TV SHOWS

Το When They See Us είναι μια σειρά που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία

Η Λίνα Ρόκου είδε τη τηλεοπτική σειρά που ξετυλίγει το κουβάρι μιας από τις πιο πολύκροτες δικαστικές υποθέσεις και καταδεικνύει πώς το σύστημα κατασκευάζει κοινωνικές δεξαμενές αλίευσης εξιλαστήριων θυμάτων (+spoilers).

Δεν θυμάμαι να μου έχει συμβεί ξανά την ώρα που βλέπω μια τηλεοπτική σειρά να με πιάνει πονοκέφαλος από τα νεύρα μου. Νεύρα όχι για την ποιότητα αυτού που βλέπω, αλλά για τα συμβάντα που παρακολουθώ, όντως συμβάντα στην προκειμένη περίπτωση αφού το When they see us βασίζεται σε αληθινή ιστορία.

Τι βλέπουμε; Την νύχτα της 19ης Απριλίου 1989 ταραχές ξεσπούν στο Σεντραλ Παρκ όταν ομάδα 30 εφήβων αρχίζουν να επιτίθενται σε περαστικούς ποδηλάτες και ξυλοκοπούν έναν άνδρα. Ο φακός παρακολουθεί πέντε εφήβους, που δεν συνδέονται απαραίτητα μεταξύ τους, που δεν συμμετέχουν στα επεισόδια, έχουν βρεθεί στο πάρκο από περιέργεια και μόλις καταλαβαίνουν ότι τα πράγματα αγριεύουν πάνε να φύγουν∙ ο ένας μάλιστα από αυτούς, ο μόλις 14 ετών Κέβιν Ρίτσαρντσον, δέχεται χτύπημα στο κεφάλι από αστυνομικό.

Το ίδιο βράδυ, μετά τα μεσάνυχτα, μια γυναίκα βρίσκεται βιασμένη στο πάρκο και χτυπημένη με τόση αγριότητα που διατυπώνεται η ερώτηση «Είναι ακόμη ζωντανή;». Οι αστυνομικοί είναι αποφασισμένοι να παρουσιάσουν έργο. Τι σημαίνει αυτό;  Να φέρουν στο τμήμα υπόπτους που με κάθε μέσο θα μετατρέψουν σε κατηγορούμενους.

Την επόμενη μέρα οι αστυνομικοί  βγαίνουν στους δρόμους του Χάρλεμ, μαζεύουν όσα άτομα είναι στη λίστα τους ως νεαροί που βρίσκονταν την ώρα των επεισοδίων στο Σέντραλ Παρκ. Ανάμεσα τους και τα πέντε παιδιά που γνωρίσαμε στην αρχή. Τέσσερις αφροαμερικανοί και ένας λατίνος, όλοι έφηβοι.

Ξεκινάει η ανάκριση κι αυτό που ακολουθεί σου φαντάζει αδιανόητο. Η ανάκριση κρατάει πάνω από ατελείωτες ώρες, χωρίς την παρουσία γονέων, χωρίς την παρουσία δικηγόρων, χωρίς φαγητό και χωρίς διάλειμμα για τουαλέτα. Οι έφηβοι παγιδεύονται από τους αστυνομικούς. Οι αστυνομικοί αποσπούν με εκβιασμούς και ψυχολογική βία ψευδείς ομολογίες και κατασκευάζουν το αφήγημα της συμμορίας.

Όταν οι γονείς των εφήβων καταφτάνουν είναι και η δική τους αντίδραση που σε σοκάρει. Συμβουλεύουν τα παιδιά τους «να κάνουν ό,τι τους λένε οι αστυνομικοί για να μην μπλέξουν παραπάνω». Μόνο μια μάνα παίρνει το παιδί της, την τελευταία στιγμή και το αποτρέπει από το να υπογράψει την ομολογία του. Κάθεσαι και σκέφτεσαι «μα καλά πώς είναι δυνατόν να είπαν στο ίδιο τους το παιδί να ομολογήσει ότι ήταν παρόν σε βιασμό και ότι κρατούσε το θύμα για να το χτυπήσουν οι υπόλοιποι και να θεωρήσουν ότι έτσι θα γλιτώσουν τα χειρότερα;».

Κι όμως γι’ αυτό ακριβώς το πρώτο επεισόδιο είναι τόσο οδυνηρό. Γιατί δείχνει πως ένα ολόκληρο σύστημα (αστυνομία, δικαιοσύνη, μίντια) κατασκευάζει κοινωνικές ομάδες που λειτουργούν ως δεξαμενές αλίευσης εξιλαστήριων θυμάτων όταν υπάρχει «κρίση».

Το σύστημα δεν το ενδιαφέρει η δικαίωση της βιασμένης κοπέλας άλλωστε την χρησιμοποιεί εντελώς ανήθικα όταν τη σέρνει στο δικαστήριο ενώ η ίδια παραδέχεται ότι λόγω του ισχυρού τραυματισμού στο κεφάλι δεν έχει καμία ανάμνηση από τον βιασμό της και δεν μπορεί να προσφέρει κανέναν στοιχείο που θα βοηθούσε στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Το σύστημα φέρνει τη γυναίκα μόνο και μόνο για να φορτίσει συναισθηματικά τους ενόρκους χρησιμοποιώντας την ως μια παρουσία που αξίζει λύπηση και όχι ως μια γυναίκα που διεκδικεί τη δικαίωση. Το σύστημα δεν επιδιώκει την ανεύρεση του δράστη αλλά την παρουσίαση το συντομότερο δυνατόν «δραστών» ώστε να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα. Πώς να ικανοποιηθεί; α) το σύστημα λειτουργεί αποτελεσματικά σε μηδενικό χρόνο και είμαστε όλοι πάλι ξανά ασφαλείς β) οι θύτες έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, προέρχονται όλοι από εθνοτικές μειονότητες και χαμηλά οικονομικά στρώματα. Δεν είναι δικοί μας.

Κι αυτό ακριβώς είναι το When They See Us του τίτλου. Όταν μας βλέπουν αυτό που αντικρίζουν είναι οι ένοχοι, πάντα οι ένοχοι, αυτοί που θα σας κλέψουν, θα σας χτυπήσουν, θα σας βιάσουν, αυτοί που απειλούν τις τακτοποιημένες ζωές σας. Βλέπουν σε μας μια αγέλη ζώων που διαρκώς τους απειλεί και όχι τους ισότιμους συμπολίτες τους.

Το πιο ανατριχιαστικό είναι το πώς τα ίδια τα θύματα έχουν αποδειχτεί τον ρόλο τους. Οι γονείς πιστεύουν ακράδαντα ότι το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να συμπλεύσουν με τη γραμμή των αστυνομικών, να μην μιλήσουν, να μην αντιδράσουν, να μην διεκδικήσουν τα νομικά δικαιώματά των παιδιών τους. «Κάνε ό,τι σου λένε» επαναλαμβάνεται ως μοτίβο. Οι έφηβοι αντιδρούν, οι γονείς τα «συμμορφώνουν»· έχουν ζήσει στο πετσί τους μόνο καταπίεση και ρατσιστική συμπεριφορά, ουσιαστικά μαθαίνουν στα παιδιά τους ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος: «κάνε ό,τι σου λένε γιατί αλλιώς θα σε σκοτώσουν».

Οι πέντε έφηβοι οδηγούνται σε δύο διαφορετικές δίκες. Και οι ένορκοι αποφασίζουν: ένοχοι. Ένοχοι παρότι δεν υπάρχει πουθενά δικό τους DNA στο θύμα, παρότι βρέθηκε κάλτσα δίπλα στο θύμα με σπέρμα που δεν ανήκε στους εφήβους, παρότι υπάρχει χρονική απόκλιση από την παρουσία τους σε συγκεκριμένο σημείο του πάρκου και στον τόπο του βιασμού, παρότι όλοι τους αποκηρύσσουν τις ομολογίες τους ως προϊόντα εκβιασμού αλλά και μια σειρά άλλων στοιχείων. Η λευκή αμερικανική κοινωνία και ο Τραμπ είναι ικανοποιημένοι. Ο Τραμπ; Πού κολλάει ο Τραμπ; Στο δεύτερο επεισόδιο βλέπουμε τον επιχειρηματία τότε, νυν πρόεδρο των ΗΠΑ να δηλώνει σε τηλεοπτικές εκπομπές «Είναι προνόμιο σήμερα να γεννιέσαι μορφωμένος μαύρος. Έχεις περισσότερα πλεονεκτήματα» ενώ την ίδια περίοδο πλήρωνε ολοσέλιδες διαφημιστικές καταχωρήσεις σε εφημερίδες για να ζητήσει τη θανατική ποινή για τους Πέντε του Σέντραλ Παρκ. Η περίπτωση των Πέντε του Σέντραλ Παρκ δεν ήταν δικαστική πλάνη, ήταν απόφαση του συστήματος να δημιουργήσει μια κατασκευασμένη ετυμηγορία προς παραδειγματισμό.

Οι Πέντε του Σέντραλ Παρκ ήταν αθώοι. Αποδείχτηκε όχι χάρη στο σύστημα, όχι επειδή κάποιοι λειτουργοί της δικαιοσύνης θέλησαν να επανεξετάσουν μια υπόθεση καταδίκης που έμπαζε από παντού νερά αλλά επειδή ο πραγματικός ένοχος μετά από 20 χρόνια ένιωσε την ανάγκη να πληρώσει για τις αμαρτίες του. Ο βιαστής βρισκόταν ήδη στη φυλακή για άλλους τέσσερις βιασμούς που είχε διαπράξει την περίοδο της υπόθεσης του Σέντραλ Παρκ. Είχε συλληφθεί και είχε ομολογήσει χωρίς πίεση. Για την υπόθεση της τζόκερ του Σέντραλ Παρκ δεν ρωτήθηκε από τους αστυνομικούς, ποτέ. 

Οι Πέντε του Σέντραλ Παρκ μπήκαν αναμορφωτήριο και φυλακή. Στιγματίστηκαν. Κακοποιήθηκαν. Το τέλος της ιστορίας δεν είναι αισιόδοξο παρά την υψηλότατη αποζημίωση που τους εκδικάστηκε πριν λίγα χρόνια. Η δικαίωση τους οφείλεται σε τυχαίο συμβάν και όχι σε επανεξέταση από το σύστημα. Η μόνη χαραμάδα φωτός, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στην συμπεριφορά των ίδιων των Πέντε μέχρι το τέλος. Από τη στιγμή που έφηβοι ακόμη συνειδητοποίησαν πόσο λάθος ήταν να πάρουν πάνω τους ένα αδίκημα που δεν διέπραξαν μέχρι και την τελική δικαίωσή τους δήλωναν παντού την αθωότητά τους αν και δεν ήταν προς το «συμφέρον» τους. Στις επανεξετάσεις για αποφυλάκιση παρότι η ερώτηση «παραδέχεσαι την ενοχή σου για τα εγκλήματα που διέπραξες στο Σέντραλ Παρκ;» ήταν βασική για να εξεταστεί το αίτημα απαντούσαν αρνητικά. Γιατί πολύ απλά κατάλαβαν ότι το να αποδεχτούν τον ρόλο του θύτη για πράξεις που δεν έκαναν τους έβαζε όλο και πιο βαθιά στον ρόλο του θύματος, έναν ρόλο που η κοινωνία κατασκεύασε στα μέτρα τους. Ένιωσαν ότι είχαν ηθική υποχρέωση απέναντι στον εαυτό τους και στην έννοια της δικαιοσύνης να βρίσκονται με το μέρος της αλήθειας. Είχαν μια ηθική υποχρέωση προς την επόμενη γενιά: να της μάθουν να μη δεχτεί, ποτέ, τη θυματοποίηση της.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.