ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Βασιλική Γεωργιάδου: «Ακροδεξιοί θα συνεχίσουν να υπάρχουν με ή χωρίς τη Χρυσή Αυγή ως δυνατότητα εκλογικής επιλογής»

Πόσο άλλαξε ο χώρος της ακροδεξιάς στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες και τι σημαίνει η μη είσοδος της Χρυσής Αυγής στη Βουλή; Η καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο απαντά στις ερωτήσεις της Popaganda.

Οι εξελίξεις ήταν πολλές τον τελευταίο καιρό. H Χρυσή Αυγή έπεσε κάτω από το 3% και δεν μπήκε στην Βουλή την ώρα που η δίκη της για την δολοφονία του Παύλου Φύσσα και άλλες εγκληματικές ενέργειες φτάνει στο τέλος της. Παράλληλα ένα νέο κόμμα που κινείται προς τα ακροδεξιά, η Ελληνική Λύση του τηλεπαρουσιαστή Κυριάκου Βελόπουλου, εμφανίστηκε στη ζωή μας. Όλα αυτά προκαλούν διαπιστώσεις και καινούρια ερωτήματα. 

Η Βασιλική Γεωργιάδου διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και έχει μελετήσει διεξοδικά το φαινόμενο της άκρας δεξιάς στην Ελλάδα. Μάλιστα, πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη, το βιβλίο της «Άκρα Δεξιά Στην Ελλάδα», με μια αναδρομή από το 1965 έως το 2018. Ίσως το 2019 να είναι μια κομβική χρονιά που θ΄αξίζει να γραφτεί ένα βιβλίο μόνο γι’ αυτή. 

Μπορούμε να πούμε πια με σιγουριά ότι μετά και τις τελευταίες αποχωρήσεις στελεχών σβήνει το φαινόμενο Χρυσή Αυγή; Η Χρυσή Αυγή κατέρρευσε εκλογικά και κοινοβουλευτικά. Έχασε το 60% των ψηφοφόρων της του Σεπτεμβρίου 2015 και με το 2,9% που έλαβε στις τελευταίες εθνικές εκλογές δεν πέρασε το εκλογικό σκαλοπάτι για την είσοδό της στην ελληνική Βουλή. Οι συγκρούσεις στο εσωτερικό της μεταξύ της ομάδας/οικογένειας του Ν. Μιχαλολιάκου και του Η. Κασιδιάρη, καθώς και οι αθρόες αποχωρήσεις στελεχών αποτελούν σαφή σημάδια αποσύνθεσης της οργάνωσης. Ωστόσο θα κρατούσα μια επιφύλαξη για την περαιτέρω πορεία της Χρυσής Αυγής. Η τελευταία αποτελεί ένα brand name στο χώρο του δεξιού εξτρεμισμού και νεοναζισμού στην Ελλάδα, που πάει πίσω στη δεκαετία του 1980. Η επιβίωσή της στον συγκεκριμένο χώρο (με ή χωρίς εκπροσώπηση σε αντιπροσωπευτικά σώματα) είναι συνάρτηση αρκετών παραμέτρων, εσωτερικών και εξωτερικών. Στις πρώτες παραμέτρους θα έβαζα τη διατήρηση ή όχι ικανότητας κινητοποίησης της Χρυσής Αυγής: αν η Χρυσή Αυγή αδρανοποιηθεί και οργανωτικά σμικρυνθεί κι άλλο, αυτό θα είναι συνώνυμο του τέλους της. Όσον αφορά τις εξωτερικές παραμέτρους, θα εστίαζα στην ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, αλλά και στη διατήρηση της στάσης «καραντίνας» για τη Χρυσή Αυγή εκ μέρους των ΜΜΕ. 

Πόσο επηρέασε η δίκη και πόσο η αλλαγή του πολιτικού κλίματος για να συμβεί το παραπάνω; Η δίκη ανέδειξε το πραγματικό πρόσωπο της Χρυσής Αυγής. Προέκυψαν τεκμήρια σε σχέση με το προφίλ, την ιδεολογία και τη δράση της οργάνωσης. Οι όποιες μάσκες έπεσαν. Το κρυφτούλι όσον αφορά το ναζιστικό ιδεολογικό credo της οργάνωσης, οι αποκαλύψεις για τη βίαιη δράση μελών της, η εμπλοκή του στελεχικού της πυρήνα σε όλο αυτό, του επικεφαλής της περιλαμβανομένου, είναι στοιχεία που αναδείχθηκαν στη δίκη. Ο παρατεταμένος χρόνος της δίκης λειτούργησε θετικά προκειμένου να εμπεδωθεί αυτή η πραγματική και έγκυρη πληροφορία από το κοινό, ένα μέρος από το οποίο έκανε στο παρελθόν την επιλογή της εκλογικής στήριξης της Χρυσής Αυγής. Όσοι δεν την ψήφισαν από καθαρή ιδεολογική πειθώ είχαν την ευκαιρία να ξανασκεφτούν και να αποστασιοποιηθούν από μια τέτοια προηγούμενη επιλογή τους.

Η αλλαγή του πολιτικού κλίματος επηρέασε τη Χρυσή Αυγή στο βαθμό που σε ένα κόμμα της Άκρας Δεξιάς –αναφέρομαι στην Ελληνική Λύση– που εν τέλει εκπροσωπήθηκε στη Βουλή ήδη αναπροσανατολίστηκε ένα τμήμα των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής. Η επιλογή της Ελληνικής Λύσης ως ένα βαθμό εκτονώνει τη ζήτηση για την Άκρα Δεξιά και δημιουργεί μια κάποια κινητικότητα στο εσωτερικό του ακραίου δεξιού πόλου.

Επειδή υπάρχει μεγάλη αγωνία από κόμματα, κινήματα ακόμα και μονάδες να πιστωθούν την έξοδο της Χρυσής Αυγής από το κοινοβούλιο, εσείς μπορείτε να μας πείτε τις βασικές αιτίες που η ναζιστική οργάνωση έχασε παραπάνω από τους μισούς ψηφοφόρους της; Οι αιτίες είναι πολλές και προσωπικά δεν έχω υπόψη μου κάποιο μεθοδολογικό εργαλείο που να τις έχει σταθμίσει με τρόπο αυστηρό, έτσι ώστε να γνωρίζουμε τι ποσοστό των εκλογικών απωλειών της Χρυσής Αυγής αποδίδονται στην κάθε αιτία. Θα κατέτασα, ωστόσο, τους λόγους που η Χρυσή Αυγή έμεινε εκτός Βουλής σε τρεις βασικές κατηγορίες: η μία κατηγορία αφορά την εκλογική ζήτηση, η δεύτερη κατηγορία αφορά την κομματική προσφορά και η τρίτη τις λεγόμενες πολιτικές ευκαιρίες. Αναφορικά με την εκλογική ζήτηση, αυτή περιορίστηκε σε σχέση με την εκλογική επιλογή της Χρυσής Αυγής και μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων της αναπροσανατολίστηκε προς άλλα κόμματα ή και προς την αποχή. Το γιατί συνέβη αυτό έχει πιθανότατα να κάνει με το βαθμό πρόσδεσης των συγκεκριμένων ψηφοφόρων με το πάλαι ποτέ κόμμα της εκλογικής τους επιλογής, αλλά και με την ίδια την εκλογική αγορά, δηλαδή τις διαθέσιμες εκλογικές επιλογές που είχαν ενόψει των εθνικών εκλογών της 7/7 και πιο πριν των Ευρωεκλογών του Μαΐου. Η εκλογική δυναμική της ΝΔ και η εμφάνιση ενός νέου κομματικού δρώντα (Ελληνική Λύση) διαμόρφωνε μια νέα πραγματικότητα που για ένα τμήμα των ψηφοφόρων (της Χρυσής Αυγής περιλαμβανομένων) σήμαινε αναδιάταξη των εκλογικών τους προτιμήσεων.

Η δεύτερη κατηγορία; Όσον αφορά τη δεύτερη κατηγορία, εκείνη της κομματικής προσφοράς, η Χρυσή Αυγή υπήρξε και είναι ένα εξαιρετικά ακραίο κόμμα, που έχει στο ενεργητικό της δεκάδες πράξεις βίαιης δράσης. Μπορεί για ένα διάστημα το προφίλ ενός κόμματος-μιλίτσια, με παραστρατιωτική δομή και ενέργειες βίαιου ακτιβισμού, να εκτόνωσε κάποιες διαθέσεις σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος, σε βάθος χρόνου όμως ένα τέτοιο προφίλ δεν είναι διατηρήσιμο σε μια κοινοβουλευτική ευρωπαϊκή δημοκρατία. Αντίστοιχα κόμματα που σποραδικά έχουν αναδειχθεί σε άλλες χώρες της ΕΕ, έχουν μετεξελιχθεί σε μια δομή ηπιότερη προκειμένου να επιβιώσουν στην κεντρική κομματική αρένα και όχι μόνο ως γκρουπούσκουλα. Το ότι η Χρυσή Αυγή οργανωτικά παρέμεινε απαράλλακτη από το 1983, όταν και πρωτομετασχηματίστηκε σε πολιτικό κόμμα, μέχρι σήμερα φανέρωσε την ύπαρξη ενός σκληροπυρηνικού οργανωτικού προφίλ μιλίτσιας, που όμως σε συνθήκες κοινοβουλευτικοποίησής της δεν ήταν πλέον συντηρήσιμο. Η τρίτη κατηγορία έχει να κάνει με τις πολιτικές ευκαιρίες όπως διαμορφώθηκαν στο ευρύτερο πολιτικό περιβάλλον. Το γεγονός ότι οι δράσεις της Χρυσής Αυγής δεν έμεναν αναπάντητες από τους πολιτικούς της αντιπάλους (το αντιφασιστικό κίνημα είναι ένας κύριος παράγοντας εδώ), το γεγονός επίσης ότι δημιουργήθηκαν θεσμικά αναχώματα (Δικαιοσύνη, Βουλή, ΜΜΕ) απέναντι στη Χρυσή Αυγή έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την εκλογική της συρρίκνωση.

Τους ψηφοφόρους που έφυγαν από τη Χρυσή Αυγή και επέστρεψαν στο Δημοκρατικό τόξο, συνεχίζουμε να τους αποκαλούμε ακροδεξιούς; Ας το πάρουμε από την αντίστροφη πλευρά. Όλοι οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι, δηλαδή εκείνοι με υπερεθνικιστικά φρονήματα, νατιβιστικές απόψεις για το έθνος-κράτος και αυταρχικές πολιτικές αντιλήψεις, δεν συντάχθηκαν με τη Χρυσή Αυγή. Αυτό είναι ένα εύρημα που –τηρουμένων των αναλογιών– το βρίσκουμε και σε άλλες χώρες, π.χ. στη Γερμανία όπου το 5% με 7% των εκλογέων, οι οποίοι γνωρίζουμε ότι προκρίνουν μια δεξιά-αυταρχική ατζέντα, διαχέονται προς όλα τα κόμματα, με ένα ελαφρώς μεγαλύτερο πρόκριμα προς τα δεξιά-συντηρητικά. Επίσης, όλοι οι εκλογείς που ψήφισαν τη Χρυσή Αυγή δεν είχαν ναζιστικά φρονήματα. Το φανερώνει και η αρχική τους προέλευση, όσον αφορά δηλαδή το κόμμα της προηγούμενης επιλογής τους που για τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012 ένα σημαντικό μέρος των τότε ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είχε προέλθει από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ (φυσικά και τον ακροδεξιό ΛΑ.Ο.Σ. και μετέπειτα και το εθνικολαϊκιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ). Μεταξύ των εκλογέων της υπήρχε τμήμα διαμαρτυρόμενων ψηφοφόρων που στρέφονταν κατά του πολιτικού και του κομματικού κατεστημένου, όπως και ψηφοφόρων με αρνητικές και εναντιωματικές διαθέσεις για όλα τα βασικά κόμματα. Βέβαια, το γεγονός ότι έκαναν και ενδεχομένως επανέλαβαν μια τέτοια επιλογή ψηφίζοντας τη Χρυσή Αυγή αποτελεί στοιχείο της εκλογικής τους κληρονομιάς, αν είναι όμως και στοιχείο της εκλογικής τους ταυτότητας, αν δηλαδή ψηφίζοντας σήμερα ένα άλλο κόμμα διατηρούν ενεργή αυτήν την κληρονομιά είναι ένα ζήτημα προς διερεύνηση. Πάντως ακροδεξιοί βάσει πολιτικού φρονήματος ψηφοφόροι υπήρχαν και πριν ψηφιστεί η Χρυσή Αυγή και βάσει του σετ ιδεών που δημιουργεί έναν τέτοιο προσανατολισμό (υπερεθνικισμός, νατιβισμός, αυταρχισμός), θα συνεχίσουν να υπάρχουν με ή χωρίς τη Χρυσή Αυγή ως δυνατότητα εκλογικής επιλογής. 

«Η επιλογή της Ελληνικής Λύσης ως ένα βαθμό εκτονώνει τη ζήτηση για την Άκρα Δεξιά και δημιουργεί μια κάποια κινητικότητα στο εσωτερικό του ακραίου δεξιού πόλου.»


Δείχνουν οι τελευταίες εξελίξεις πως αποφύγαμε προσωρινά την γιγάντωση ενός κόμματος τύπου Λεπέν ή Σαλβίνι στην Ελλάδα; Δεν υπήρχαν οι προδιαγραφές για κάτι τέτοιο. Θεωρώ πώς ένας τέτοιος κίνδυνος δεν υπήρχε σχεδόν ποτέ μετά το 1974, με εξαίρεση την περίοδο του εκλογικού σεισμού του 2012 που ήταν και η στιγμή της κάμψης έως, σχεδόν, της κατάρρευσης του ελληνικού δικομματισμού. Η Ιταλία έχει ισχυρές νεοφασιστικές παραδόσεις που πάνε πίσω στο μακρινό 1946 όταν δημιουργήθηκε το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα από τις στάχτες του Ιταλικού Φασισμού. Στη Γαλλία το Εθνικό Μέτωπο έχτισε σιγά-σιγά τα κάστρα του εκμεταλλευόμενο τις αδυναμίες των Σοσιαλιστών και της Δεξιάς. Και οι δύο αυτοί χώροι της άκρας δεξιάς σε Ιταλία και Γαλλία επικοινώνησαν με το εκλογικό σώμα σε ιδιαίτερα ικανοποιητικό βαθμό από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Η Χρυσή Αυγή δεν είχε το προφίλ για κάτι αντίστοιχο, ούτε όμως και τα γραφικά μορφώματα τύπου ΛΑ.Ο.Σ. και Ελληνική Λύση, που ήταν/είναι “κομήτες” (flash parties) και δεν ακουμπούν σε βαριές ιστορικές παραδόσεις, όπως αυτό συνέβη στην Ιταλία. Επίσης, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία οι ηγεσίες των κομμάτων της Άκρας Δεξιάς έπαιξαν σημαντικό ρόλο για την ενδυνάμωση του χώρου. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, ο τύπος του Führer που ακολουθήθηκε ικανοποιούσε την ανάγκη διατήρησης της συνοχής στο εσωτερικό της οργάνωσης, αλλά δεν είχε επιρροή έξω από αυτήν. Όσον αφορά τα εθνικολαϊκιστικά μορφώματα, από το ΛΑ.Ο.Σ. μέχρι τους ΑΝΕΛ και την Ελληνική Λύση, οι ηγεσίες δεν έχουν κάποιο πολιτικό βάρος και συνήθως προσελκύουν πρόσκαιρα την προσοχή μερίδας εκλογέων, ενίοτε δε και σε ένα ενημερωτικο-διασκεδαστικό επίπεδο.

To τελευταίο βιβλίο της Βασιλικής Γεωργιάδου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του Έλληνα ακροδεξιού και που διαφέρει από τον Ευρωπαίο ομοϊδεάτη του; Η κοινωνική δημογραφία τους έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά: ο ψηφοφόρος ακροδεξιών κομμάτων στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες είναι κυρίως άνδρας, που ανήκει στις εργασιακά ενεργές ηλικιακές ομάδες, έχει χαμηλό έως μεσαίο εκπαιδευτικό επίπεδο, είναι κυνικός και εμφανίζει έλλειμμα πολιτικής και κοινωνικής εμπιστοσύνης και δραστηριοποιείται εργασιακά συνήθως σε περιβάλλοντα πέραν του δημόσιου τομέα, όπου ενδέχεται να υπάρχει μεγαλύτερη εργασιακή ανασφάλεια. Αν στην περίπτωση του εκλογικού σώματος της Άκρας Δεξιάς υπάρχουν σημεία διαφοροποίησης από το αντίστοιχο εκλογικό σώμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών/κομμάτων αυτά έχουν να κάνουν με τη μεγαλύτερη εργαλειοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκ μέρους των ακροδεξιών κομμάτων στην Ελλάδα, καθώς από την εποχή του ΛΑ.Ο.Σ. και μετά όλα τα κόμματα με ακροδεξιό/δεξιό εξτρεμιστικό προφίλ εμφανίζονται ως “προστάτες” της Ορθοδοξίας, επιδιώκοντας να αυξήσουν την επιρροή τους μεταξύ των θρησκευόμενων και εκκλησιαζόμενων εκλογέων. Το φλερτ σε κάποιες περιπτώσεις μητροπολιτών με παράγοντες και κόμματα του ακροδεξιού χώρου διευκόλυνε μια τέτοια διείσδυση. Το γεγονός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει μεγάλη κοινωνική επιρροή και θετική εικόνα πολλαπλασιάζει υπέρ των μορφωμάτων της άκρας δεξιάς τα αποτελέσματα μιας τέτοιας στάσης και ενδεχομένως διευκολύνει τη μεταστροφή συντηρητικών ατόμων από τους κόλπους της Εκκλησίας υπέρ σχημάτων της Άκρας Δεξιάς.

Ελληνική Λύση: «Δείχνει πρόσκαιρο το σχήμα του, με γνωρίσματα “κομήτη”. Ένα ακόμη “τηλεοπτικό κόμμα” θα έλεγα που συνδυάζει εμπορικό προϊόν, συνομωσιολογία και ακροδεξιά ρητορική.»

Ο κ. Βελόπουλος είναι μια ακροδεξιά με ημερομηνία λήξεως ή υπάρχει περίπτωση να μας απασχολήσει παραπάνω; Δείχνει πρόσκαιρο το σχήμα του, με γνωρίσματα “κομήτη”. Ένα ακόμη “τηλεοπτικό κόμμα” θα έλεγα που συνδυάζει εμπορικό προϊόν, συνομωσιολογία και ακροδεξιά ρητορική. Υπάρχει μια κάποια ζήτηση για τέτοια μορφώματα, χωρίς να σημαίνει ότι η ζήτηση αυτή σταθεροποιείται υπέρ κάποιου συγκεκριμένου από αυτά. Είναι δύσκολο να σταθούν κοινοβουλευτικά τα κόμματα αυτά στη γραμμή της εναντίωσης κατά του κατεστημένου. Μπαίνοντας στη Βουλή θα συμπορευτούν με άλλα κόμματα σε διάφορες ψηφοφορίες, θα γλυκαθούν από την εξουσία, θα λάβουν κρατική οικονομική υποστήριξη, θα στοιχηθούν σε κάποιους θεσμικούς κανόνες και αυτό αναπότρεπτα θα είναι η αρχή του τέλους τους και της αντικατάστασής τους από κάποιον άλλο “κόμμα-ταραξία” με αντίστοιχα χαρακτηριστικά “κομήτη”.

Βελόπουλος και Καρατζαφέρης παλιότερα είχαν πολλές ώρες πτήσεις στην τηλεόραση. Πόσο ρόλο παίζουν τα μέσα ενημέρωσης στην προώθηση ακροδεξιάς ρητορικής; Έπαιξε ρόλο, όπως είπαμε, και μάλιστα με δύο τρόπους: Κατά πρώτον, τα κόμματα αυτά χρησιμοποιούν δικά τους τηλεοπτικά ή και ραδιοφωνικά δίκτυα και μέσα ενημέρωσης (Ο ΛΑ.Ο.Σ. είχε και εφημερίδα, εκτός από τηλεόραση και ραδιόφωνο) ή κάνουν συστηματική χρήση τηλεοπτικού χρόνου σε μικρά κανάλια προκειμένου να περάσουν το μήνυμά τους σε ένα ενδιαφερόμενο περιθωριακό κοινό, στο οποίο πρωτίστως απευθύνονται. Ο Γ. Καρατζαφέρης είχε καθημερινή “ζωντανή” εκπομή, με ανοιχτές γραμμές άμεσης επικοινωνίας με τους τηλεθεατές του. Η τηλεόραση γινόταν έτσι μια αρένα άμεσης επικοινωνίας αρχηγού και τηλεθεατών/δυνητικών ψηφοφόρων. Κατά δεύτερον, οι επικεφαλής αυτών των κομμάτων αποκτούν μια θέση στα πάνελ τηλεοπτικών εκπομπών. Στην περίπτωση του επικεφαλής του ΛΑ.Ο.Σ. αυτό ήταν ξεκάθαρο, με τον Γ. Καρατζαφέρη να είχε γίνει σχεδόν μόνιμος πανελίστας τηλεοπτικών εκπομπών σε κανάλια μεγάλης τηλεθέασης, γεγονός που αύξανε την ορατότητα του ιδίου και του κόμματός του και πολλαπλασίαζε τις ευκαιρίες εκλογικής ανόδου του ΛΑ.Ο.Σ. Σε σχέση με τον επικεφαλής της Ελληνικής Λύσης μένει να δούμε αν θα ακολουθηθεί το ίδιο σχήμα από τους τηλεοπτικούς σταθμούς ή αν θα επικρατήσει μια πιο ώριμη αντιμετώπιση που θα λαμβάνει υπόψη της ποιοτικές παραμέτρους όσον αφορά τον τρόπο προβολής του νέου σχήματος. Πέραν των ΜΜΕ, σημασία έχει και η στάση των υπολοίπων παραγόντων της δημόσιας σφαίρας, των άλλων κομμάτων, πολιτικών, σχολιαστών περιλαμβανομένων, σε σχέση με τη δική τους διαθεσιμότητα συνύπαρξης και επικοινωνίας με σχήματα και παράγοντες του ακροδεξιού χώρου.

Το ζήτημα με την ακροδεξιά δεν ήταν τόσο η εκλογική επιρροή της αλλά πώς με την φοβική ρητορική της καθόριζε συχνά πυκνά την πολιτική ατζέντα. Αυτό το γεγονός θα εκλείψει ή υπάρχουν άλλοι κύκλοι που θ’ αναπληρώσουν τη θέση του; Η ξενοφοβική και αντιμεταναστευτική ρητορική έγινε κτήμα της άκρας δεξιάς και κεντρικό μέσο προσέλκυσης ψηφοφόρων. Τα υπόλοιπα κόμματα προσπάθησαν να υιοθετήσουν μια τέτοια ρητορική ώστε να αποτρέψουν τις διαρροές ψηφοφόρων τους. Συχνά τα αποτελέσματα δεν ήταν τα αναμενόμενα, ιδίως αν η ατζέντα που επιχείρησαν να υιοθετήσουν τα κατεστημένα κόμματα δεν ταίριαζε στο προφίλ τους. Όσες φορές δικαιώθηκε η ρητορική της άκρας δεξιάς, η τελευταία δεν βγήκε χαμένη, ενώ δεν είναι διόλου σίγουρο ότι αυξήθηκε η επιρροή των αντιπάλων της. Οι τελευταίοι έχουν πλέον την ευκαιρία να πάνε πέρα από την καθιερωμένη ρητορική ακροδεξιάς χροιάς (κατά των μεταναστών, της ΕΕ, κ.λπ.) και να κινηθούν προς την ανάδειξη νέων διακυβευμάτων. Τέτοια αρχίζουν και απασχολούν το ευρωπαϊκό εκλογικό σώμα, με κυρίαρχα τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής και του περιβάλλοντος. Η φυγή προς τα εμπρός, το άνοιγμα της θεματικής ατζέντας, η σωστή ανάγνωση των ζητημάτων που απασχολούν τους εκλογείς και τα δυναμικά εκλογικά κοινά των νέων δείχνει πιθανώς το μέσον υπέρβασης της ακροδεξιάς παγίδας, στην οποία –ως ένα σημείο– έχει εγκλωβιστεί η κεντρική πολιτική αρένα στην Ευρώπη σήμερα.

Η Βασιλική Γεωργιάδου διδάσκει πολιτική επιστήμη στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε στη Γερμανία και ολοκλήρωσε τις διδακτορικές της σπουδές στο Βεστφαλιανό Γουλιέλμειο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ. Είναι διευθύντρια του Κέντρου Πολιτικών Ερευνών και μέλος της συντακτικής επιτροπής της επιθεώρησης Επιστήμη και Κοινωνία. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη μελέτη της Άκρας Δεξιάς, του ριζοσπαστισμού και του πολιτικού εξτρεμισμού. Υπήρξε επικεφαλής στο πρόγραμμα «Ερευνώντας την ξενοφοβία στην Ελλάδα. Μια υπολογιστική προσέγγιση». Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορεί το βιβλίο της Η Άκρα Δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης (2008). Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν: Η Άκρα Δεξιά στην ΕλλάδαΗ άκρα δεξιά και οι συνέπειες της συναίνεσης, Άουσβιτς. Το γεγονός και η μνήμη του
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.