ΣΙΝΕΜΑ

Μόνο δόξα για Αλμοδόβαρ και Μπαντέρας στο Πόνος και Δόξα, ίσως την καλύτερη στιγμή της καριέρας και των δύο

Και το "un film de Almodovar" στους τίτλους αρχής ξανασυγκινεί, μετά από χρόνια. Της Μάρας Θεοδωροπούλου.
Μπορεί στην καινούργια, meta-αυτοβιογραφική ταινία του Πόνος και Δόξα, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ να καταπιάνεται κυρίως με τον πόνο (της καλλιτεχνικής δημιουργίας, της μνήμης, των ανθρώπινων σχέσεων, της ζωής που δεν έζησε), αλλά αυτό το συγκινητικό πορτρέτο του καλλιτέχνη σε μεγάλη ηλικία προσφέρει μόνο δόξα στην έτσι κι αλλιώς εντυπωσιακή πορεία του ισπανού σκηνοθέτη, αλλά και του συχνά υποτιμημένου πρωταγωνιστή-avatar του, Αντόνιο Μπαντέρας.
 
H επίσημη υποβολή της Ισπανίας στα επόμενα Όσκαρ (που σε μια χρονιά που δεν συμπεριελάμβανε τα Παράσιτα θα έφευγε τρέχοντας με το βραβείο Διεθνούς Ταινίας – όπως λέγεται πλέον η ξενόγλωσση κατηγορία) βρίσκει τον Αλμοδόβαρ, μετά από μερικά χρόνια ανούσιας ανοησίας με κουραστικές φάρσες που σε τίποτα δεν θύμιζαν το αναρχικό camp των πρώτων του ταινιών (όσο κι αν προσπαθούσαν), σε συνταρακτικό απολογισμό του προσωπικού και επαγγελματικού του αποτυπώματος στις ζωές οικείων και θεατών. Αλλά και ο Μπαντέρας, πρώην σύμβολο του σεξ του οποίου το μεγαλύτερο legacy κινδύνευε να γίνει αυτό το GIF, φέρνει σοφία, ψυχραιμία και διακριτικό κωμικό timing στο ρόλο-καθρέφτη του σκηνοθέτη, με πολλές πιθανότητες αναγνώρισης στις απονομές βραβείων που ξεκινούν σε λίγες εβδομάδες (η κατηγορία του α’ ανδρικού ρόλου στα Όσκαρ έχει ήδη 3 δυνατά entries με Χοακίν Φίνιξ, Άνταμ Ντράιβερ στην Ιστορία Γάμου και τον Μπαντέρας.)
 
 
Το Πόνος και Δόξα έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο τελευταίο Φεστιβάλ Καννών, και αμέσως μετά την προβολή του γράφαμε:
 
Τα τελευταία χρόνια, η κάρτα “un film de Almodovar” στους τίτλους αρχής σίγουρα δεν κουβαλούσε την ίδια ανυπομονησία όπως στις θριαμβευτικές στιγμές του παρελθόντος, που μοιάζουν να σταμάτησαν με το Volver του 2006. Ίσως κι ο ίδιος ο Πέδρο Αλμοδόβαρ να συνειδητοποίησε ότι τα genre πειράματα ή τα γυναικοκεντρικά μελό της τελευταίας δεκαετίας δεν ικανοποιούν πλέον τον πάλαι ποτέ ουμανιστή, επαναστάτη, λάτρη του κιτς και του περιθωρίου που υπάρχει ακόμα μέσα του και για το επόμενο βήμα του αποφάσισε να στρέψει την κάμερα στον εαυτό του – περίπου.
 

Ο Σαλβαδόρ Μέγιο, ο καταξιωμένος ισπανός σκηνοθέτης που υποδύεται ο Αντόνιο Μπαντέρας στο Dolor y Gloria, δεν θυμίζει τον Αλμοδόβαρ μόνο στα χαρτιά, αλλά και στην εμφάνιση. Και η επιλογή του πρωταγωνιστή ήταν ιδανική, αφού η επαγγελματική σχέση τους, που ξεκίνησε το 1982 στο Λαβύρινθο του Πάθους, σίγουρα επέτρεψε στον ισπανό σταρ να αντλήσει άφθονο υλικό για την ενσάρκωσή του μέσα από τόσα χρόνια φιλίας και συνεργασίας.

Όταν γνωρίζουμε τον Σαλβαδόρ, ετοιμάζεται να παρουσιάσει σε μια επετειακή προβολή την ταινία που πριν από 30 χρόνια τον έβαλε στον κινηματογραφικό χάρτη. Θα μοιραστεί τη σκηνή με τον πρωταγωνιστή Αλμπέρτο (Ασιέρ Ετσεάντια), με τον οποίο σταμάτησε να μιλάει μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, θεωρητικά δυσαρεστημένος από την ερμηνεία του. Η επανασύνδεσή τους με αφορμή την πρόσκληση για συζήτηση από την Ταινιοθήκη της Μαδρίτης θα φέρει στη ζωή του Σαλβαδόρ όχι μόνο τον παλιό του συνεργάτη, αλλά και την ηρωίνη, την οποία ο Αλμπέρτο μοιράζεται μαζί του. Βασανισμένος από ένα σωρό ασθένειες, χρόνιες παθήσεις και κρίσεις πανικού, ο Σαλβαδόρ θα χρησιμοποιήσει την ηρωίνη όχι μόνο ως τρόπο διεξόδου από το ελαττωματικό του κορμί, αλλά και ως όχημα επιστροφής στο παρελθόν του, στις αναμνήσεις της καθημερινότητας σε ένα φτωχοχώρι με τη μητέρα του (Πενέλοπε Κρουζ), στις ρίζες της αγάπης του για το σινεμά και στο πρώτο ερωτικό του ξύπνημα.

 
«Δεν μου αρέσει το autofiction», δηλώνει αυστηρά η ηλικιωμένη μητέρα του (Χουλιέτα Σεράνο) σε μια από τις πιο αυτοαναφορικές στιγμές της ιστορίας. Όμως εδώ ο Αλμοδόβαρ μοιάζει να το έχει ανάγκη για να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του σήμερα, καλλιτεχνικά και προσωπικά, και παρόλο που δεν επιφυλάσσει για τον εαυτό του την ίδια άφθονη ανθρωπιά με την οποία έχει αντιμετωπίσει στις πιο φημισμένες ταινίες του κάθε ήρωά του, όσο διαφορετικός, βασανισμένος ή προβληματικός κι αν είναι, έχει μόνο αγάπη, νοσταλγία και ευγνωμοσύνη για τα παιδικά χρόνια που έπλασαν το χαρακτήρα και τις εμμονές του. Απελευθερωμένος από το θυμό του άλλου αυτοβιογραφικού του εγχειρήματος Κακή Εκπαίδευση, κατασταλάζει σε μια πιο ευχάριστη, γλυκόπικρη αναδρομή της ζωής του είτε αυτή περιλαμβάνει τη διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης σε έναν αναλφάβητο χτίστη όταν ήταν παιδί, είτε μια συνάντηση με τον πρώην μεγάλο του έρωτα στο σήμερα.
 
Η ταινία Πόνος και Δόξα κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Odeon.
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.