
Φωτογραφία: Intime

Φωτογραφία: Intime
Στην πολιτική υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να κερδίζεις τις εντυπώσεις και στο να κερδίζεις τις εκλογές. Μέχρι σήμερα, η συζήτηση γύρω από την ΕΛΑΣ επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις δημοσκοπήσεις, στα ποσοστά και στη δυναμική που φαίνεται να αναπτύσσει το νέο εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα. Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί και ίσως αποδειχθεί πιο κρίσιμο απ’ όλα: Ποιος θα δώσει τη μάχη του σταυρού όταν έρθει η ώρα των εκλογών;
Η επιλογή του Αλέξη Τσίπρα να στελεχώσει το νέο κόμμα κυρίως με νέα και άφθαρτα πρόσωπα υπηρετεί ένα ξεκάθαρο στόχο. Να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή, αφήνοντας πίσω ό, τι ταυτίστηκε με τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και χτίζοντας την εικόνα ενός διαφορετικού πολιτικού φορέα.
Επικοινωνιακά, η στρατηγική αυτή έχει λογική. Το ερώτημα είναι αν αρκεί όταν ανοίξουν οι κάλπες. Γιατί η προσωπική εκλογική αναμέτρηση είναι ίσως η πιο απαιτητική δοκιμασία στην πολιτική. Δεν αρκεί ένα ισχυρό βιογραφικό, ούτε η αναγνωρισιμότητα. Ούτε καν η δημοφιλία του αρχηγού. Χρειάζονται οργανωμένος μηχανισμός, οικονομικοί πόροι, συνεργάτες, άνθρωποι που γνωρίζουν την ανθρωπογεωγραφία της εκλογικής τους περιφέρειας και προσωπικές σχέσεις που χτίζονται πολύ πριν προκηρυχθούν οι εκλογές.
Ιδιαίτερα στην περιφέρεια, όπου οι αποστάσεις είναι μεγάλες και η προσωπική επαφή εξακολουθεί να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ψήφο, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη φυσική παρουσία. Δεν αρκεί να εμφανιστεί κανείς λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Χρειάζεται να γνωρίζει τα προβλήματα κάθε περιοχής, να έχει αποκτήσει εμπιστοσύνη και να μπορεί να πείσει ότι θα βρίσκεται εκεί και την επόμενη ημέρα των εκλογών.
Η μάχη του σταυρού εξακολουθεί να κερδίζεται, σε μεγάλο βαθμό, πόρτα-πόρτα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το συγκριτικό πλεονέκτημα των αντιπάλων. Η Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην εικόνα των αρχηγών τους. Διαθέτουν οργανώσεις που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες, αυτοδιοικητικά στελέχη, συνδικαλιστές, τοπικά δίκτυα, ανθρώπους που γνωρίζουν πώς οργανώνεται μια προεκλογική εκστρατεία και μπορούν να κινητοποιήσουν ψηφοφόρους μέχρι και την τελευταία ημέρα.
Μπορεί τα ελληνικά κόμματα να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό προσωποκεντρικά, όμως οι δύο αυτοί πολιτικοί οργανισμοί εξακολουθούν να διαθέτουν μια οργανωτική υποδομή που δύσκολα χτίζεται από την αρχή.
Αυτό είναι και το μεγάλο ερωτηματικό για την ΕΛΑΣ. Πώς θα ανταποκριθούν σε αυτήν τη δοκιμασία υποψήφιοι που δεν έχουν δώσει ποτέ προσωπική εκλογική μάχη; Πώς θα οργανώσουν την εκστρατεία τους χωρίς δίκτυα ανθρώπων που γνωρίζουν τους τοπικούς συσχετισμούς και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιφέρειας; Και, φυσικά, πώς θα χρηματοδοτήσουν μια τόσο απαιτητική προσπάθεια.
Η πολιτική ανανέωση μπορεί να κερδίζει τις εντυπώσεις. Οι εκλογές, όμως, απαιτούν και εμπειρία. Γι’ αυτό και η επόμενη μεγάλη απόφαση του Αλέξη Τσίπρα ίσως δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που θα ανακοινώσει, αλλά και το αν θα επιλέξει τελικά να κατεβάσει τους πρώην συντρόφους του στον ΣΥΡΙΖΑ από τον εξώστη και να τους αφήσει να συμπορευτούν μαζί του.
Πρόσωπα που διαθέτουν γνώση της εκλογικής αναμέτρησης, γνωρίζουν τους τοπικούς μηχανισμούς και θα μπορούσαν να ενισχύσουν οργανωτικά το νέο εγχείρημα. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει δώσει το πράσινο φως για μια τέτοια διεύρυνση, επιμένοντας στην εικόνα της ανανέωσης. Το αν αυτή η επιλογή θα διατηρηθεί και ποιοι τελικά θα βρεθούν στα ψηφοδέλτια, παραμένει ένα ενδιαφέρον ερώτημα όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές.
Γιατί ένα κόμμα μπορεί να αποκτήσει μεν δημοσκοπική δυναμική χάρη στον αρχηγό του, αλλά για να εξελιχθεί σε κόμμα εξουσίας χρειάζεται κάτι πολύ περισσότερο από ποσοστά στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Χρειάζεται στελέχη με εμπειρία, έτοιμα να οργανώσουν μια προεκλογική εκστρατεία και να ζητήσουν προσωπικά το σταυρό του ψηφοφόρου.
Αν, λοιπόν, ο στόχος του Αλέξη Τσίπρα είναι να δημιουργήσει έναν πραγματικό πολιτικό οργανισμό με προοπτική διακυβέρνησης και όχι ένα κόμμα που θα εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική του απήχηση, αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να απαντήσει και στο πιο κρίσιμο πρακτικό σκέλος. Και μπορεί οι δημοσκοπήσεις να δημιουργούν προσδοκίες, αλλά η κάλπη είναι πάντα ο τελικός κριτής.