλέξανδρος Σπαρτίδης, ήταν μαθητές. Σε μια κοινωνία γερασμένη όπως η δική μας που περιφρονεί τη νεολαία και τη θεωρεί ικανή μόνο για «χαβαλέ» αυτά είναι χρήσιμες και ενοχλητικές υπενθυμίσεις.    

Μετά από αυτή την ενδελεχή έρευνα γιατί «όλη νύχτα εδώ»; Ποιες ήταν οι συνθήκες που δημιούργησαν ρήγμα στο καθεστώς φόβου και πείσμωσαν τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες του Πολυτεχνείου; Η περίοδος της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών 1967-1974 είναι κάπως θολή στη συλλογική μας μνήμη. Λίγο η κατάχρηση του όρου «Χούντα» μέσα στην αμετροέπεια της πολιτικής συγκυρίας, λίγο οι κάθε λογής αναθεωρητικές οπτικές και «αποδομήσεις», τείνουμε να ξεχνάμε του τι πραγματικά σήμαινε να ζεις υπό την εξουσία ενός στρατιωτικού καθεστώτος. Να σπουδάζεις σε ένα κλίμα ανελευθερίας, λογοκρισίας, πολιτιστικής οπισθοδρόμησης και πρωτόγονου αντικομμουνισμού. Μαζί με αυτά ξεχνάμε ότι το Πολυτεχνείο, όπως και το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα στο σύνολό του, ήταν μια πολύ συνειδητή και συλλογική πράξη υψηλού κινδύνου. Ένας μαζικός ηρωισμός. Η μερίδα του φοιτητικού κόσμου που αμφισβητούσε ανοιχτά το καθεστώς από το 1972 και πυροδότησε την εξέγερση, παλεύοντας ταυτόχρονα αγωνιωδώς κόντρα στην παθητικότητα της χουντοκρατούμενης Ελλάδας, ήταν αγωνιστές και αγωνίστριες με όλη τη σημασία της λέξης. Υπέστησαν διώξεις, συλλήψεις, ξυλοδαρμούς και βασανισμούς, αναγκαστικές στρατεύσεις, ψυχολογική βία και τρομοκρατία. Στιγματίστηκαν και στερήθηκαν πράγματα. Πήραν ρίσκα σοβαρά για τη ζωή τους. Το Πολυτεχνείο ήταν το ξέσπασμα μιας συσσωρευμένης αγανάκτησης, με όρους πολιτικούς αλλά και υπαρξιακούς. Η εκρηκτική κλιμάκωση ενός συντεταγμένου και ανυποχώρητου αγώνα ο οποίος, μέσα από συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, έφτασε στο «μη περαιτέρω». Στην  ανοιχτή ρήξη με το καθεστώς, με όρους φυσικής αντιπαράθεσης. Παρεμπιπτόντως, το «Όλη Νύχτα Εδώ» είναι πραγματικό σύνθημα από την πρώτη νύχτα της κατάληψης (φαίνεται και σε μια φωτογραφία της εποχής) και, θεωρώ πως περιγράφει απλά και εύστοχα την έξαρση ενός ομαδικού αισθήματος σύγκρουσης με μια αυταρχική εξουσία το οποίο δε μπορούσε να κατασταλεί παρά μόνο με άρματα μάχης.   

Όπως ανέφερες και παραπάνω, ζούμε σε εποχές ιστορικού αναθεωρητισμού από την Αντίσταση μέχρι την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Η καταγραφή του βιώματος μπορεί να είναι ένα διάβημα διάσωσης της μνήμης; Η μνήμη είναι στραμμένη προς το μέλλον; H μνήμη δεν είναι ένας στατικός καμβάς ανάκλησης περασμένων εμπειριών αλλά μια ενεργητική διαδικασία παραγωγής νοήματος. Μια διαρκής ανακατασκευή της βιωμένης εμπειρίας, είτε αυτή αφορά ανθρώπους, είτε έθνη. Με αυτή την έννοια, η μνήμη (και η ενθύμηση) αφορά τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν μας ερεθίζει γιατί το ανακαλούμε πάντα ως ενδεχομενικότητα. Θυμόμαστε γιατί μας απασχολεί ο ορίζοντας μέλλοντος που κάθε παρελθόν εμπεριέχει: «Τι έμεινε από τότε;», «Τι κρατάμε στο σήμερα από όλα αυτά;», «Τι θα γινόταν αν» κλπ. Ερωτήσεις απλές που συγκεφαλαιώνουν προβληματισμούς για το αύριο, όχι για το χθες. Η μνήμη διασώζει κυρίως γιατί επιτελείται πάντα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αυτό που διαμορφώνεται από την οικογένεια, την κοινότητα, το κόμμα, τις δημόσιες αναπαραστάσεις, τις τελετουργίες, τις επετείους. Αυτά τα πλαίσια δεν είναι σταθερά, μεταβάλλονται με το χρόνο. Για αυτό το λόγο ακόμα και τόποι μνήμης τους οποίους αντιλαμβανόμαστε ως σταθερούς και απαραβίαστους, όπως η 28η Οκτωβρίου π.χ., βρίσκονται σε αναδιαπραγμάτευση. Απόδειξη όλη η πρόσφατη διαμάχη για τις μαθητικές παρελάσεις ή για το που τελειώνει ο εθνικός μύθος και που αρχίζει η ιστορική πραγματικότητα.   

Το βιβλίο με τις μαρτυρίες κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.

Ξέρω ότι ζεις στο Βερολίνο αλλά παρακολουθείς την ελληνική πραγματικότητα. Φέτος καθώς ξεκινούσε το δεκαήμερο προς την επέτειο της εξέγερσης υπήρξαν καταγγελίες για βασανιστήρια ανθρώπων στην οδό Μπουμπουλίνας, για εισβολή αστυνομικών σε πανεπιστημιακούς χώρους κλπ. Είναι ανησυχητικό όταν το κράτος τροφοδοτεί τη δημιουργία συνειρμών; Συνειρμός είναι ένας μάλλον εύσχημος τρόπος να το θέσει κανείς. Το Πολυτεχνείο έχει στυλιζαριστεί στη δημόσια μνήμη ως ένα εμβληματικό γεγονός σε ένας συνεχές αγώνων για Δημοκρατία. Ήταν αναμφίβολα η κορυφαία στιγμή συλλογικής αντίστασης στην Χούντα, για αυτό και έγινε ιδρυτικός μύθος της Μεταπολίτευσης –και, μοιραία, του πολιτικού συστήματος το οποίο εγκαθιδρύθηκε το 1974. Αυτό δε σημαίνει ότι η μνήμη του είναι ενιαία. Το αντίθετο. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα γεγονός ρήξης. Ένα κίνημα διαμαρτυρίας το οποίο συμπύκνωσε πολλά περισσότερα ιδεολογικά φορτία από όσα του αποδίδουμε σήμερα. Το 1973 είχαν περάσει μόλις 24 χρόνια από το τέλος του Εμφυλίου. Στο Πολυτεχνείο δεν εκφράστηκε μόνο η επιθυμία επιστροφής στον  κοινοβουλευτισμό. Εκφράστηκε και η πολύπλευρη αντιπαράθεση με το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς και τους μηχανισμούς του. Με άλλα λόγια υπήρξε ένα γεγονός διαιρετικό και, ήδη, η μνήμη του αρχίζει να επανέρχεται σε συγκρουσιακές τροχιές. Γιατί αν «θυμούνται» οι ηττημένοι του Εμφυλίου, δεν μπορεί παρά να θυμούνται και οι νικητές του. 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.