ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

Πόσα Ξενοδοχεία Χωράνε στο Μεταξουργείο;

Οι «ξενοδοχειακές» ρυθμίσεις αποσύρθηκαν από το πολυσυζητημένο περιβαλλοντικό νομοσχέδιο, όμως το ερώτημα παραμένει: θα έχει όντως οικονομικά οφέλη η τουριστικοποίηση του κέντρου της Αθήνας; Γράφει ο δρ. Αρχιτέκτονας-Πολεοδόμος, Δημήτρης Ιωάννου.

Στο άρθρο 99 του (αντι-)περιβαλλοντικού νομοσχεδίου που, σε μια παρωδία κοινοβουλευτικής διαδικασίας, υποτίθεται ότι συζητήθηκε τις προηγούμενες μέρες στη Βουλή, το οποίο από 66 άρθρα που είχε στη διαβούλευση βρέθηκε μέχρι να κατατεθεί στη Βουλή με 130, και στο οποίο αντιτάχθηκαν όλες οι περιβαλλοντικές οργανώσεις της χώρας κι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες υπέγραψαν για την απόσυρσή του, περιλαμβάνονταν, μεταξύ πολλών και σοβαρότατων άλλων, και δύο «πονηρές» ρυθμίσεις για το κέντρο της Αθήνας.

Η πρώτη ήταν η άρση του περιορισμού των 100 κλινών στα ξενοδοχεία στις περιοχές Μεταξουργείου και Ψυρρή (1 και 2 στον χάρτη), οι οποίες, ως περιοχές γενικής κατοικίας στη μεγαλύτερη έκτασή τους (με μπεζ στον χάρτη), έχουν πλαφόν στη δυναμικότητα των ξενοδοχείων που μπορούν να φιλοξενήσουν. Αυτή η ρύθμιση σήμαινε πως πρακτικά το σύνολο του κέντρου της Αθήνας θα μπορούσε πλέον να φιλοξενεί ξενοδοχεία χωρίς κανέναν περιορισμό δυναμικότητας.

Η δεύτερη ήταν η εξής: στις περιοχές Ψυρρή και Εμπορικό Τρίγωνο (2 και 3 στον χάρτη), η ισχύουσα νομοθεσία όριζε ότι απαλλάσσονταν από την υποχρεωτική χρήση κατοικίας κτήρια που ήταν, μεταξύ άλλων χρήσεων, ξενοδοχεία ή ξενώνες σε όλους τους ορόφους τους. Η νέα διάταξη επέτρεπε στα ισόγεια να έχουν διαφορετική χρήση, ευνοώντας έτσι τη διατήρηση εμπορικών καταστημάτων στο επίπεδο του δρόμου. Πίσω όμως από αυτή τη θετική διάσταση, είναι σαφές ότι διευκόλυνε τη μετατροπή κτηρίων που είχαν σχεδιαστεί κι αδειοδοτηθεί για άλλη χρήση σε ξενώνες ή λοφτ για βραχυχρόνια μίσθωση μέσω ψηφιακών πλατφορμών, καθώς οι σχετικές κτηματομεσιτικές πιέσεις συναντούσαν αντιδράσεις από τους εμπόρους.

Ευτυχώς, μετά τον θόρυβο που ξεσήκωσε για το θέμα η δημοτική παράταξη “Ανοιχτή Πόλη”, και λίγη ώρα πριν αυτό συζητηθεί στο έκτακτο δημοτικό συμβούλιο που η “Ανοιχτή Πόλη” προκάλεσε, η κυβέρνηση απέσυρε τις επίμαχες παραγράφους, προστατεύοντας τον κύριο Μπακογιάννη από την υποχρεώση να λάβει δημόσια θέση. Πάντως, ο υπουργός Περιβάλλοντος κ. Χατζηδάκης, ο οποίος είχε διαβεβαιώσει τη Βουλή για τη συμφωνία του δημάρχου της Αθήνας με τις αλλαγές, είπε ότι θα τις ξαναφέρει σε δύο μήνες περίπου, στο χωροταξικό νομοσχέδιο.

Μια και θα τις ξαναβρούμε μπροστά μας λοιπόν, αξίζει να τις σχολιάσουμε. 

Πέρα από τη θεσμικά οριακή πρακτική της αλλαγής προβλέψεων προεδρικών διαταγμάτων (που όριζαν τις χρήσεις γης στις ως άνω περιοχές) με ξεκάρφωτες παραγράφους σε σχέδια νόμου που, ως τέτοια, δεν περνούν από το ΣτΕ για έλεγχο συνταγματικότητας, το σημείο που πρέπει να αναδειχθεί είναι πως, με τις διατάξεις αυτές, η κυβέρνηση επιχειρεί να κάνει άλλο ένα βήμα στην άκρατη τουριστικοποίηση του κέντρου της Αθήνας.

Πιθανότατα αυτή η πρωτοβουλία ικανοποιεί κάποια συμφέροντα που έχουν ήδη επενδύσει σε ακίνητα στις περιοχές αυτές, αλλά ας μη γελιόμαστε: πρόκειται για μια διαδικασία που δεν ξεκίνησε τώρα, και η οποία έχει διάφορα στάδια κι επεισόδια (που δεν είναι μόνο άμεσα σχετικά με τη ρύθμιση του χώρου, αλλά κι έμμεσα – όπως π.χ. η χρυσή βίζα). Επίσης είναι μια διαδικασία πολλαπλώς προβληματική, πολεοδομικά και κοινωνικά, αφού έχει πολλαπλές και αλυσιδωτές επιπτώσεις στην κατοικία και τις συναφείς χρήσεις, στις αξίες γης, στον χαρακτήρα των γειτονιών κ.λπ – αλλά κάποιοι εδώ θα διαφωνούσαν, αντιτείνοντας ότι τα οικονομικά οφέλη είναι πιο σημαντικά.

Πόσο στέκει όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός;

Σύμφωνα με δελτίο τύπου της Ένωσης Ξενοδοχείων Αθηνών Αττικής & Αργοσαρωνικού (ΕΞΑΑΑ) του Ιανουαρίου 2020, πριν δηλαδή από την πανδημία, όλα τα στοιχεία των τελευταίων 2-3 ετών έδειχναν υπερπροσφορά κλινών στην Αθήνα, ενώ οι ποιοτικές έρευνες ικανοποίησης τουριστών έδειχναν ότι οι τελευταίοι «δεν αισθάνονται ότι έχουν έρθει σε επαφή με τον τρόπο ζωής του τόπου». Με βάση αυτά, αλλά κι εν όψει της δύσκολης περιόδου που ακολουθεί λόγω της πανδημίας, η ΕΞΑΑΑ σημειώνει πως ζητούμενο για τον τουρισμό της Αθήνας είναι «η βιωσιμότητα και όχι ο υπερκορεσμός μέσω αύξησης των κλινών», και προς αυτή την κατεύθυνση προτείνει την πολιτιστική προστασία κι ανάδειξη περιοχών όπως του Ψυρρή και το Μεταξουργείο, αλλά και την ενίσχυση της κατοικίας (και των σχετικών με αυτήν μεικτών χρήσεων) στο κέντρο, καθώς αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αυτού που κάνει την Αθήνα ιδιαίτερη κι ελκυστική ως προορισμό.

Όπως και στην περίπτωση των πολυώροφων ξενοδοχείων στην περιοχή Μακρυγιάννη, έτσι και στην περίπτωση της ανεξέλεγκτης δράσης του κτηματομεσιτικού κεφαλαίου για τουριστικές επενδύσεις στις περιοχές του εμπορικού τριγώνου, του Ψυρρή και του Μεταξουργείου, η τουριστική υπερεκμετάλλευση κατατρώει τον τουριστικό πόρο (την Ακρόπολη στη μία περίπτωση, την ιδιαίτερη ταυτότητα της πόλης στην άλλη), παρασύροντας στην καταστροφή και την ίδια την πόλη. 

Επιπλέον, αν κάτι έχει αναντίρρητα αναδείξει η πανδημία, είναι το πόσο εύθραυστο είναι ένα μοντέλο οικοδομικής και πολεοδομικής ανάπτυξης που βασίζεται στον τουρισμό. Ας σκεφτούμε μόνο τις επιπτώσεις που θα είχε σε ένα μονοθεματικό, αποκλειστικά προσανατολισμένο στον τουρισμό, αθηναϊκό κέντρο μια πολύμηνη αναστολή των τουριστικών μετακινήσεων λόγω της πανδημίας. Και δεν είναι μόνο η φετινή χρονιά που πρέπει να θεωρείται χαμένη: ακόμα κι αν του χρόνου έχουμε στη διάθεσή μας το εμβόλιο για τον SARS-CoV-2, πόσο «κανονική» θα είναι η νέα κατάσταση; Πέρα από τις συνέπειες της τρέχουσας κορωνο-κρίσης, επιστήμονες όλων των κλάδων προειδοποιούν ότι όσο δεν αλλάζουμε αγροτοδιατροφικό μοντέλο, δηλαδή τελικά οικονομικό μοντέλο (αφού καπιταλισμός = αέναη επεκτασιμότητα), τέτοιου τύπου καταστροφικοί παράγοντες θα εξακολουθήσουν να εισβάλλουν στον διασυνδεδεμένο κόσμο μας από τα όρια του έξω που επιμένουμε να διαταράσσουμε.

Η τουριστικοποίηση της Αθήνας, αλλά και το νομοσχέδιο στο σύνολό του (με την υποχώρηση της περιβαλλοντικής προστασίας μπροστά στην «ανάπτυξη» των εξορύξεων και όχι μόνο), εκφράζει μια λογική που προσπαθεί καθυστερημένα κι άκαιρα να εντάξει ολοκληρωτικά τη χώρα σε μια ιστορική φάση της οποίας το τέλος είναι πια τόσο ορατό κι αναπόφευκτο, που το μόνο που μένει να δούμε γι’ αυτό είναι αν θα έρθει ως υπέρβαση κι ανάδυση κάτι νέου, ή ως οριστική παγκόσμια καταστροφή.

Ο Δημήτρης Ιωάννου είναι δρ. Αρχιτέκτονας-Πολεοδόμος, επιστημονικός συνεργάτης της Ανοιχτής Πόλης. 
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.