Από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς μας και δεξιοτέχνης μεταφραστής των κορυφαίων γάλλων ερωτικών συγγραφέων, ο πιο ερωτικός ακόμη και στην πεζογραφία του δημιουργός μας, ο Ανδρέας Στάικος συνέγραψε πρόσφατα ξανά μέσα από τη διαδικασία των προβών με τη θεατρική ομάδα του μια μετεωριζόμενη κωμωδία, μνημείο υπαινιγμών, λεπτής ειρωνείας, υποδόριου ερωτισμού, την «Αλίφειρα» (από την αρκαδική αρχαία πόλη που μνημονεύει ο Παυσανίας ),που ανεβαίνει σε μια παιγνιώδη παράσταση, γεμάτη λεπτότητα και άνω τελείες, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Σκηνή Ωμέγα, κάθε Δευτέρα και Τρίτη.

Το θέατρο για τον ίδιο είναι τρόπος ζωής. «Για μένα και τους ηθοποιούς μου, κάθε πρόβα, σε όποιο στάδιο κι αν βρίσκεται, είναι μια ολοκληρωμένη παράσταση, την οποία γευόμαστε ως παράσταση και όχι ως πρόβα. Και γι’ αυτό η κάθε πρόβα-παράσταση εορτάζεται δεόντως με εδέσματα, μεζέδες και κρασί! Είμαστε μια «γλυκιά συμμορία» που γλεντά τα μικρά της κατορθώματα. Και τι είναι τα κατορθώματα στο θέατρο; Οι μικρές ή μεγάλες μεταμορφώσεις. Έστω για λίγες στιγμές, όσο διαρκεί μια πρόβα-παράσταση, να γευτείς την ευτυχία να είσαι ο άλλος!», αποκαλύπτει ο συγγραφέας των πετυχημένων πεζών «Αισχροτάτη Εριέττα» και «Επικίνδυνες μαγειρικές» (εκδόσεις Άγρα) για τη γένεση των έργων του, χαρακτηρίζοντας τη γνωριμία του με τον Μαριβώ «καταλυτική»: «Γνώρισα την εν γλώσσα αδελφή ψυχή. Πείσθηκα, σχεδόν, ότι αν έγραφα στα γαλλικά θα έγραφα όπως εκείνος κι αν ο Μαριβώ έγραφε στα ελληνικά, θα έγραφε όπως εγώ. Η γλώσσα ως κυρίαρχο, πρωταγωνιστικό στοιχείο του θεατρικού έργου. Η πλοκή, οι χαρακτήρες, οι ανατροπές έπονται και αναβλύζουν αβίαστα μέσα από τις γλωσσικές διευθετήσεις. Ο συγγραφέας δέσμιος των καπρίτσιων της γλώσσας και όχι των ιδεών ή των μηνυμάτων. Η ίδια η γλώσσα δημιουργεί το δράμα, την κωμωδία, την πλοκή, τη σύγκρουση και την ανατροπή. Η γλώσσα αυτονομείται, δεν υποκύπτει, δεν υποτάσσεται στις σκέψεις και τις ιδέες του συγγραφέα. Θα ήταν ένα παρακινδυνευμένο όσο και απολαυστικό παιχνίδι στα όρια της γλωσσολαγνείας και του λογοπαίγνιου, αν δεν αντιστοιχούσε στον πληρέστερο, σύνθετο και αμετάφραστο όρο του «μαριβωντάζ». Όσο για την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση, είχα την αίσθηση ότι πρόκειται περί μοιχείας. Κοιμόμουν στο πλευρό μιας Γαλλίδας και ξυπνούσα στο πλευρό μιας Ελληνίδας».

Αλίφειρα. Μεταξύ πραγματικότητας, φαντασίας, φαντασίωσης. Ένα χαριτωμένο σκηνικό ποίημα αμφισημίας, όπου προθέσεις, συναισθήματα, ήρωες ετεροκλίνουν. Πόσο χάρηκες τη διαδικασία γένεσής της; Δημιουργήθηκε με υλικά που φέρατε στις πρόβες οι συμμετάσχοντες; Υπήρχαν λέξεις κλειδιά; Το ελκυστικό όνομα της πόλης ήταν μια τέτοια λέξη; Η διαδικασία συγγραφής που ακολουθείς είναι απαρέγκλιτα πάντα ίδια; Τα πάντα γεννιούνται μέσα στην πρόβα; Η λέξη, η κατεξοχήν λέξη-κλειδί, είναι ο ίδιος ο τίτλος του έργου: Αλίφειρα. Κυριολεκτικώς λέξη-κλειδί. Η Αλίφειρα είναι ο άμορφος, κενός χώρος και χρόνος. Είναι ίσως ο χώρος πριν από τη δημιουργία, πριν ή μετά τη συντέλεια. Και ο χώρος, όπως και ο χρόνος, οφείλει να αποκτήσει νόημα, να πληρωθεί από δράση. Και δράση εννοείται το συναίσθημα, το παιχνίδι, η κίνηση, η γλώσσα, η φαντασία, η φαντασίωση. Κι όταν οι εκφράσεις, τα συμπτώματα ζωής εξαντληθούν, με αφετηρία πάλι το τίποτα ξεκινά μια νέα αναζήτηση δράσης. Η Αλίφειρα είναι η παντοτινή λευκή σελίδα. Και όσο γεμίζει η σελίδα, ταυτόχρονα αδειάζει και φτου κι απ’ την αρχή. Νέα πλήρωση, νέο κενό έως το τέλος, έως τη νέα αρχή! Ατελείωτες πρόβες πλήρωσης του κενού, ατελείωτες πρόβες πλήρωσης της λευκής σελίδας.

Αλίφειρα - Εμμανουέλα Κοντογιώργου, Ελένη Ζαραφίδου, Δημήτρης Πασσάς

Εμμανουέλα Κοντογιώργου, Ελένη Ζαραφίδου, Δημήτρης Πασσάς, στην εξωφρενική, πικρή κωμωδία του Ανδρέα Στάικου, Αλίφειρα, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Τι αποτελεί την προϋπόθεση της θεατρικής γραφής; Οι ηθοποιοί που σε εμπνέουν, η μεταξύ σας «χημεία»; Η προϋπόθεση είναι η σύσταση ενός ολιγομελούς θιάσου -ως επί το πλείστον τεσσάρων προσώπων- με την αρχαιότατη έννοια του όρου, δηλαδή μιας μικρής συντροφιάς μυημένων, μυημένων στην εξερεύνηση και την απόλαυση του κενού.

Καταφέρνουν οι σκηνοθέτες να διαχειριστούν το τόσο ιδιοσυγκρασιακό, υπαινικτικό και σε μετεωρισμό υλικό των θεατρικών σου; Ή τα αναγνωρίζεις αποκλειστικά όταν τα σκηνοθετείς ο ίδιος; Χαίρεσαι όταν τα «διαβάζουν» αλλιώς οι σκηνοθέτες ή θυμώνεις; Έπειτα από τη συγγραφή και την πρώτη παρουσίασή του, το έργο δεν μου ανήκει. Το αποχαιρετώ τη βραδιά της πρεμιέρας. Χαίρομαι ιδιαιτέρως όταν το έργο θα κινήσει το ενδιαφέρον ή θα εμπνεύσει κάποιον άλλον σκηνοθέτη. Είναι σαν να παρευρίσκομαι, ως θεατής πλέον, στην παράσταση ενός ξένου έργου και συνήθως χαίρομαι όταν, αρκετές φορές και σε αρκετά σημεία, ο άλλος σκηνοθέτης και με άλλη ματιά και άλλη ευαισθησία θα αποκαλύψει ή θα φωτίσει κάποιες νέες πτυχές ή δυνατότητες του έργου. Ή θα ανακαλύψει κάποιες αθέατες ή κρυφές ρωγμές στα κείμενά μου, που θα του επιτρέψουν να τρυπώσει και να δημιουργήσει νέες αμφισημίες και απροσδόκητα ξέφωτα.

Δεν έχεις, αλήθεια, επιχειρήσει ποτέ να γράψεις μόνος στο γραφείο σου ένα θεατρικό; Το γραφείο με πλήττει. Χωρίς τη συντροφιά των ηθοποιών μου δεν μπορώ να εκφρασθώ. Αυτός ο τρόπος έκφρασης δεν είναι μία μέθοδος ή ένας πιο αποτελεσματικός τρόπος εργασίας. Άλλωστε, αυτός ο τρόπος, ο οποίος πιθανόν να θεωρείται πρωτότυπος ή πρωτοποριακός, είναι ένας τρόπος παραδοσιακός και ίσως παρωχημένος. Οι δραματουργοί των περασμένων αιώνων έγραφαν εμπνεόμενοι από συγκεκριμένους ηθοποιούς που αποτελούσαν τον κύριο κορμό των θιάσων τους. Γνώριζαν τα χαρακτηριστικά των ηθοποιών τους, χαρακτηριστικά τα οποία απέδιδαν στους ήρωες των έργων τους ακόμη κι αν οι ήρωες ήσαν πρόσωπα εξωπραγματικά ή μυθικά. Έχω τη βεβαιότητα ότι αυτή η διαδικασία γραφής υπερβαίνει τη λειτουργία της γραφής. Δεν πρόκειται για τρόπο γραφής αλλά για τρόπο ζωής: Ζειν θεατρικώς. Και εδώ υπεισέρχονται τα χαρακτηριστικά στοιχεία και οι χαρακτηριστικές διαθέσεις και προθέσεις του εκάστοτε δραματουργού. 

Με τον Μάη του 1968 αποχαιρέτησα την παλαιά, αγαπημένη επανάσταση, συμμετέχοντας ψυχή τε και σώματι στην εξόδιο ακολουθία της.

Όσο για μένα, από την στιγμή που μου υποβάλλετε αυτή την παρακινδυνευμένη ερώτηση, δεν θα διστάσω να αποκαλύψω μερικά δικά μου χαρακτηριστικά. Για μένα το θέατρο δεν είναι μια επιβεβλημένη επαγγελματική και κανονιστική εργασία. Είναι τρόπος ζωής. Πριν το έργο παρουσιασθεί στη σκηνή, χτίζεται προοδευτικά μέσα από πολλές πρόβες. Για μένα και τους ηθοποιούς μου, κάθε πρόβα, σε όποιο στάδιο κι αν βρίσκεται, είναι μια ολοκληρωμένη παράσταση, την οποία γευόμαστε ως παράσταση και όχι ως πρόβα. Και γι’ αυτό η κάθε πρόβα-παράσταση εορτάζεται δεόντως με εδέσματα, μεζέδες και κρασί! Είμαστε μια «γλυκιά συμμορία» που γλεντά τα μικρά της κατορθώματα. Και τι είναι τα κατορθώματα στο θέατρο; Οι μικρές ή μεγάλες μεταμορφώσεις. Έστω για λίγες στιγμές, όσο διαρκεί μια πρόβα-παράσταση, να γευτείς την ευτυχία να είσαι ο άλλος! Δεν θα κρύψω επίσης, πως υπάρχει και ένα ίχνος ναρκισσισμού. Να χειροκροτώ τους ηθοποιούς κι εκείνοι να με χειροκροτούν σε κάθε πρόβα-παράσταση κι όχι στην οριστική, τελική παράσταση που μας αφήνει την πικρή γεύση του αποχωρισμού.

Ο Ανδρέας Στάικος με τους τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης: Από αριστερά, Ελένη Ζαραφίδου, Αιμιλία Μήλιου, Ανδρέας Στάικος, Εμμανουέλα Κοντογιώργου και Δημήτρης Πασσάς.

Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το θέατρο; Το προξένησε ένα έργο, μια παράσταση; Γιατί όχι με το σινεμά; Μικρός τι ήθελες να γίνεις; Δεν το αποφάσισα. Ακολούθησα έναν δρόμο, τον μοναδικό δρόμο που ξανοιγόταν μπροστά μου. Η αλήθεια είναι πως η εμμονή ενός φωτισμένου δασκάλου μου με παρότρυνε και μου έδειχνε επιτακτικά αυτόν τον δρόμο. Ο δάσκαλός μου της νεοελληνικής γλώσσας, ο Γιάννης Σιδέρης, στην πρώτη και δεύτερη τάξη του Γυμνασίου, είχε διαγνώσει στις εκθέσεις ιδεών κάποια ψήγματα θεατρικότητας. Μου είπε να μη γράφω εκθέσεις ιδεών ή περιγραφών αλλά διαλόγους, μονολόγους, ασκήσεις της γλώσσας και της φαντασίας. Ξεκίνησα λοιπόν να γράφω σύμφωνα με τις υποδείξεις του και να διασκεδάζω τους συμμαθητές μου, πρώτους θεατές των κειμένων μου. Ήταν οι πρώτες παραστάσεις μου, εκτός του σχολικού πλαισίου και των σχολικών κανόνων. Ο ίδιος δάσκαλος, εξωσχολικά πλέον, με παρακολουθούσε και με παρότρυνε να γράψω τα πρώτα σύντομα μονόπρακτά μου θεατρογραφήματα.  Κάπως έτσι ξεκίνησε. 

Ο ερωτισμός είναι η κινητήρια δύναμη των σημαντικών έργων της λογοτεχνίας και του θεάτρου.

Η πάλη σου με τις λέξεις, κατά τη μεταφραστική διαδικασία, πότε ήταν και με ποιο έργο πιο περιπετειώδης και δύσκολη; Τον Μαριβώ πώς τον «κατάφερες»; Πόσο φετιχιστής είσαι με τις λέξεις, τον γραπτό λόγο; Αυτό απηχεί και η επιλογή των ονομάτων των έργων σου; Η γνωριμία μου με τον Μαριβώ υπήρξε καταλυτική. Γνώρισα την εν γλώσσα αδελφή ψυχή. Πείσθηκα, σχεδόν, ότι αν έγραφα στα γαλλικά θα έγραφα όπως εκείνος κι αν ο Μαριβώ θα έγραφε στα ελληνικά θα έγραφε όπως εγώ. Η γλώσσα ως κυρίαρχο, πρωταγωνιστικό στοιχείο του θεατρικού έργου. Η πλοκή, οι χαρακτήρες, οι ανατροπές έπονται και αναβλύζουν αβίαστα μέσα από τις γλωσσικές διευθετήσεις. Ο συγγραφέας δέσμιος των καπρίτσιων της γλώσσας και όχι των ιδεών ή των μηνυμάτων. Η ίδια η γλώσσα δημιουργεί το δράμα, την κωμωδία, την πλοκή, τη σύγκρουση και την ανατροπή. Η γλώσσα αυτονομείται, δεν υποκύπτει, δεν υποτάσσεται στις σκέψεις και τις ιδέες του συγγραφέα. Θα ήταν ένα παρακινδυνευμένο όσο και απολαυστικό παιχνίδι στα όρια της γλωσσολαγνείας και του λογοπαίγνιου, αν δεν αντιστοιχούσε στον πληρέστερο, σύνθετο και αμετάφραστο όρο του «μαριβωντάζ». Όσο για την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση είχα την αίσθηση ότι πρόκειται περί μοιχείας. Κοιμόμουν στο πλευρό μιας Γαλλίδας και ξυπνούσα στο πλευρό μιας Ελληνίδας. 

Αλίφειρα - Κοντογιώργου

Η Εμμανουέλα Κοντογιώργου σε σκηνή του έργου.

Η γυναίκα. Πρωταγωνίστρια στα θεατρικά και στα πεζά σου. Από αυτή ξεκινάνε όλα στη δημιουργία σου; Τα περισσότερα θεατρικά σου έχουν γυναικείο όνομα. Περίγραψέ μου τη σχέση σου με τη γυναίκα; Τι είναι η γυναίκα; Ποια ακριβώς γυναίκα σε εμπνέει και είναι η μούσα σου; Πρόκειται για μία γυναίκα, την γυναίκα των ονείρων μου, την διαρκώς πολιορκούμενη και διαρκώς απόρθητη. Την γυναίκα που δίδει την ψευδαίσθηση ότι έχει παραδοθεί ολοσχερώς αλλά παραμένει απόρθητη, απρόσιτη, αινιγματική, ανερμήνευτη. Η μεταμορφωτική της ικανότητα αιφνιδιάζει, αποπροσανατολίζει και κυρίως συγκινεί. Συγκινεί η φροντίδα της να μεταμορφώνεται σε κάποια άλλη, μη αναγνωρίσιμη, ξένη, αντικείμενο του πόθου, όχι των δικών σου πόθων αλλά του πόθου των άλλων. Όσο πιο κοντά σου τόσο πιο μακριά σου, απρόσιτη, μοιραία για σένα και κυρίως μοιραία για τον εαυτό της τον ίδιο. Μοναδική και μόνη. Με ή παρά τη θέλησή της εμπνέει την ψευδαίσθηση, την απόγνωση και την ποίηση. Είναι το αντικείμενο του πόθου, του σεβασμού και του δέους. Δεν θα ήθελα ποτέ να τη δαμάσω. Αν τη δαμάσω θα πάψει να είναι το αντικείμενο της λατρείας μου!    

Απαιτείται μια νωχέλεια πνευματική και σωματική, για την απόλαυση της ερωτικής διαδικασίας.

Είσαι με το σπαθί σου ο τοπ έλληνας ερωτογράφος, ο έλληνας μετρ του ερωτισμού. Ποια μυστικά σου παραδόθηκαν για τον έρωτα βουτώντας εξαντλητικά για χρόνια στον Λακλό, τον Μυσέ… ; Ο έρωτας είναι παιχνίδι, τέχνη, συνθήκη, πάθος; Πιάνεται; Επιζεί; Τι λέει η λογοτεχνία και η εμπειρία; Ο έρωτας είναι η κατάληξη, η επιβράβευση, μια επιβράβευση τόσο σύντομης διάρκειας όσο και η επιβράβευση με το χρυσό μετάλλιο των ολυμπιονικών, συνοδεία του εθνικού ύμνου. Προηγείται το παιχνίδι, μακράς διάρκειας, η σύνθετη και περιπετειώδης διαδικασία της πολιορκίας. Μια διαδικασία πλήρης τέχνης, τεχνασμάτων, πολιορκητικών συμπεριφορών, επιβραδύνσεων, επιταχύνσεων, παγιδεύσεων. Αυτό το μακρύ και βασανιστικό παιχνίδι είναι ο ερωτισμός. Ο ερωτισμός είναι η κινητήρια δύναμη των σημαντικών έργων της λογοτεχνίας και του θεάτρου.

Ζεις, κυκλοφορείς, κινείσαι στην Αθήνα; Είναι ερωτική πόλη; Ο κόσμος ερωτεύεται στα χρόνια των κορονοϊών, των social media, της fast food νοοτροπίας, της τεχνητής νοημοσύνης; Για μένα η ερωτική πόλη βρίσκεται όπου βρίσκομαι. Αλλά ακόμη και μια απόμακρη πολίχνη είναι ερωτική, γιατί φανερά ή μυστικά, σ’ αυτή την πολίχνη επιβιώνει τουλάχιστον μια μοιραία γυναίκα. Βέβαια στις σύγχρονες, πολυάσχολες, πολυπράγμονες «αποτελεσματικές» κοινωνίες, ο ελεύθερος χρόνος του ερωτισμού συρρικνώνεται επικίνδυνα. Απαιτείται μια νωχέλεια πνευματική και σωματική, για την απόλαυση της ερωτικής διαδικασίας.

Τι οφείλεις για αυτό που είσαι στον Μάη του 68; Ποια εικόνα του συγκρατείς; Ποια περιπέτεια; Τι διάβαζες; Με τον Μάη του 1968 αποχαιρέτησα την παλαιά, αγαπημένη επανάσταση, συμμετέχοντας ψυχή τε και σώματι στην εξόδιο ακολουθία της. Και μαζί αποχαιρέτησα την ιδιοτέλεια των ιδεολογιών, των ιδεοληψιών και κάθε είδους πολιτικής, κομματικής ή συλλογικής ένταξης.

Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Βιτέζ; Δεν σε έχω ρωτήσει, νομίζω, ποτέ. Είναι ένα κεφάλαιο που δεν είναι γνωστό. Από τον Βιτέζ έμαθα την απολαυστική διαδικασία: πώς εξέρχεται ο ηθοποιός από τον εαυτό του, πώς, πότε και γιατί δανείζεται στοιχεία, συμπεριφορές προσώπων της ιστορίας, της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, του στενού ή και του ευρύτερου περιβάλλοντος, της πραγματικότητας ή της φαντασίας του. Ο πλήρης κατακερματισμός της προσωπικότητας του ηθοποιού. Και χάρη σ’ αυτόν τον κατακερματισμό, είναι δυνατή η συγκόλληση των θραυσμάτων, των σκόρπιων θραυσμάτων, η ιδεώδης ανασύνθεση, η ιδεώδης σύνθεσης της νέας, θεατρικής πλέον, προσωπικότητας του ηθοποιού. Όσο για μένα, γράφοντας για τους ηθοποιούς και με τους ηθοποιούς, ακολουθώ αυτή τη συναρπαστική διαδικασία του κατακερματισμού και της ανασύνθεσης, της οριστικής πλέον θεατρικής σύνθεσης.


Η Αλίφειρα ανεβαίνει σε σκηνοθεσία του ίδιου του συγγραφέα, πρωτότυπη μουσική του Νίκου Ξυδάκη, σκηνικά του Αλέξη Κυριτσόπουλου, με τους ηθοποιούς: Δημήτρη Πασσά, Ελένη Ζαραφίδου, Εμμανουέλα Κοντογιώργου κι Αιμιλία Μήλιου.

Οι παραστάσεις  της κωμωδίας  “Αλίφειρα”, του Ανδρέα Στάικου, στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά – Σκηνή Ωμέγα Παρατείνονται έως 30 Απριλίου 2024.
Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ.