ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Έλενα Ακρίτα: «Δεν θέλω να κάνω την οσιομάρτυρα. Αυτή είναι η ζωή που γουστάρω.»

Συναντήσαμε το διαχρονικό "πρόσωπο της ημέρας". Μιλήσαμε για το νέο της βιβλίο, τον "παλιό" και "νέο" φεμινισμό, τη δημοσιογραφία, τα κοινωνικά δίκτυα, τις φιλίες και τις μεγάλες κόντρες της ζωής της.

Πρόκειται για ένα φαινόμενο. Η Έλενα Ακρίτα βρίσκεται εδώ και σαράντα χρόνια κάπου δίπλα μας, πίσω μας, μπροστά μας, απέναντι μας. Σχεδόν παντού. Στη δημοσιογραφία, στην τηλεόραση, στα βιβλιοπωλεία, στα κοινωνικά δίκτυα. Άλλωστε όπως λέει και η ίδια είναι ένας άνθρωπος που ζει από το γράψιμο. Αυτό ήταν και η αφορμή να βρεθούμε. 

Τα Τάπερ της Αλίκης κυκλοφορούν εδώ και κάποιους μήνες από τις εκδόσεις Διόπτρα και κάνουν θραύση. Είναι μια ιστορία τριών γυναικών, γιαγιάς, μαμάς και κόρης που ζουν την αθηναϊκή μεταπολίτευση. 

Δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τη συγγραφέα να έχει αυτό που λένε “σουξέ”. Θραύση έχει κάνει παλιότερα ως συνσεναριαογράφος στη Βέρα στο Δεξί, θραύση κάνει η σαββατιάτική της στήλη στα Νέα που αναδημοσιεύεται παντού. Θραύση κάνει και η παρουσία της στο Facebook. Να σε ακολουθούν 180.000 λογαριασμοί δεν είναι και λίγο πράγμα. 

“Προσπάθησα να κάνω μια τοιχογραφία που ν’ αποτυπώνει την πολιτική ζωή μέσα από τους ήρωες και ταυτόχρονα να δίνει φωνή στους αόρατους ανθρώπους που μπορεί να είναι οι πόρνες, οι γκέι της δεκαετίας του 80, τα θύματα βιασμών, τα θύματα κακοποίησης, όλοι αυτοί οι άνθρωποι.”

Έχετε τύχει ποτέ σ’ επίδειξη τάπερ; Πολύ παλιά. Πρέπει να ήμουν 7 η 8 χρονών, δεκαετία του ΄60, στη θεία μου τη Νέλλη που έμενε εδώ στη Φιλοθέη και ήταν μια μαγεία. Μαγεύτηκα. Αυτές οι γυναίκες που στο βιβλίο αποκαλώ «γερασμένα κορίτσια», τα κορίτσια που ονειρεύτηκαν τον Μπάρκουλη με το κόκκινο σπορ αυτοκίνητο αλλά τους έκατσε ένας άλλος που δεν ήταν καθόλου Μπάρκουλης, που δεν εμφανίστηκε με το άσπρο άλογο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι τα χέρια τους ήταν σκασμένα από τα πλυσίματα και τα νυχάκια τους κόκκινα. Αυτό το σκασμένο δάχτυλο και το κοκκινισμένο νύχι, μου έκαναν τεράστια εντύπωση και χωρίς τότε να το συνειδητοποιώ αλλά τώρα που γράφω πια, μου έδωσαν μια ολόκληρη εικόνα μιας ζωής. Θα μου πεις γίνεται από ένα σκασμένο δάχτυλο και ένα κόκκινο νύχι;  Ναι, γίνεται. Και έτσι ξεκίνησαν τα «Τάπερ της Αλίκης». Αλλά ένας άλλος βασικός λόγος ήταν ότι τοποθετήθηκε στην ιδιάζουσα δεκαετία του ‘80 και αν διαβάσετε το βιβλίο θα δείτε ότι μέσα από τις ζωές των ηρώων περνάνε όλα τα γεγονότα: από τη Λουίζης Ριανκούρ μέχρι τα πάμπερ και το θάνατο του Κουτσόγιωργα στη δίκη για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Προσπάθησα να κάνω μια τοιχογραφία που ν’ αποτυπώνει την πολιτική ζωή μέσα από τους ήρωες και ταυτόχρονα να δίνει φωνή στους αόρατους ανθρώπους που μπορεί να είναι οι πόρνες, οι γκέι της δεκαετίας του 80, τα θύματα βιασμών, τα θύματα κακοποίησης, όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Χαίρομαι πάρα πολύ που αγκαλιάστηκε και είναι στο νούμερο 1 το βιβλίο. Το έκανα με πάρα πολύ πόνο ψυχής, πάρα πολλή δημοσιογραφική έρευνα και δεν σας κρύβω ότι πάντα ήθελα να κάνω μια τοιχογραφία της μεταγενέστερης Ελλάδας. Όπως και ο Ταχτσής με το Τρίτο Στεφάνι, χωρίς να θέλω φυσικά να συγκριθώ μαζί του. 

Γι’ αυτό και δεν χρησιμοποιείται επιτηδευμένη γλώσσα; Το ζητούμενο σε όλα μου τα κείμενα είναι η προφορικότητα. Όταν περιγράφω τη ζωή θέλω να είναι σαν να είμαστε εμείς οι δύο και να πίνουμε καφέ. Δεν έχω σχεδόν καθόλου σημεία στίξης. Ο λόγος είναι για να μη χάνεται η κοφτή ανάσα του προφορικού λόγου. Απεχθάνομαι κείμενα του τύπου «τα δύο συννεφάκια συναντήθηκαν ψηλά και χαμογέλασαν το ένα στο άλλο.» 

Γιατί σταματήσατε το βιβλίο το 1999. Γιατί δεν βάλατε τις ηρωίδες στη νέα χιλιετία; Το βιβλίο αρχίζει με την πυρκαγιά στο Μινιόν και τελειώνει τη νύχτα που μπαίνει το 2000. Η νύχτα αυτή είχε μια σουρεαλιστική αναφορικότητα για όλους εμάς που το ζήσαμε. Όλοι σχεδόν πιστεύαμε ότι κάτι θ’ αλλάξει, ήταν μια τόσο ισχυρή οφθαλμαπάτη που τη ζήσαμε και τη χαρήκαμε και βεβαίως σπάσαμε τα μούτρα μας. Αυτό το ορόσημο ήθελα για την Κοραλία, την Ελένη και την Αλίκη, τις τρεις ηρωίδες μου. Σταματάμε εκείνη τη νύχτα, άσε μετά τι θα γίνει. Ένιωθα ότι ήταν εκεί κάτι σαν τον κόφτη που κόβουμε τα φάρμακα, εκείνη τη νύχτα έπρεπε να τελειώσει και το βιβλίο. Δε σας κρύβω ότι μου πέρασε από το μυαλό μου να κάνω και την επόμενη εικοσαετία (2000-2020) αλλά τελικά είπα άσ΄το. Ίσως κάποια άλλη στιγμή. 

Βλέπουμε μια πορεία ενηλικίωσης των γυναικών στην ελληνική κοινωνία; Πώς παίρνουν τις ζωές τους στα χέρια τους, η Αλίκη, κάποια στιγμή λέει ότι «αρκετά τη γάμησα τη ζωή μου τώρα θα κάνω αυτό που θέλω… » Το οποίο δεν ξέρουμε αν θα το κάνει. Δηλαδή, αν έκανα ένα ακόμα βιβλίο θα γινόταν καθηγήτρια πανεπιστημίου και μετά υπουργός πολιτισμού σαν τη Μενδώνη; Τι μας νοιάζει εμάς αυτό;

Δεν μας νοιάζει αλλά αυτή η δήλωση δείχνει μια χειραφέτηση, τη γυναικεία, που επιτεύχθηκε χωρίς μεγάλους αγώνες. Όντως, η χειραφέτηση επιτεύχθηκε χωρίς αγώνες και θ’ ακουστεί λίγο περίεργο αυτό που θα πω, σχεδόν αταξική. 

Είναι και ο ερχομός του ΠΑΣΟΚ. Ναι, είναι το ΠΑΣΟΚ που τον πρώτο καιρό τουλάχιστον έκανε πολλά πράγματα. Τα έχουμε ξεχάσει και έχουμε μείνει στη Μιμή και στο νεύμα του Ανδρέα. Δεν ήταν αυτό το ΠΑΣΟΚ τα πρώτα χρόνια. Μόνο ο πολιτικός γάμος ήταν κάτι το φοβερό για τους Νεοέλληνες. Το λέω και στο βιβλίο. Στην ουσία χειραφετήθηκαν από μια γυναίκα που είναι λούμπεν μέχρι μια μεσοαστή, ήσυχα και ήρεμα, απλά στηρίζοντας η μία την άλλη. Δεν υπήρχε μια οργανωμένη δομή, παρά μόνο η φιλία. 

Οι άνθρωποι που είναι οι σημερινοί φασίστες, εν πολλοίς, είναι αυτοί που μας λένε, μια χαρά «άνθρωποι γίναμε με το ξύλο που φάγαμε». Τους φοβάμαι πολύ αυτούς.

Πάντως δεν μπορείς να μη δεις αυτή την ιστορία του βιβλίου χωρίς να πάει το μυαλό σου στον νέο φεμινισμό και στο metoο; Το πρόβλημα μου εμένα όταν έπιασα το θέμα από τη δεκαετία του ’80, δεν ήταν μόνο η δημοσιογραφική έρευνα, αλλά αυτό ακριβώς που λες τώρα. Δεν είναι μόνο ότι έχουμε μπούλινγκ, είναι το πως αντιμετωπιζόταν τότε. Ένα τεράστιο λάθος που βλέπω, για να απαντήσω στην ερώτησή σου με το κίνημα #metoo, είναι πως σε κάποιες ταινίες εποχής, ξαφνικά, σηκώνεται μια γυναίκα και λέει «δεν θα πάρω το όνομα του άντρα μου». Δεν ήταν έτσι τα πράγματα προφανώς. Είναι σαφές ότι η φεμινιστική ορολογία της δεκαετίας του ’80 δεν περιείχε όλα αυτά τα πράγματα. Δεν υπήρχε η λέξη μπούλινγκ, δεν υπήρχαν οι αντιδράσεις. Μιλάμε για δασκάλους που χτυπούσαν τα παιδιά. Οι άνθρωποι που είναι οι σημερινοί φασίστες, εν πολλοίς, είναι αυτοί που μας λένε, μια χαρά «άνθρωποι γίναμε με το ξύλο που φάγαμε». Τους φοβάμαι πολύ αυτούς. 

Γιατί ωραιοποιούμε τόσο πολύ το παρελθόν; Π.χ. οι όμορφοι άνθρωποι της δεκαετίας του ’60, ενώ δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα; Το 1967 η μάνα μου μπήκε στη φυλακή από τη Χούντα ως ηγετικό στέλεχος στην οργάνωση Πατριωτικό Μέτωπο και καταδικάστηκε για δέκα χρόνια στις φυλακές Αβέρωφ επειδή δε ζήτησε χάρη. Εγώ αυτό το ‘67 ξέρω σαν παιδί. Θέλω να ξεράσω κάθε φορά που βλέπω τη φωτογραφία της φωτισμένης Ομόνοιας με την Κάντιλακ. Έχω γράψει πολλά κείμενα γι’ αυτό στα «Νέα». Ένα από αυτά είχε τίτλο «Για το παρελθόν καλά πάω πατριώτη;» και λέω ακριβώς πόσο βάναυσο, άγριο και κλειστοφοβικό ήταν το παρελθόν που εμείς έχουμε εξωραΐσει για ν’ αντέξουμε το μέλλον. Τα παιδιά στις αλάνες, τα γρατζουνισμένα γόνατα του Ελύτη και κολοκύθια τούμπανα ενώ στην ουσία τι εννοούμε; 

Τι; Ότι αυτά τα παιδιά στις αλάνες ήταν αυτά που έτρωγαν το ξύλο της αρκούδας, που αν είχαν την παραμικρή μαθησιακή δυσκολία γίνονταν ο περίγελος, ήταν τα κορίτσια που έτσι και έχαναν την παρθενιά τους τα πέταγαν από το σπίτι εν ψυχρώ. Αυτό είναι το παρελθόν που αναζητούμε. Ότι ο καθένας μας μπορεί να έχει τρυφερές, προσωπικές στιγμές με δικούς του ανθρώπους είναι κάτι άλλο. Αυτές όμως δεν μπορούν να καλύψουν την τραγωδία μιας απίστευτα στενόμυαλης και ενίοτε εκδικητικής κοινωνίας. Όταν μου λένε καμιά φορά «αχ τα τάπερ, αχ το Μινιόν», μα δεν είναι αυτό το βιβλίο. Το βιβλίο είναι η σκοτεινή πλευρά των φωτογραφιών με τις Κάντιλακ, τα φώτα νέον και τις νοικοκυρές με το καλάθι. Αφού είχε μαύρη φτώχεια η Ελλάδα, τα στέλνανε δουλάκια τα παιδιά. 

Τώρα είμαστε καλύτερα; Ναι σε πολλούς τομείς. Η άποψη που επικρατεί είναι ότι είμαστε πολύ χειρότερα. Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα σύμφωνο συμβίωσης, η αναγνώριση και η ταυτότητα του φύλου, τα θεωρώ τεράστια βήματα αυτά που έχουν γίνει. Το γεγονός ότι παραδεχόμαστε, ή ακόμα αν κάτι μας ξινίσει στη διαφορετικότητα, τώρα πια δεν μπορούμε να το κράξουμε με την ίδια άνεση και την ίδια ευκολία. 

Πολιτική ορθότητα. Πρέπει να σας πω ότι είμαι υπέρ όσο αυτό και αν ακούγεται νεοφασιστικό ή κάτι αντίστοιχο. 

Γιατί; Αν θυμάστε έχω γράψει ένα κείμενο για τον Μάρκο Σεφερλή.. 

Πώς να μην το θυμάται κανείς; Και να θέλαμε… Εγώ πιστεύω ότι δεν μπορούμε να χλευάζουμε κοινωνικές ομάδες και να λέμε μετά, έλα μωρέ αυτό είναι σάτιρα. Να θεωρούμε ότι μια χοντρή γριά είναι κάτι που μπορούμε να το κάνουμε όλοι ρεντίκολο. Και εγώ μπορεί ν’ αντιμετωπίσω έναν ηλικιακό ρατσισμό. Να μου πουν: η Ακρίτα είναι γριά. Και; Το εξυπνότερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου είναι να μην κρύψω τα χρόνια μου. Για την ώρα έχω την υγειά μου. 

Πώς σας φαίνεται πως ενώ γίνονται προοδευτικά βήματα για πιο ανοιχτές κοινωνίες, παράλληλα υπάρχουν μεγάλοι συνασπισμοί ενάντια σε αυτές τις κινήσεις; O Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα από τ’ αποτελέσματα αυτών των συνασπισμών. Μπας και ο «προοδευτικός χώρος» κάθεται πάνω στα επιτεύγματά του αντί να βρίσκεται συνεχώς σ’ επαγρύπνηση; Δεν θα άλλαζα ούτε «και» σε αυτά που είπατε. Συμβάλλαμε όλοι για να γίνουν αυτές οι αλλαγές, με οποιοδήποτε τρόπο μικρό ή μεγάλο, αλλά τώρα θεωρούμαι ότι όλα αυτά είναι δεδομένα μέχρι να πάψουν να είναι. Ζούμε σε μια περίεργη εποχή, σαν να περπατάμε σε λεπτό πάγο. Τι κάνει ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Ερντογάν, τι κάνει ο γείτονάς μας που παρκάρει στα ΑΜΕΑ; Αυτό που μας σοκάρει περισσότερο απ’ όλα είναι ότι κάποτε λέγαμε σιγά μη βγει ο Τραμπ, σιγά μην κάνει πόλεμο ο Ερντογάν, και τώρα και ο Τραμπ έχει βγει και ο Ερντογάν σκοτώνει τους Κούρδους. Έχουν αλλάξει όλα αυτά, δεν υπάρχει πια αυτό το κοινωνικό savoir vivre, δεν υπάρχουν όρια. 

Είμαστε μακριά από έναν Έλληνα Τραμπ; Όχι. Απλά είχαμε την τύχη μέχρι τώρα κανένας τραμποειδής πολιτικός να μην έχει εκτόπισμα στο λαό. Δηλαδή, ο Βελόπουλος δεν θα γίνει ποτέ Τραμπ. 

Δεν πέφτετε στην παγίδα όμως του «έλα μωρέ, ο Βελόπουλους» τώρα; Δεν θα γίνει γιατί του λείπουν τα χαρίσματα που έχει ένας πολιτικός για να μπορέσει να περάσει στη μάζα. Ο Μιχαλολιάκος ήταν πολύ πιο επικίνδυνη περίπτωση. Απλά πρέπει να είναι χαρισματικός, με την κακή έννοια, να περνάει στον κόσμο, να έχει ένα διαμέτρημα. 

Το «χαρισματικός πολιτικός» έχει φτάσει να είναι επικίνδυνο σήμερα; Τ’ αρνητικά στοιχεία της πολιτικής χρειάζονται σήμερα τους χαρισματικούς πολιτικούς. Είναι γεγονός ότι αυτή τη στιγμή σαν πολίτης δεν χρειάζομαι έναν χαρισματικό ηγέτη. Μου είναι παντελώς αδιάφορος. Τον έχω φάει στη μάπα τον ρήτορα και είναι ντεμοντέ πια. Ντεμοντέ με την ουσιαστική έννοια της λέξης. Δεν μ’ ενδιαφέρει να μου πουλήσει το προϊόν αλλά να κάνει τη δουλειά. 

Έχουμε τέτοιους στην Ελλάδα; Δεν μου έρχεται κάποιος με την πρώτη. Ο Κωστής Στεφανόπουλος είχε τέτοιο ήθος αλλά έχει πεθάνει τώρα. Χάρηκα πολύ που ο Σταύρος Θεοδωράκης, αν και δεν τον έχω ψηφίσει ποτέ, επέστρεψε τα λεφτά της κομματικής επιδότησης. Το ίδιο είχε κάνει και ο Τσοβόλας αλλά πρώτος το έκανε ο Στεφανόπουλος. 

Δεν είναι εύκολο να γράφεις σαράντα χρόνια και να καταφέρνεις τα κείμενά σου να βρίσκουν την επαφή με τον αναγνώστη.

Στα «Τάπερ της Αλίκης» υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία; Δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τις ηρωίδες μου. Δεν έχω ζήσει ποτέ στην Κυψέλη, δεν έχω κάνει παρέα με αυτούς τους ανθρώπους αλλά υπάρχουν όμοια συναισθήματα. Ας πούμε η ιστορία του gay ζευγαριού ήταν πολύ κοντά μου. 

Θα λέγατε ότι είναι συγγραφέας το επάγγελμα σας; Θα έλεγα ότι ζω από το γράψιμο. Μπήκα από πολύ μικρή στη δημοσιογραφία, έκανα ένα όνομα στα ευθυμογραφήματα και έτσι ζούσα πάντα από τη δουλειά μου. Τα σήριαλ που έκανα με τον Γιώργο Κυρίτση και τ’ αγάπησα και τα υπερασπίζομαι όλα ανεξαιρέτως. Δεν ξέρω αν είμαι συγγραφέας γιατί έχω γράψει μόνο τρία μυθιστορήματα. 

Δεν είναι λίγα. Ξεκίνησα μεγάλη, στα 58 μου. Τ’ αστυνομικά ήταν πολύ πιο δύσκολα… 

Πρέπει να ξέρεις το τέλος… Έτσι γράφω. Αρχίζω από το τέλος και πηγαίνω πίσω. Αν με ρωτήσεις και μου πεις γρήγορα: τι είσαι; 

Τι θα πείτε; Δημοσιογράφος. 

Έχει χαθεί το είδος όμως της επιφυλλίδας. Αναζητούμε περισσότερο την πληροφορία παρά ένα ωραίο κείμενο. Πρέπει να είμαι από τις τελευταίες των Μοϊκανών. Και πρέπει να πω ότι δεν είναι καθόλου εύκολο. Δεν είναι εύκολο να γράφεις σαράντα χρόνια και να καταφέρνεις τα κείμενά σου να βρίσκουν την επαφή με τον αναγνώστη. Τα κείμενα που έγραφα τότε δεν έχουν σχέση με το σήμερα. Αν δεν είχα αυτί, καρδιά και ψυχή προς τις νεότερες ηλικίες από μένα δεν θα μπορούσα να γράφω και να γίνεται αυτό που γίνεται κάθε Σάββατο. Δεν γερνάω ακόμα, δεν ξέρω γιατί. 

Κάθεστε πολύ ώρα στο ίντερνετ; Κάθομαι. Αρκετή. Έχω περάσει και τους εθισμούς με τα social media. 

Στο Facebook τι ψάχνετε; Είμαι πολύ παλιά πελάτισσα του μαγαζιού και μου έφερε πολλούς ανθρώπους στη ζωή μου. Εγώ όταν μπήκα δεν το έκανα μόνο για να διαφημίσω την πραμάτεια μου. Δημιουργήθηκαν φιλίες και σχέσεις ζωής, μέσα από ομάδες, που σιγά σιγά γνωριστήκαμε. Υπάρχει φίλη που τη γνώρισα, αγαπηθήκαμε και βιώσαμε τον θάνατό της. Όταν πέθανε η κοπέλα το καλοκαίρι ήμασταν πιο κοντά της οι άνθρωποι που γνώρισε στο Facebook απ’ ό,τι οι δικοί της άνθρωποι. Το Facebook δεν υποκατέστησε τις φιλίες μου, γιατί φίλες έχω, ήταν μια διέξοδος για μένα που διψάω γι’ ανθρώπους. 

Έχει και τρομακτική σαπίλα μέσα. Δεν είναι τυχαίο ότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται ως αυτή της αγένειας και της ρητορικής μίσους. Ψόφα, λένε. Καρκίνος στα παιδιά σου. Και άλλα τέτοια. 

Και πώς φιλτράρετε τους 180.000 ανθρώπους που σας ακολουθούν; Επιτρέπω τον σχολιασμό μόνο στους 5.000 φίλους που τους έχω περάσει από χίλια κόσκινα. Είναι υγεία επίσης το μπλοκάρισμα. Όταν δω κάτι που που μου στραβώνει τον μπλοκάρω. Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. 

Γιατί πιστεύετε ότι σας ακολουθούν 180.000 λογαριασμοί; Εσείς γιατί λέτε; 

Δεν απογοητεύετε το κοινό σας, είστε εκεί και τοποθετείστε. Γι’ αυτό έχω και φανατικούς εχθρούς. Έχω την εντύπωση επειδή το Facebook το είδα πιο ανθρωποκεντρικά, όχι τόσο για διαφήμιση, και μοιράστηκα ότι παλεύω τριάντα χρόνια με την κατάθλιψη,  ότι είμαι ακτιβίστρια για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, για τα ζώα, το γεγονός ότι είμαι από τα ιδρυτικά στελέχη της Διεθνούς Αμνηστίας, το γεγονός ότι ήμουνα σε απόγνωση μια μέρα και έγραψα «πώς θα τον βγάλω τον λεκέ από το τραπεζομάντιλο;». Είναι αμφίδρομη η επικοινωνία, έχουν δημιουργηθεί σχέσεις, πάμε τις Κυριακές και τρώμε ο ένας στο σπίτι του άλλου. 

Θα ξαναγράφατε για τηλεόραση; Όχι, έχω μεγαλώσει για αυτά. 

Attention whore είναι ο άνθρωπος που τα κάνει όλα εκ του ασφαλούς. Εγώ η φουκαριάρα πάω και βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά και όποιος τολμήσει να πει «τι θέλει η Ακρίτα» να βγάλει τον σκασμούλη.

Νιώθετε ότι κουνάτε αρκετά το δάχτυλο; Ότι σχολιάζετε από τον Σεφερλή μέχρι τον Ζακ Κωστόπουλο και τη νέα ταινία του Γαβρά. Για πόσα θέματα μπορείτε πια να τοποθετηθείτε; Η Ακρίτα που κουνάει το δάχτυλο ήταν αυτή που στη δίκη του Γιακουμάκη ξεσκέπασε όλη την ιστορία με τον πολιτικό τον Μαρκογιαννάκη, πήγε στην δίκη, κατέθεσε ό,τι ήξερε, και τώρα ο Μαρκογιαννάκης μου κάνει αγωγή και μου ζητάει 500.000€. Ο επικεφαλής της έρευνας για την υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη βγήκε και με ευχαρίστησε για αυτά που έκανα από τη μία και από την άλλη αυτό το πληρώνω με 500.000. Όχι γιατί θα πάμε στο ότι είμαι attention whore τώρα. Ο Σεφερλής, για τον οποίο δεν αλλάζω τίποτα απ’ ό,τι έγραψα, μου ζητά με αγωγή 100.000€. Κάπως πιο οικονομικά εδώ. Ο Ζακ Κωστόπουλος ήταν φίλος μου. Μιλάγαμε, είχαμε επαφή, μας ένωνε η αγάπη μας για τα ζώα. Και φυσικά θα είμαι μπροστά. Εγώ το έχω πληρώσει αυτό. Είχα τους Χρυσαυγίτες τόσα χρόνια, έφτασα να πληρώνω ανθρώπους να φυλάνε το σπίτι μου. Attention whore είναι ο άνθρωπος που τα κάνει όλα εκ του ασφαλούς. Εγώ η φουκαριάρα πάω και βάζω το κεφάλι μου στον ντορβά και όποιος τολμήσει να πει «τι θέλει η Ακρίτα» να βγάλει τον σκασμούλη. Όπως λένε συνέχεια «τι κάνεις εσύ γι’ αυτό». Δεν ξέρετε τι κάνει ο καθένας, βουλώστε το και λιγάκι. 

Πόσα μπορείτε να σηκώσετε ακόμα; Δεν θέλω να κάνω την οσιομάρτυρα. Αυτή είναι η ζωή που γουστάρω. Το γεγονός πως όσο μεγαλώνω ασχολούμαι όλο και πιο πολύ με τον ακτιβισμό, αυτό με γεμίζει χαρά. Πάντα φοβόμουν ότι τα χρόνια θα με κάνουν να κλειστώ στο σαλονάκι μου, να βλέπω τηλεόραση και ν’ αφήσω τον εαυτό μου. Ασχολούμαι με τον εαυτό μου. Μου αρέσει να είμαι όμορφη παρά το γεγονός ότι έχω περάσει τα 60. Ακόμα και αν είναι μια ανθρώπινη αδυναμία, το αγαπώ και αυτό το κομμάτι του εαυτού μου. Τώρα που σας μιλάω λάμπουν τα μάτια μου γιατί νιώθω ότι η  κουβέντα έχει ξεφύγει από μια απλή συνέντευξη. Θέλω να συνεχίσω να είμαι έτσι. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. 

Θα θέλατε να βάλετε τον εγκέφαλό σας σ΄έναν υπολογιστή και να ζήσετε για πάντα; Α, πα πα! Εδώ άνοιξα σαμπάνιες με το αποτεφρωτήριο στη Ριτσώνα. Θα ήθελα να μην υποφέρω, να μην πονάω πολύ, να φύγω αξιοπρεπώς και ήσυχα από αυτή τη ζωή, χωρίς να επιβαρύνω κανέναν. Δεν θέλω να έρχεται κανείς να βάζει λουλούδια στον τάφο μου και για αυτό είμαι χαρούμενη με το αποτεφρωτήριο. Θέλω να προλάβω να γράψω βιβλία που τα στερήθηκα εξαιτίας του μεροκάματου, θέλω να ταξιδεύω και θέλω να γίνεται η ζωή μας λίγο καλύτερη για να είμαι μέσα σε αυτή και εγώ λίγο καλύτερα. 

Το βιβλίο της Έλενας Ακρίτα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.