

«Ηθοποιός σημαίνει φως», έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Όχι γιατί οι ηθοποιοί έχουν κάτι το επιούσιο. Ούτε γιατί κληρονόμησαν κάποιο θαυματόβρυτο χάρισμα. Αλλά γιατί η τέχνη, όταν είναι αληθινή, φωτίζει εκεί όπου η εξουσία επαναπαύεται στις σκιές. Γλιστρά μέσα από τις χαραμάδες, σκαρφαλώνει στους τοίχους και τρυπώνει εκεί που οι άνθρωποι τραβούν τις κουίντες για να μην δουν όσα τους βαραίνουν.
Η τέχνη ρίχνει φως πάνω στους αδύναμους. Πάνω στους κατατρεγμένους. Σε όσους δεν έχουν φωνή. Δεν εστιάζει τον προβολέα πάνω στον θρόνο, αλλά τον στρέφει πάντα προς το σκοτάδι. Εκεί όπου η εξουσία δεν θέλει να κοιτάς γιατί κρύβει την ασυδοσία και τον δεσποτισμό της.
Υπάρχουν όμως στιγμές που ο προβολέας δεν φωτίζει απλά την εξουσία. Τη λούζει με φως για να τη ζεστάνει και να την εξωραΐσει. Είναι τότε που ο ηθοποιός παύει να γίνεται καθρέφτης της κοινωνίας και μετατρέπεται σε αντανάκλαση της ισχύος. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό από μια τέχνη που συμβιβάζεται με το σκότος και λησμονεί ποιον όφειλε να φωτίζει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βεβηλωτικό από μία τέχνη που σκύβει το κεφάλι μπροστά στην εξουσία, χάνοντας λίγο από το φως που την έκανε τέχνη.
Γιατί η τέχνη δεν γεννήθηκε για να χαϊδεύει την εξουσία, αλλά για να την ενοχλεί και να την κάνει πιο ανθρώπινη. Κι όταν αποτυγχάνει, να την εκθέτει. Να της υπενθυμίζει τα όριά της και να στέκεται απέναντί της ακόμα κι όταν αυτό κοστίζει. Όχι δίπλα της όταν αυτό ανταμείβεται.
Ο καλλιτέχνης δεν έχει καμία υποχρέωση να συμφωνεί με την κοινωνία. Ούτε να υπηρετεί κάποια ιδεολογία. Είναι όμως υπόλογος σε κάτι πολύ βαθύτερο. Σε έναν θεατή που δεν ξεγελιέται από το ταλέντο της υποκριτικής: στη συνείδηση. Στη γενεσιουργό δύναμης της τέχνης που εκκολάφτηκε για να κατεβαίνει στα υπόγεια της ανθρώπινης ύπαρξης· εκεί όπου στοιβάζονται οι αδικίες, οι σιωπές και οι άνθρωποι που έμαθαν να ζουν αόρατοι.
Υπάρχει όμως μια λεπτή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στο να υπερασπίζεσαι έναν άνθρωπο και στο να αποκαθαγιάζεις μια εξουσία, δανείζοντάς της το κύρος σου. Η πρώτη είναι δικαίωμα. Η δεύτερη είναι επιλογή. Και κάθε επιλογή κουβαλά το βάρος της, αφήνοντας ίχνη.
Η Ιστορία δεν θυμάται τους καλλιτέχνες από τις επιτυχίες τους. Τους θυμάται από τη θέση που πήραν όταν το φως έσβηνε. Όταν οι πλατείες άδειαζαν. Όταν οι φωνές σιγούσαν και η εξουσία γινόταν πιο δυνατή από την αμφισβήτηση. Εκεί κρίνονται. Όχι στη σκηνή, αλλά απέναντι στη συνείδησή τους.
Ο ηθοποιός έχει ένα μοναδικό προνόμιο. Και μια παράξενη δύναμη. Μπορεί να υποδυθεί τους πάντες: Τον βασιλιά. Τον ζητιάνο. Τον διώκτη. Τον διωκόμενο. Δανείζεται ζωές που δεν έζησε. Πενθεί ανθρώπους που δεν γνώρισε. Κλαίει για παιδιά που δεν απέκτησε. Υποδύεται την αδικία τόσο πειστικά, που για λίγες ώρες μάς κάνει να πιστεύουμε πως ο κόσμος μπορεί ακόμη να σωθεί. Υπάρχει ωστόσο μια ειρωνεία σχεδόν σαιξπηρική σε όλο αυτό. Οι ηθοποιοί εκπαιδεύονται μια ζωή για να ξεχωρίζουν την υποκριτική από την αλήθεια. Κι όμως, μερικές φορές, έξω από τη σκηνή, γίνονται οι ίδιοι μέρος της παράστασης. Και ο ρόλος τους σε αυτήν δεν έχει γραφτεί από κανέναν θεατρικό συγγραφέα. Είναι ο ρόλος που επιλέγει ο ίδιος κάτω από τη σκηνή. Ο μόνος ρόλος που συνεχίζεται και εκτός σεναρίου, όταν πέσει η αυλαία.
Γιατί τα χειροκροτήματα κάποτε σταματούν. Οι δηλώσεις ξεχνιούνται και οι τίτλοι ξεθωριάζουν. Μένουν όμως σαν μικρές υποσημειώσεις εκείνες οι μικρές στιγμές στα μεγάλα σταυροδρόμια της ιστορίας. Και καμιά φορά οι πράξεις αυτές βαραίνουν περισσότερο κι από ολόκληρη τη φιλμογραφία.
Η Ιστορία είναι γεμάτη άλλωστε από ποιητές που ύμνησαν βασιλιάδες, ζωγράφους που στόλισαν τυράννους και ηθοποιούς που προτίμησαν τον ασφαλή προβολέα από το άβολο φως. Γιατί η εξουσία πάντα αναζητούσε αυλικούς. Σήμερα αναζητά πρόσωπα με αναγνωρισιμότητα. Αγαπά διάσημους όπως τον Θοδωρή Αθερίδη, όχι γιατί υποκλίνεται στην τέχνη, αλλά επειδή γνωρίζει πως μια δημόσια αποθέωση (σαν αυτή στον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη), ακούγεται δυνατότερα από χιλιάδες διαμαρτυρίες ανώνυμων ανθρώπων. Δεν θα ζητήσει μάλιστα ποτέ να την αγαπήσεις πίσω. Της αρκεί να απαλύνεις τις σκιές της και να ξεπλύνεις το πρόσωπό της με επιλεκτικές ευαισθησίες, όταν λίγες ημέρες πριν αστυνομικοί έχουν σκοτώσει πισώπλατα έναν 20χρονο με αυτισμό. Της αρκεί να κάνεις το σκοτάδι να μοιάζει με σούρουπο.
Είναι επίσης εύκολο να υποδυθείς τον αδύναμο και να πονέσεις με δανεικό πόνο. Το δύσκολο είναι να σταθείς δίπλα του όταν πέσουν οι κάμερες. Όπως εύκολο είναι να συγκινήσεις μια αίθουσα, αλλά δύσκολο να μην γίνεις το συναίσθημα που χρειάζεται η εξουσία για να φορέσει ένα πιο ανθρώπινο προσωπείο.
Και κάπου εκεί γεννιέται η μεγαλύτερη τραγωδία της τέχνης. Όχι όταν ένας ηθοποιός παίξει έναν κακό άνθρωπο. Αλλά όταν ένας καλός ηθοποιός βοηθήσει να παιχτεί ένας κακός ρόλος στην πραγματική ζωή.
Ηθοποιός σημαίνει τελικά φως; Ίσως. Αλλά κάθε φως δεν οδηγεί στην αλήθεια. Υπάρχει και το φως που τυφλώνει. Το φως που όταν πέφτει τόσο δυνατά πάνω στην εξουσία, αφήνει όλους τους υπόλοιπους στο σκοτάδι. Και τότε δεν είναι πια φως. Είναι απλά προβολέας. Και ο προβολέας, όσο εκτυφλωτικός κι αν είναι, δεν είχε ποτέ την ίδια αποστολή με το φως. Η τέχνη παύει να είναι παράθυρο και γίνεται κουρτίνα, πίσω από την οποία το σκοτάδι αισθανόταν πάντοτε πιο ασφαλές…