

Μόνο αν κάποτε σταματήσουν να χτυπούν τα τακούνια του φλαμένκο, θα σβήσει η ψυχή της Χερέθ ντε λα Φροντέρα, σκεφτόμουν περπατώντας τυφλωμένη από το ανδαλουσιανό φως που αντανακλούσε στα λευκά σπίτια με τις χαμογελαστές καμινάδες, τα ζωγραφισμένα με ανοιχτοκαρδοσύνη και ένα ζωηρό κίτρινο του χρυσάνθεμου βγαλμένο απευθείας απ’ την αμμώδη γη της Ανδαλουσίας.
Είναι βαλτός ο ήλιος να σε τυφλώνει στους τόπους που φώτισε με την περπατησιά του ο σπουδαίος Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, σκέφτομαι. Γιατί μόνο όταν κλείνεις τα βλέφαρα, σκύβει η ψυχή στα χαμηλά κι αφουγκράζεται το ασίγαστο πάθος τής γης που γέννησε το φλαμένκο. Μόνο τότε φθάνει να στροβιλίζεται σε ένα ατέρμονο φουέγκο στους άχρονους τόπους του ίμερου.
Αν ακολουθήσεις παράλληλα από τα ανατολικά τις ανοιχτές φλέβες της Σεβίλλης, τον ποταμό Γουαδαλκιβίρ που ο Λόρκα ανήγαγε σε μύθο, με τα περίτεχνα μαυριτανικά παλάτια να ρίχνουν τη σκιά τους στο κατόπι σου, θα φθάσεις στη Χερέθ ντε λα Φροντέρα. Μια «μεθόριο» όπως υποδηλώνει και το όνομά της, μικρή δρασκελιά στον χάρτη απ’ την Αφρική. Έναν τόπο όπου οι κόσμοι των Φοινίκων, των Ρωμαίων, των Αράβων και των Χριστιανών της Reconquista (Ανακατάκτησης) συγκρούστηκαν και φίλιωσαν, ξανασυγκρούστηκαν και ξαναφίλιωσαν, για να γεννηθεί μέσα απ’ αυτές τις διαδοχικές εκρήξεις της ιστορίας μια πόλη από λάβα, με το ταμπεραμέντο της μάγμα που σιγοβράζει αέναα κάτω απ’ την επιφάνειά της.
Παρότι η Σεβίλλη είναι γνωστή διεθνώς ως η πρωτεύουσα του φλαμένκο, η Χερέθ είναι ταπεινή μάνα του. Από εκεί υψώθηκε, σπαρακτική και τραχιά μες στα γυρίσματά της, η κραυγή του παλαιότερου είδους του, του Cante Jondo: το «Βαθύ Τραγούδι» των Τσιγγάνων της Ανδαλουσίας εκφράζει τα βάσανα της ζωής τους και του έρωτα, αλλά και την προσμονή, τη χαρά και την ελπίδα.
Η πόλη όλη είναι η Ανδαλουσία σε ένα ποτήρι σέρι, αυτό που παράγεται εδώ με μοναδικό τρόπο. Σε υποδέχεται φωτεινή, ανοιχτόκαρδη, φιλόξενη. Μα νιώθεις ότι κάτω απ’ τις πυρωμένες πλάκες της, η ψυχή της ησυχία δεν βρίσκει. Η Χερέθ είναι όμορφη. Όχι όμως με την αψεγάδιαστη, αδιατάρακτη ομορφιά κάποιων βόρειων ευρωπαϊκών πόλεων. Αλλά με την ομορφιά εκείνων που ρίχτηκαν αγρίμια στη ζωή. Που τσακαλώθηκαν και εξαϋλώθηκαν απ’ τα πάθη τους για να ανασυσταθούν από αυτά. Στην εποχή των τέλειων όψεων, η Χερέθ αρνήθηκε να κάνει μπότοξ. Είναι ηρωίδα του Αλμοδόβαρ, όχι του Σορεντίνο. Σέρνει περήφανα το κόκκινο φουστάνι της στον δρόμο, αλητεύει αναπολογητικά στις bodegas κι αυτοσχεδιάζει χτυπώντας τα τακούνια της στο ρυθμό μίας και μόνης κιθάρας ενώ τα χέρια της γίνονται εκείνη η νοητή καμπύλη γραμμή που μας θυμίζει ότι πριν γίνουμε μελωδία, ήμασταν νερό και χώμα. Κι αυτό θα ξαναγίνουμε.

Λίγα πράγματα θα καταλάβεις γι’ αυτή την πόλη αν δεν δεις μια παράσταση φλαμένκο. Αυτού του περήφανου, πεισματάρικου χορού, που μοιάζει να γεννιέται απ’ τη σύγκρουση του έρωτα με τον θάνατο. Περπατώντας προς το μαγαζί όπου θα παρακολουθούσαμε την παράσταση, η πόλη μας εισήγαγε διακριτικά σε αυτή τη μυσταγωγία. Σε κάθε στροφή του δρόμου, ξεπρόβαλλαν στις βιτρίνες φορέματα φλαμένκο: εκτυφλωτικά χρώματα, ζωηρά πουά, βολάν· πολλά βολάν· ατίθασα κι αδάμαστα σαν τις τρικυμίες της ζωής.
Περνώντας την είσοδο του μαγαζιού που λειτουργεί από το 1925, ξαφνιάστηκα. Ο χώρος ήταν απρόσμενα μικρός· μισός σκηνή, μισός τραπέζια – όχι περισσότερα από πέντε-έξι. Δημιουργούσε αμέσως μια οικειότητα. Απέναντι από τη σκηνή, ένα μικρό μπαρ. Εκεί που σε λίγο θα συνέρρεαν πολλοί ντόπιοι για να παρακολουθήσουν όρθιοι την παράσταση. Επάνω του, παραταγμένα σαν στρατιώτες σε επιθεώρηση, περίμεναν ποτήρια γεμάτα με όλους τους τύπους σέρι: από το σχεδόν διάφανο, ξηρό fino μέχρι τα σκουρόχρωμα, παλαιωμένα, με τα σύνθετα αρώματα – όσο πιο βαθύ το χρώμα, τόσο πιο έντονος ο χαρακτήρας. Ήμασταν εξάλλου στη γη του σέρι.

Το σέρι είναι ένα ενισχυμένο κρασί όπως το πορτογαλικό πόρτο, οι περισσότερες εκδοχές του όμως δεν είναι γλυκές. Η Χερέθ (Jerez ή Xerez) και η γύρω περιοχή είναι πατρίδα και παραγωγός του. Οι Βρετανοί, οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στη διάδοσή του στις διεθνείς αγορές, το ονόμασαν «sherry», παραφθείροντας το όνομα της πόλης.
Το σέρι είναι ένας άλλος τρόπος που επινόησε η μάνα του Cante Jonto για να μεταγγίζει το παρελθόν μέσα στο παρόν, διασώζοντας τη μνήμη. Κι αυτό γιατί το συγκεκριμένο κρασί οφείλει το ιδιαίτερο ύφος του όχι μόνο στο κλίμα και τις ποικιλίες των σταφυλιών, αλλά και στον μοναδικό τρόπο παλαίωσής του με το παραδοσιακό σύστημα Solera: το νεότερο κρασί τοποθετείται στην ανώτερη σειρά βαρελιών για να ζυμωθεί και, χρόνο με τον χρόνο, μια ποσότητά του μεταγγίζεται σταδιακά στις χαμηλότερες. Μόνο από την τελευταία σειρά εμφιαλώνεται κρασί, το οποίο με αυτόν τον τρόπο παραμένει πάντοτε ένα αρμονικό μείγμα διαφορετικών εσοδειών. Έτσι, σε κάθε γουλιά σέρι σφιχταγκαλιάζονται το παλιό με το καινούργιο, προσδίδοντας στο ποτό σταθερή ποιότητα και ιδιαίτερη πολυπλοκότητα.
Μετά από δυο ποτήρια σέρι, λοιπόν, όλα έμοιαζαν να έχουν πάρει τη θέση τους για να ξεκινήσει η παράσταση. Ένας μουσικός με τη χαρακτηριστική κιθάρα του φλαμένκο (ελαφρύτερη, με χαμηλότερο ύψος χορδών για να διευκολύνει τα γρήγορα περάσματα), ένας τραγουδιστής και μια χορεύτρια ανέβηκαν στη σκηνή. Τραβήξαμε ενστικτωδώς κοντά μας τα ποτήρια· η σκηνή ήταν τόσο κοντά που θα παρασύρονταν απ’ το φουστάνι της χορεύτριας. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν. Δεν υπήρχε ούτε το καχόν που μάγεψε τον Πάκο ντε Λουθία όταν το ανακάλυψε στο Περού και το εισήγαγε στο φλαμένκο τη δεκαετία του ’70. Τα φώτα δεν ήταν εντυπωσιακά – ούτε καν χαμήλωσαν όταν ξεκίνησε η παράσταση.
Η πρόθεση είχε γίνει ξεκάθαρη εξαρχής: ήταν μόνο εκείνοι κι εμείς. Τίποτε ανάμεσά μας παρά η τέχνη τους γυμνή.

Με τους πρώτους ήχους της κιθάρας, η φωνή του τραγουδιστή βγήκε τραχιά, ραγισμένη. Τα χέρια του κρατούσαν τον ρυθμό. Περιμέναμε με ανυπομονησία τον χορό. Η περφόρμερ όμως δεν βιαζόταν. Δεν την αφορούσε να επιταχύνει. Για την ακρίβεια, οι αυστηρές γραμμές του προσώπου της σκλήραιναν περισσότερο σε κάθε ακόρντο, αποτυπώνοντας μια αναπολογητική δυσαρέσκεια για τη φασαρία που έκαναν κάποιοι πελάτες, εμποδίζοντάς τη να «μπει» στην ιστορία που διηγιόταν το τραγούδι. Ο ρόλος της ήταν πολύ πιο σπουδαίος από το να ευχαριστήσει ένα εφήμερο κοινό: ήταν να μετατρέψει το σώμα της σε κιβωτό μνήμης και πάθους.
Κύλησαν δυο-τρεις μουσικές ιστορίες έτσι. Ώσπου ξαφνικά, σηκώθηκε στη σκηνή με μια κίνηση αιλουροειδούς, τινάζοντας πίσω τη μακριά εβένινη κοτσίδα της. Τα χέρια της ξεδιπλώνονταν σαν καμπύλη του Γκαουντί που προκαλεί διαρκώς τη γεωμετρία αναδημιουργώντας τη συμπαντική αρμόνια. Τα τακούνια της άρχισαν να χτυπούν τον ρυθμό των ανυπότακτων. Εκείνων που ανοίγουν δρόμο με τα νύχια για εκεί που τους λεν ότι δεν μπορούν να πάνε. Που στήνουν οδοφράγματα όταν απειλούν να τους ταπεινώσουν. Που ακόμα κι όταν πέφτουν, πέφτουν με το κεφάλι ψηλά. Που αναμετριούνται στα ίσα με τον θάνατο και καίγονται στη φλόγα του έρωτα.
Το κοινό τώρα πια δεν έβγαζε άχνα. Η ανθρωπότητα μπορεί κάποτε να καταφέρει να ελέγξει την πυρηνική ενέργεια, δεν θα τιθασεύσει όμως ποτέ την ενέργεια που εκλύεται από το ανθρώπινο πάθος. Μπροστά μας, γεννιόταν ένα θαύμα από εκείνα που κοντεύουμε να ξεχάσουμε, καθώς καταναλώνουμε μαζικά «σταρ» κόπι πέιστ και υποπροϊόντα τέχνης. Είχαμε γίνει κοινωνοί του ντουέντε (duende), εκείνης της μαγικής δύναμης που ο Λόρκα έβλεπε να ξεπροβάλλει όταν εξαφανίζονται τα όρια μεταξύ παράστασης και πραγματικότητας, όταν η ερμηνεία γεννιέται κάθε στιγμή με όλο το βάρος της ζωής και του θανάτου επάνω της.
Το σέρι πήγαινε κι ερχόταν. Ένα ποτήρι fino -το είδος που κυριαρχεί στη Χερέθ- μετά λίγο manzanilla, με τη διακριτική αλμυρή επίγευση που αποδίδεται στη θαλασσινή αύρα της γειτονικής Σανλούκαρ δε Μπαραμέδα. Κι όσο ο χορός έτεινε προς το φουέγκο, κατέφθαναν και τα πιο δυνατά amontillado και oloroso. Κάτι ήξερε ο Πορτογάλος θαλασσοπόρος Μαγγελάνος, που ο θρύλος λέει ότι είχε ξοδέψει περισσότερα χρήματα για σέρι παρά για όπλα όταν ετοίμαζε την ισπανική αποστολή τού μεγάλου περίπλου της Γης το 1519.
Πιστός στην αυτοσχεδιαστική παράδοση του φλαμένκο, ο τραγουδιστής άρχισε κάποια στιγμή να πλέκει στους στίχους πειράγματα με αποδέκτη το μεγάλο τραπέζι δίπλα στη σκηνή, όπου κάθονταν Ισπανίδες κάθε ηλικίας. Εκείνες ξεσπούσαν σε γέλια, εκείνος τους απαντούσε αυτοσχεδιάζοντας και το παιχνίδι συνεχιζόταν αβίαστα. Δεν χρειαζόταν να γνωρίζεις ισπανικά για να καταλάβεις τι διαδραματιζόταν· η γλώσσα της τέχνης είναι διεθνής.
Έχει περάσει αρκετή ώρα, κι οι γραμμές στο πρόσωπο της χορεύτριας έμοιαζαν τώρα να έχουν μαλακώσει. Τελευταίο τραγούδι, τελευταίος χορός, σχεδόν πανηγυρικός. Όλε.
Κουβαλούσα πάντοτε μέσα μου την Ανδαλουσία όπως τη γνώρισα μέσα από τον Λόρκα σαν έναν τόπο μαγικό, περισσότερο σαν ιδέα. Τόσο, που κάποτε αναρωτιόμουν αν υπάρχει πραγματικά αυτό το μέρος, το φιλημένο απ’ τον ήλιο και την ευωδιά των πορτοκαλιών, το ποτισμένο με αίμα· κι αν οι άνθρωποι εκεί βιώνουν ακόμα τον έρωτα όπως τον περιγράφει ο ποιητής: σαν αναπόδραστο φυσικό φαινόμενο, κάτι σαν τον άνεμο και το ξημέρωμα, ή τον ρου του Γουαδαλκιβίρ που δεν γυρίζει πίσω.
Μετά την εμπειρία της Χερέθ, είμαι σίγουρη ότι η Ανδαλουσία θα υπάρχει πάντοτε ως κιβωτός του πάθους· κι ότι από εκεί θα αναδημιουργηθεί ο κόσμος όταν θα έχει πια καταστραφεί από τη βαρβαρότητα των ανθρώπων που δεν τους διαπερνά ο έρωτας· όσων έχουν χάσει δηλαδή την ψυχή τους.