Το παράξενα γοητευτικό και περίτεχνο ιαπωνικό μυθιστόρημα -το οποίο γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλές στον δυτικό κόσμο- έχει πολυδιάσπαρτες και ετερόκλητες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Η αρχική του, ωστόσο, διαμόρφωση βασίζεται σε ιστορίες και θρύλους που εντοπίζονται σε παλαιότατα κείμενα, ενώ ένα μέρος αυτού του υλικού κληροδοτήθηκε από γενιά σε γενιά, με ένα περιεχόμενο ποικίλο, προερχόμενο συχνά από θρησκευτικά θέματα. Η άλλη σημαντική πηγή που συνέβαλε στην μετεξέλιξη αυτού του μυθιστορήματος είναι η ποίηση και τα σκοτεινά νοήματα των παραδοσιακών στίχων, με την κατάφορα υποβλητική τους δύναμη.

Ένα πρώιμο έργο που αναδεικνύει την δαιδαλώδη καταγωγή του ιαπωνικού μυθιστορήματος είναι το «Κοίλο Δέντρο», μία σύνθεση του δεκάτου αιώνα που βασίζεται τόσο στις παράξενες αφηγήσεις όσο και στις ποιητικές ιστορίες. Το έργο αυτό αποτελεί το σύμμεικτο είδος που έπρεπε να προϋπάρξει του σπουδαιότερου -για πολλούς- μυθιστορήματος της χώρας αυτής. Ο λόγος για την «Ιστορία του Γκέντζι» που γράφτηκε γύρω στο 1000 μ.Χ., η δομή της οποίας δεν εναρμονίζεται με τις αντιλήψεις των δυτικών μυθιστορημάτων, αλλά θυμίζει περισσότερο τους περίφημους οριζόντιους κυλίνδρους της ιαπωνικής ζωγραφικής: Οι συνθέσεις των κυλίνδρων αυτών αρχίζουν συχνά με λίγα μόνο πρόσωπα, αναπτύσσονται σε μία αλληλουχία από περίπλοκες και συναρπαστικές σκηνές, για να επιστρέψουν πάλι σε ένα μικρό αριθμό ατόμων, σε ένα άλογο και τέλος, κάπου μέσα στην ομίχλη, στην μοναχική μορφή ενός στρατιώτη. Η εντύπωση που προκαλεί αυτό το μυθιστόρημα είναι μία γενικευμένη αίσθηση θλίψης που προέρχεται από την εμμονή του στην αδυσώπητη ροή του χρόνου.

Το μόνο δυτικό μυθιστόρημα που μοιάζει με αυτό το αρχετυπικό ιαπωνικό έργο είναι το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ: Υπάρχουν εκπληκτικές αναλογίες τεχνικής ανάμεσα στα δύο έργα, όπως η συμπτωματική αναφορά σε πρόσωπα και γεγονότα των οποίων η σημασία αναβάλλεται συνεχώς για να ολοκληρωθεί αργότερα, κάπως σαν μια μουσική συμφωνία, σαν μία μυστική αλληλουχία επιμέρους δράσεων που υποτάσσει τα πρόσωπα στην ίδια την αφήγηση και τη δυναμική της. Η καταιγιστική επίδραση της ιδιότυπης τεχνικής του έργου αυτού φαίνεται στα περισσότερα από τα κομψοτεχνήματα του Τζουνίτσιρο Τανιζάκι (1886-1965), ίσως του σημαντικότερου σύγχρονου Ιάπωνα συγγραφέα.

Ο Τανιζάκι έγινε αρχικά γνωστός ως μυθιστοριογράφος του αισθησιασμού και τα βιβλία του, όπως η «Σβάστικα» ή το «Κλειδί», αποτέλεσαν σοβαρές ηθικές προκλήσεις. Αλλά, ο Τανιζάκι ενδιαφέρεται λιγότερο για την πρόκληση και περισσότερο για την ανεξέλεγκτη επιβολή των αισθήσεων που ακολουθώντας τη δική τους αναπόδραστη παρτιτούρα οδηγεί στο εσωτερικό χάσμα, την αμηχανία, την περισυλλογή, το ξεγύμνωμα και την -άνευ όρων- αυτογνωσία. Στον «Τροχό της τύχης», για παράδειγμα, ο συγγραφέας εστιάζει στη σεξουαλική υποδούλωση: μια νέα παντρεμένη γυναίκα αποκτά σχέσεις με μιαν άλλη γυναίκα, διεφθαρμένη και διαβολική, η οποία κατακτά και τον σύζυγό της παρασύροντας και τους τρεις στο θάνατο! Ένα βιβλίο που γράφτηκε το 1928 και ασχολείται με την καταραμένη σεξουαλική σχέση δύο γυναικών δεν μπορεί παρά να σόκαρε στην εποχή του. Στην ουσία, όμως, ο Τανιζάκι με θαυμαστή νηφαλιότητα διερευνά τα όρια του ερωτισμού, τον εγωισμό που εμποδίζει το συναίσθημα να εκδηλωθεί, την κενή καθημερινότητα που αποκτάει νόημα με την παράνομη ερωτική σχέση – και όλα αυτά, χωρίς την παραμικρή διάθεση για σεμνοτυφίες ή ηθικολογίες.

Σε κάθε περίπτωση, ένα από τα αγαπημένα ερωτικά θέματα της ιαπωνικής λογοτεχνίας, αυτό του ηλικιωμένου άνδρα που έχει ακόμα μέσα του τη φλόγα και που το όψιμο πάθος του τον οδηγεί στην καταρράκωση, πραγματεύεται «Το κλειδί», το προτελευταίο αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Τανιζάκι. Το συγκεκριμένο έργο αναπτύσσεται με τη μορφή δύο ημερολογίων που κρατούν αντιστοίχως ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια και κουρασμένοι. Από ένα σημείο και μετά, ο καθένας προορίζει το ημερολόγιο για την κρυφή ανάγνωση από τον άλλο, με σκοπό να τον ερεθίσει αλλά και να τον πληγώσει. Η διαφορά που προκύπτει ανάμεσα στα δύο ημερολόγια δημιουργεί μια συνεχή ένταση και μας κάνει να γινόμαστε συνένοχοι του ενός ή του άλλου. Τα θέματα της νιότης και του γήρατος, της σεξουαλικής εμμονής και του θανάτου, του παλιού και του καινούργιου συνθέτουν ένα επιπλέον εξαιρετικό έργο, το τελευταίο βιβλίο που έγραψε ο συγγραφέας: «Το ημερολόγιο ενός τρελού γέρου».

Ένας ηλικιωμένος άντρας, φλέγεται από πάθος για τη νύφη του – μια πρώην χορεύτρια, αρκετά ελαστική σε θέματα ερωτικής ηθικής. Εκείνη, με πολλή επιτηδειότητα, εκμεταλλεύεται το πάθος του και του αποσπά χρήματα, προσφέροντάς του μόνο κάποιες υποτυπώδεις σεξουαλικές εκδουλεύσεις, οδηγώντας τον -σταδιακά- στην παράνοια. Όσο για «Το πόδι της Φουμίκο» (1921) είναι ένα μικρό διαμάντι, το πιο αντιπροσωπευτικό από τα πρώιμα έργα του Τανιζάκι που επιχειρεί, με τη σειρά του, να διερευνήσει τις πτυχές μιας άγριας και ακατανόητης σεξουαλικότητας.

Μία ερωτική μανία η οποία τείνει να κυριεύσει το μυαλό και το κορμί του πρωταγωνιστή – μέσα σε μια ατμόσφαιρα σαφήνειας και αληθοφάνειας. Ο Ουνοκίτσι, φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, αφηγείται τη συνάντησή του με τον συνταξιούχο Τσουκακόσι και την ερωμένη του, Φουμίκο. Ο ηλικιωμένος έμπορος, παθιασμένος με την ομορφιά του ποδιού της, αναθέτει στον νεαρό ζωγράφο να αποδώσει τη Φουμίκο -κατά τον τρόπο μιας παλιάς γιαπωνέζικης γκραβούρας- σε μία στάση που αναδεικνύει την μεθυστική σαγήνη της. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στο συναρπαστικό του δοκίμιο «Το εγκώμιον της σκιάς» ο Τανιζάκι εκθειάζει την ομορφιά, αυτήν της γιαπωνέζικης αισθητικής στις τέχνες και κυρίως στην καθημερινή ζωή. Και μας εξηγεί πως η φύση αυτής της ομορφιάς είναι αυτή των σκιών και του ομιχλώδους, ότι ο όρος γέννησης και ύπαρξής της είναι το ημίφως και η ασάφεια. Μια ομορφιά που είναι τέτοια, ακριβώς γιατί είναι μισοκρυμμένη και αμυδρή, ιδωμένη σαν μέσα σε όνειρο.

Με «Το πόδι της Φουμίκο», λοιπόν, μας παραδίδει μία διαχρονική σπουδή -στην λογοτεχνική της εκδοχή-  πάνω στον αισθησιασμό, την ομορφιά, την φαντασίωση, καθώς και το χρονικό μιας εμμονής. Πρόκειται για μία εμμονή, η οποία δεν θα αργήσει να αποκτήσει τέτοια ένταση που θα οδηγήσει, σχεδόν νομοτελειακά, στις παρυφές της τρέλας. Τελικά, τι απομένει; Η ένταση, η παραφορά και μία αλλοπρόσαλλη έλξη, ικανή να οδηγήσει την αυτογνωσία σε πρωτόγνωρες αποκαλύψεις – πολύ πέρα από τα όριά της. Εκεί, δηλαδή, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Πάντως, έπειτα από όλα αυτά, ένα είναι βέβαιο: τίποτα δεν θα είναι, πια, το ίδιο…

Τζουνίτσιρο Τανιζάκι
«Το πόδι της Φουμίκο» 
Μετάφραση: Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις: Άγρα
Σελίδες: 96 

Βιβλία στη Βιτρίνα 

Μάκης Μαλαφέκας
«Μεσακτή»
Εκδόσεις: Μελάνι
Σελίδες: 232 
Ιούλιος 2018. Ο Μιχάλης Κρόκος προσπαθεί να εκδώσει το παλπ μυθιστόρημα που έγραψε για την Documenta της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει στο καυτό καλοκαίρι του υπερτουρισμού και του Airbnb. Ένας παλιός φίλος, εκδότης περιοδικού, τον στέλνει στην Ικαρία, από όπου ο Κρόκος έχει μακρινή καταγωγή, για να του γράψει μια ελαφριά ιστορία με σέρφερ και παραλιακά μπαρ. Εκεί, ο συγγραφέας θα έρθει αντιμέτωπος με όλες τις φυλές του ελληνικού καλοκαιριού, θα ερωτευτεί την εθιστική φωτογραφία μιας άγνωστης γυναίκας στο εξοχικό όπου φιλοξενείται και θα γίνει ο αυτόπτης μάρτυρας του ανεξήγητου πνιγμού της. Σύντομα, θα ανακαλύψει ότι βρίσκεται στο νησί για έναν συγκεκριμένο λόγο. Και θα μπει στα πυκνά δάση της ενδοχώρας αναζητώντας εμμονικά το φινάλε της ιστορίας ενός βιβλίου που ίσως δεν θα έπρεπε να γράψει.

Daniel Schneidermann
«Βερολίνο 1933 – Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ»
Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις: Πόλις
Σελίδες: 448 
Τον Ιανουάριο του 1933, όταν ο Χίτλερ ανεβαίνει στην εξουσία, διακόσιοι περίπου ξένοι δημοσιογράφοι είναι διαπιστευμένοι στο Βερολίνο. Ελάχιστοι από αυτούς θα απελαθούν. Οι περισσότεροι θα παραμείνουν στην πρωτεύουσα του Ράιχ. Αμερικανοί, Βρετανοί, Γάλλοι, όλοι τους καλοί γνώστες της Γερμανίας και συχνά γερμανόφιλοι, εργάζονται δηλώνοντας την πίστη τους στην ελευθερία του Τύπου. Οι καθημερινοί τους συνομιλητές, όμως, ονομάζονται Γκέμπελς ή Γκέρινγκ. Ενώ γύρω τους θα αρχίσουν σύντομα να μαίνονται οι διώξεις εναντίον Εβραίων και αντιφρονούντων, αυτοί παλεύουν να αποσπάσουν μια αποκλειστική δήλωση off the record ή να τους γίνει η χάρη να πάρουν συνέντευξη από τον δικτάτορα. Γιατί δεν προειδοποίησαν τον κόσμο για την παραφροσύνη και τη βαρβαρότητα του χιτλερισμού; Ο σφοδρός αντικομμουνισμός των εργοδοτών τους, η ατμόσφαιρα μιας εποχής ανεκτικής στους δικτάτορες, η παράλυση μπροστά στα όσα πρωτόγνωρα αντικρίζουν τα μάτια τους, και χιλιάδες ακόμα λόγοι: όλα αυτά συμβάλλουν στο να επικρατήσει μια συλλογική μιντιακή τύφλωση που θα οδηγήσει, από το 1941 και μετά, στην πλήρη άρνηση του Ολοκαυτώματος. Βασισμένο σε διεξοδική έρευνα των πηγών, το βιβλίο αποτελεί ένα συναρπαστικό χρονικό της καθημερινής ζωής των ξένων δημοσιογράφων στο Βερολίνο, από το 1933 έως το 1941. Μια αφήγηση που τη διαπερνά απ’ άκρου εις άκρον το εξής ερώτημα: Είμαστε βέβαιοι ότι διαθέτουμε σήμερα περισσότερα εφόδια για να κατονομάσουμε το Κακό;

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
«Τα Αθηναϊκά»
Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Σελίδες: 480 
Ο παρούσα έκδοση συγκεντρώνει όλα τα αθηναϊκά κείμενα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911), διηγήματα και χρονογραφήματα, άλλα δημοσιευμένα όσο ζούσε και άλλα μετά το θάνατό του, βασισμένα στη φιλολογική έκδοση των Απάντων του που φρόντισε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει την πόλη όπου έζησε «υπέρ το ήμισυ της ζωής», και κυρίως την περιοχή του Ψυρρή και τα πέριξ της – μια πόλη πολυάνθρωπη και αντιφατική, πνευματικά άκεντρη, μια πόλη των κοινωνικών αποκλεισμών, της φτώχειας, της κυριαρχίας του χρήματος. Σκιαγραφεί τις συνθήκες ζωής, τη φτωχολογιά, τους εσωτερικούς μετανάστες – εντέλει τους διάφορους ανθρώπινους τύπους. Όλοι τους ζουν σε ενοικιαζόμενα χαμόγεια δωμάτια, συνήθως γύρω από μια αυλή, όλοι τους, άντρες, γυναίκες και παιδιά, θα συναντηθούν κάποια στιγμή στο μπακάλικο ή στην ταβέρνα της γειτονιάς.