ΘΕΑΤΡΟ

«Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν»: Πώς να κάνεις σύγχρονο το κλασικό.

Ο Γιάννης Χουβαρδάς ακολούθησε την ψίχα του έργου, ενέταξε μύθους από τον πολιτισμό του δημιουργού του και σύγχρονες αγωνίες. Γράφει η Όλγα Σελλά.

Επιλέγοντας την αυθεντική νορβηγική προφορά του ονόματος-τίτλου στο πασίγνωστο ιψενικό έργο –«Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν» ο Γιάννης Χουβαρδάς, έκανε μια πρώτη σημαντική μετατόπιση και μας μετέφερε απευθείας αλλού. Σ’ ένα άλλο περιβάλλον, με λιγότερο ήλιο και περισσότερη νύχτα, με πολύ κρύο, με άλλες παραδόσεις, με άλλους μύθους. Σ’ έναν από αυτούς βασίστηκε για να στήσει αυτό το σκοτεινό, σκληρό και πικρό έργο του Χένρικ Ίψεν. Σ’ έναν μύθο, που ήταν πολύ δημοφιλής τον 19ο αιώνα, που ενέπνευσε ζωγράφους, συγγραφείς και συνθέτες, και έλεγε ότι τα μεσάνυχτα μιας χειμωνιάτικής νύχτας, ο ήχος από τις καμπάνες της εκκλησίας ανακοινώνει την έναρξη του μακάβριου χορού, του χορού των νεκρών, που διαρκούσε μόνο μία ώρα. 

Στο υποσκήνιο Β της αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη, στο Μέγαρο Μουσικής, η Εύα Μανιδάκη εμπνεύστηκε πολύ δημιουργικά από αυτόν  το μύθο και έφτιαξε τεράστια πέτρινα κιβώτια, απομακρυσμένα το ένα από το άλλο, με σκαλιά και νερό, που εμπόδιζαν ακόμα περισσότερο την όποια επικοινωνία των περίεργων ενοίκων. Από κάθε τέτοιο πέτρινο κιβώτιο «αναδύονταν» κάθε τόσο οι τρεις κεντρικοί -γερασμένοι, παρηκμασμένοι, στιφοί, σκληροί και προπέτες- ήρωες του έργου. Ο Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν (Νίκος Χατζόπουλος), η γυναίκα του Γκούνχιλντ (Ρένη Πιττακή) και η δίδυμη αδεφή της Έλλα (Λυδία Φωτοπούλου) είχαν μία και μόνη επιδίωξη: πώς θα πληγώσουν, πώς θα σακατέψουν λεκτικά ο ένας τον άλλον. Στο βάθος του υποσκηνίου, μόλις ανοίγει μια πόρτα όμως, εμφανίζεται ένας χώρος μικρός, φωτεινός, πολύχρωμος, με την ακαταστασία της χαλαρότητας, με πολλά βιβλία κι ένα πιάνο. Εκεί κατοικεί ένα κορίτσι με κατακόκκινο φόρεμα, που αργότερα τη γνωρίσαμε και ως Φρίντα (Σοφία Κόκκαλη). Το κορίτσι χοροπηδούσε πάνω στα τεράστια πέτρινα κιβώτια, και έλεγε ταυτόχρονα, αλλά αλλιώς, τους διαλόγους με τα κεντρικά πρόσωπα.  Ήταν οι επόμενες γενιές που συνεχίζουν να διαβάζουν το έργο του Ίψεν, να παρακολουθούν όσα γίνονται μέσα στο σπίτι των Μπόρκμαν, να ταυτίζονται κάθε φορά με διαφορετικούς ήρωες, να ειρωνεύονται άλλους. 

Ενα ζοφερό περιβάλλον, σχεδόν εφιαλτικό ήταν αυτό που ζούσαν ο Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν (αποσυρμένος για χρόνια σ’ ένα δωμάτιο του σπιτιού, νιώθοντας προδομένος και αδικημένος απ’ όλους) με τη γυναίκα του, μέσα στην αφόρητη συμβίωση ενός  υποχρεωτικού γάμου και ο γιος τους Έρχαρτ (Κωνσταντίνος Πλεμμένος). Εκεί φτάνει μια ανεπιθύμητη επίσκεψη, η Έλλα, η θεία του Έρχαρτ, η πρώτη αγάπη του Γιον, την οποία θυσίασε χωρίς δεύτερη σκέψη για την κοινωνική και οικονομική του ανέλιξη. Οι δύο αδελφές διεκδικούν παντοτινά τον ίδιο άντρα και το ίδιο παιδί, με τρόπο εξοντωτικό για τις ίδιες και ασφυκτικό για τους άλλους, κυρίως για τον Έρχαρτ. Πετάγονται κάθε τόσο από το πέτρινο κιβώτιο τους, (μια σάπια σχέση που βγαίνει μέσα από τη γη), και αλληλοσπαράσσονται. Μια ασφυκτική αγάπη που πνίγει, μια διεκδίκηση που αποτυπώθηκε μοναδικά στη φοβερή σκηνή με τα τεράστια μανίκια που φοράει ο Έρχαρτ, που η κάθε γυναίκα τον τραβάει προς την πλευρά της, συνθλίβοντας στη μέση το νέο άνθρωπο. Ο οποίος όμως ήδη έχει διακρίνει ότι κάπου υπάρχει κι άλλος τρόπος ζωής, ότι κάπου υπάρχει χαρά, έρωτας και φως, -ένα εκτυφλωτικό φως, κλεισμένο έξω από το υποσκήνιο, στο διάδρομο, έξω από τη νοσηρότητα, το αφόρητο σκοτάδι και τη σήψη δηλαδή (που υποδηλώνεται καθώς μπαίνουμε εκεί από τον ήχο μιας μύγας, έτσι όπως απομένει πάνω στα κουφάρια). Προς αυτόν τον διάδρομο ολοένα και πηγαίνει ο Έρχαρτ, ακολουθώντας μια μοιραία, γοητευτική και χειριστική γυναίκα, της Φάννυ Ουίλτον (Θεοδώρα Τζήμου), ενώ η φιλία του με τη Φρίντα του δίνει την τρυφερότητα που δεν υπάρχει στο σπίτι του. 

Αυτός είναι ο κόσμος του Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν, κι ο Γιάννης Χουβαρδάς επέλεξε να τον αφηγηθεί περπατώντας πάνω σ’ εκείνον τον παλιό μύθο, περπατώντας, κυριολεκτικά, πάνω στα μνήματα εκείνου του μακάβριου χορού, κάνοντάς μας πολλές φορές να ανατριχιάσουμε: με τη νεκρική όψη των τριών κεντρικών προσώπων, με τον εκκωφαντικό θόρυβο της πόρτας που άνοιγε και έκλεινε προς το φως, με τον μαστιγωτικό τρόπο που ακούγονταν οι φωνές τους από τα μικρόφωνα, με την ηχώ. Και έδειξε με εφιαλτικό, βαμπιρικό τρόπο, τη σκοτεινιά και την καθήλωση, τη σκληρότητα, την υποκρισία, την απληστία, την αναλγησία και την αλαζονεία «Η κατάρα των εκλεκτών: ο όχλος δεν μας κατανοεί»· «εγώ και μόνον»· «ήθελα να είμαι κυρίαρχος όλων των πηγών εξουσίας» λέει ανάμεσα σε άλλα ο Μπόρκμαν. Και έδειξε με εκτυφλωτικό φως και χρώματα την ελπίδα του καινούργιου και του αδέσμευτου, στην απελευθερωμένη γοητεία της κυρίας Ουίλτον και στη λαχτάρα για ζωή του Έρχαρτ: «Θέλω μόνο να ζήσω τη ζωή μου επιτέλους κι εγώ», λέει πριν φύγει δια παντός από το σπίτι όπου δεν κατοικεί η ζωή. Και μόνο τότε βγαίνει από την αυτοαπομόνωσή του ο Μπόρκμαν, μόνο τότε διασαλεύονται κάπως οι βεβαιότητές του.  Και καθώς το έλκηθρο με τον Έρχαρτ, την κυρία Ουίλτον και τη Φρίντα φεύγει, παρασύροντας καθώς καλπάζει τη μόνη ταπεινή φιγούρα αυτού του σύμπαντος, τον πατέρα της Φρίντα, τον Βίλχελμ Φόλνταλ (Ιερώνυμος Καλετσάνος) -γιατί πάντα υπάρχουν θύματα για να έρθει το νέο-, μόνο τότε μετακινούνται κάπως οι τρεις ζωντανοί νεκροί, μόνο τότε έρχονται κοντά σωματικά, για λίγο, όπως ακριβώς στο μακάβριο χορό. Και σ’ εκείνο το θαυμάσιο φινάλε, απομένουν, τελικά, «δυο σκιές κι ένας νεκρός» όπως λέει η Έλλα. 

Ήταν παράτολμο και δύσκολο αυτό που επιχείρησε ο Γιάννης Χουβαρδάς.  Που όμως το είχε μελετήσει και δουλέψει μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια, τρίχα δεν ξέφυγε σε καμιά στιγμή της παράστασης, και Πώς είχε γι’ αυτό το αποτέλεσμα στη διάθεσή του συντελεστές που με έμπνευση και αυταπάρνηση υπηρέτησαν τη σκηνοθετική ιδέα. Αυταπάρνηση είχαν πρωτίστως οι ηθοποιοί, γιατί μόνο εύκολα δεν ήταν όσα έκαναν. Είδα τον καλύτερο Νίκο Χατζόπουλο μετά από εκείνον τον «Θεατροποιό» του·είδα την ποταπότητα των στερημένων και μαζί αδηφάγων ανθρώπων στην Γκούνχιλντ της Ρένης Πιττακή, την απελπισμένη και πικρή αυτογνωσία στην Έλλα της Λυδίας Φωτοπούλου, τη σαγήνη και την αυτοπεποίθηση στην κυρία Ουίλτον της Θεοδώρας Τζήμου, τη διαφυγή από τον εγκλωβισμό προς τη ζωή του νεαρού αλλά ταλαντούχου Κωνσταντίνου Πλεμμένου, την ταπεινή αξιοπρέπεια στον βασανισμένο κύριο Φόλνταλ του Ιερώνυμου Καλετσάνου, τις γενιές που ακολουθούν και το χρώμα που ονειρεύονται στο κορίτσι με το κόκκινο φόρεμα της Σοφίας Κόκκαλη. 

Έμπνευση είχαν τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, η μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου. Και φυσικά υπήρχε η νέα μετάφραση της Έρις Κύργια, με λογοτεχνικότητα και ακρίβεια όπως πάντα. 

Ενα κλασικό έργο με μια σύγχρονη ανάγνωση από τον Γιάννη Χουβαρδά. Μια ανάγνωση που ακολούθησε την ψίχα του έργου, ενέταξε μύθους από τον πολιτισμό του δημιουργού του, σύγχρονες αγωνίες. Κι όλα αυτά χωρίς να χαθεί ούτε για μια στιγμή ο Γιον Γκάμπριελ Μπόρκμαν του Χένρικ Ίψεν κι όλα όσα έβαλε στην ιστορία που έγραψε το 1896. Που συνεχίζουμε να τα συναντάμε.

Info
Μετάφραση: Έρι Κύργια, Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου, Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος, Βοηθός σκηνοθέτη: Έμιλυ Λουίζου, Βοηθός σκηνογράφου: Ελένη Αραποστάθη, Βοηθός ενδυματολόγου: Ήρα Καραγκούνη, Βίντεο: Παντελής Μάκκας, Φωτογραφίες: Αλεξ Κατ
Παίζουν: Νίκος Χατζόπουλος, Ρένη Πιττακή, Λυδία Φωτοπούλου, Ιερώνυμος Καλετσάνος, Θεοδώρα Τζήμου, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Σοφία Κόκκαλη
Μέγαρο Μουσικής
Υποσκήνιο Β της αίθουσας Αλεξάνδρα Τριάντη
Τετάρτη – Κυριακή στις 9μ.μ. 
Μέχρι 22 Μαρτίου
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.