Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaΘΕΑΤΡΟ

Η «Αντιγόνη» του Γιώργου Κουτλή δεν φοβάται την έκθεση

Με είκοσι νέους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή, η παράσταση γίνεται ένα πεδίο ομαδικής έκρηξης όπου το πολιτικό, το σωματικό και το προσωπικό μπλέκονται διαρκώς. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει πάντα εύρυθμο, παραμένει όμως σταθερά ζωντανό και απρόβλεπτο.

Νέοι άνθρωποι που έρχονται να δουν νέους ανθρώπους. Είναι το πρώτο που σκέφτεσαι στο γεμάτο θέατρο, εκεί στην Πειραιώς. Η «Αντιγόνη» του Γιώργου Κουτλή μοιάζει αποφασισμένη να αποδείξει πως μια νέα ανάνωση πάνω στην «Αντιγόνη» του Ζαν Ανούιγ μπορεί να οδηγήσει και κάπου άλλου, κάπου που ίσως δεν φαντάζεσαι, ειδικά μάλιστα αν έχει δει στο παρελθόν άλλες εκδοχές του έργου. Και τελικά να μετατραπεί σε μια από εκείνες τις παραστάσεις που δεν αποτινάζεις εύκολα, βγαίνοντας έξω στον πολύβουο δρόμο μετά το τέλος. Αυτό είναι το δεύτερο που συμβαίνει. Γιατί αυτή η «Αντιγόνη» συνεχίζει να σε ακολουθεί με διάφορους τρόπους. Είτε ως λέξη, είτε ως εικόνα, είτε ως ήχος που βρίσκει πάντα βρίσκει τον τρόπο να τρυπώσει σε μια στιγμιαία ανάμνηση. Η «Αντιγόνη» του Κουτλή δεν επιχειρεί να λύσει εκ νέου το αίνιγμα της σοφόκλειας τραγωδίας. Και δεν νομίζω πως το επιθυμεί κι όλας. Προτιμά να δουλέψει πάνω σε άλλα πράγματα – με μια σχεδόν σωματική φόρτιση, σαν ηλεκτρισμό που περνάει από σώμα σε σώμα, για παράδειγμα. Είκοσι άτομα μέσα σε λουλούδια, χώμα και αδιάκοπη κίνηση το αποδεικνύουν.

Η ιστορία κυλά όπως αυτή γνωρίζει. Μετά τον αλληλοσκοτωμό του Ετεοκλή και του Πολυνίκη, τον ρόλο του βασιλιά στην Θήβα αναλαμβάνει ο αδερφός της βασίλισσας Ιοκάστης και θείος των νεκρών, Κρέοντας. Ως νέος άρχοντας βγάζει διάταγμα να ταφεί μόνο ο Ετεοκλής, ενώ ο Πολυνίκης ως προδότης που επιτέθηκε στην πόλη να μείνει άταφος προς παραδειγματισμό, κι όποιος προσπαθήσει να τον θάψει θα θανατωθεί. Η Αντιγόνη, αδερφή του Πολυνίκη και του Ετεοκλή, αποφασίζει ενάντια στις εντολές του Βασιλιά να θάψει τον αδελφό της, συλλαμβάνεται κι έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία.

Ο Κουτλής αποφεύγει να προσεγγίζει την «Αντιγόνη» σαν ένα μουσειακό τοτέμ, προτιμά να την αγγίζει σαν κάτι που εξακολουθεί να αναπνέει ακόμη και όταν όλα δείχνουν το αντίθετο. Σπάει τη φόρμα, πολλαπλασιάζει  τις Αντιγόνες και τους Κρέοντες, αφήνοντας τους να μετακινούνται διαρκώς ανάμεσα σε συμμαχίες και συγκρούσεις, παραδίδεται στο συμβολικό αγροτόπιο της  σκηνογράφου Μαριάννας Νικολάου, επιλέγει τη συνθήκη της αφήγησης/ παρουσίασης, διακόπτει τη ροή, επιμένει στην επανάληψη, σκορπά στιγμές χιούμορ εκεί που δεν τις περιμένεις- οκ κάποιες φορές κι εκεί που ίσως δεν τις χρειάζεσαι. Δεν τον ενδιαφέρει τόσο μια «πιστή» αναπαράσταση της τραγωδίας όσο η πολιτική ενέργεια- με την στενή αλλά και την ευρύτερη έννοια- που μπορεί να παραχθεί πάνω στη σκηνή όταν νέοι άνθρωποι- μαθητές που «μάζεψε» και ξεχώρισε μέσα από τη διδασκαλία του στο Ωδείο Αθηνών-  μιλούν για εξουσία, ανυπακοή, θάνατο και αξιοπρέπεια σαν να τους αφορούν προσωπικά. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πιο ισχυρό στοιχείο της παράστασης. Ακόμη κι αν, κάποιες φορές, σου λείπει μια κλασσική προσέγγιση, μια πιο ασφαλή ανάγνωση της ιστορίας.

Υπάρχουν στιγμές που νομίζεις ότι μπαινοβγαίνεις σε μαθήματα. Πως ο σκηνοθέτης θα διακόψει, θα ρυθμίσει, θα διορθώσει, θα επιβραβεύσει- τίποτα δεν γίνεται από αυτά. Ο Κουτλής φαίνεται να εμπιστεύεται πολύ το σώμα, τον ρυθμό και την εικόνα, τα προσέχει αλλά τα αφήνει να κυκλοφορούν ελεύθερα. Δεν είναι η πρώτη φορά που το επιχειρεί. Το έχει δοκιμάσει ξανά. Το γνωρίζει  πολύ καλά αυτό του το κομμάτι και το εμπιστεύεται. Η σκηνοθετική του γλώσσα ξέρει να μιλά μέσα στις ομαδικές σκηνές που στήνει με ευέλικτη πολυπλοκότητα, δεν φοβάται το συναίσθημα, ούτε διστάζει μπροστά στην υπερβολή. Αυτή ακριβώς η άνεση όμως λειτουργεί ταυτόχρονα και ως αρετή και ως αδυναμία. Γιατί η παράσταση μερικές φορές μοιάζει σαν να χάνεται μέσα σε μια συνεχής επιθυμία κορύφωσης που δεν έρχεται. 

Παρόλα αυτά, αυτή η «Αντιγόνη» έχει κάτι όλο και πιο σπάνιο. Πίστη. Σε κάτι όχι και τόσο παράξενο. Στην σκέψη πως το θέατρο μπορεί ακόμα να αφορά τον κόσμο έξω από την αίθουσα. Όχι ως σχόλιο επικαιρότητας, ούτε ως ηθικό μάθμα αλλά μέσα από μια αίσθηση συλλογικής αγωνίας. Η Αντιγόνη εδώ δεν παρουσιάζεται σαν ένα αφηρημένο σύμβολο αντίστασης. Είναι περισσότερο μια φιγούρα πείσματος, μια νέα γυναίκα που αρνείται να αποδεχτεί έναν κόσμο χτισμένο αποκλειστικά πάνω στον φόβο, την διαχείριση της τάξης και την πειθαρχία. Και έτσι η παράσταση αποκτά δύναμη  ακριβώς επειδή αποφεύγει την εύκολη ηρωοποίηση.

Ούτε ο Κρέοντας αντιμετωπίζεται μονοδιάστατα. Δεν παρουσιάζεται σαν «κακός», αλλά σαν άνθρωπος που έχει ταυτίσει την τάξη με την επιβίωση. Αυτή η ισορροπία βοηθά την παράσταση να μην καταλήξει σε ένα απλοϊκό πολιτικό μανιφέστο. Γιατί το πραγματικό ενδιαφέρον της «Αντιγόνης» δεν βρίσκεται ποτέ στη σύγκρουση καλού και κακού, αλλά σε αυτή των δύο απόλυτων αληθειών που αδυνατούν να συνυπάρξουν.

Υπάρχει επίσης κάτι πολύ ενδιαφέρον στον τρόπο που ο Κουτλής δουλεύει με τους νέους ηθοποιούς. Δεν προσπαθεί να τους «πειθαρχήσει» σε μια αποστειρωμένη τελειότητα. Αντίθετα, μοιάζει να αφήνει χώρο για ακατέργαστη ενέργεια, ακόμα και για ασυμμετρίες. Ακόμη κι αν το ερμηνευτικό «υλικό» που έχει στα χέρια του δεν τον δικαιώνει με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα «κομμάτια» του- κάποιοι ξεχωρίζουν κάποιοι όχι. Αυτό δίνει όμως στην παράσταση μια αίσθηση κινδύνου. Έτσι δεν είναι όλα απολύτως ελεγχόμενα, και ίσως γι’ αυτό αρκετές στιγμές μοιάζουν τόσο πραγματικά.

Η «Αντιγόνη» στο θέατρο Κιβωτός μιλάει για μια γενιά που έχει μεγαλώσει ανάμεσα σε διαρκείς κρίσεις και δυσπιστία, και εξακολουθεί έστω και αδέξια να ψάχνει λόγους να πιστέψει σε κάτι. Δεν είναι τυχαίο ότι η παράσταση μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη συλλογικότητα παρά για τον ατομικό ηρωισμό -αυτό που τελικά μένει δεν είναι μόνο η μορφή της Αντιγόνης αλλά το σύνολο αυτών των νέων σωμάτων πάνω στη σκηνή που μοιάζουν να ζητούν χώρο, φωνή και ορατότητα. Ακόμη κι όταν σε αρκετές στιγμές εμφανέστατα μοιάζουν να χτυπούν το ένα πάνω στο άλλο.

Βγαίνοντας από το θέατρο, είχα την αίσθηση ότι είδα μια παράσταση που διακινδυνεύει. Σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος του θεάτρου μοιάζει να αναζητά υπερβολικά την ασφάλεια, ο Κουτλής επιλέγει τη σύγκρουση και προσφέρει νέα ερωτήματα. Και αυτό, σήμερα, μοιάζει πιο αναγκαίο από ποτέ.

Παίζουν: Ιωσήφ Αλί, Νίκος Αποστολόπουλος, Αθηνά Βαρνάβα, Νίκος Βλασάκης, Μαρίτα Γαγάνη, Αιμιλία Γιαννούκαρη, Βασίλης Δημητριάδης, Γιώργος Εξακοΐδης, Δανάη Καλούτσα, Ιλιάνα Καραπασιά, Αγνή Καρβουντζή, Ντέμη Κλεφτάκη, Ευαγγελία Κυργιώτη, Κωνσταντίνα Οικονόμου, Νεφέλη Παντερμαλή, Παναγιώτης Παυλίδης, Σοφιανός Πεσιρίδης, Μαργαρίτα Στραβουδάκη, Εύα Τζανακάκη, Γιάννης Χριστοφορίδης

Η Αντιγόνη δημιουργήθηκε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών (ο θίασος απαρτίζεται αποκλειστικά από απόφοιτους του 2025) και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε συμπαραγωγή με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Η παράσταση θα συνεχίσει ως τις 31/5. Πληροφορίες και εισιτήρια εδώ

POP TODAY
popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.