

Η Μπιενάλε της Αθήνας αλλάζει σχήμα, μέγεθος, τρόπο λειτουργίας και πιθανότατα τρόπο επιβίωσης. Στη συνέντευξη Τύπου της Τρίτης 12 Μαΐου, η 8η Μπιενάλε της Αθήνας παρουσιάστηκε με τίτλο “ΑΒ8: ΣΤΑΣΙΣ/ΕΚΣΤΑΣΙΣ”, σε επιμέλεια του Thiago de Paula Souza και υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Poka-Yio, με ημερομηνίες διεξαγωγής από τις 2 Απριλίου έως τις 27 Ιουνίου 2027. Η 8η διοργάνωση θα πραγματοποιηθεί με συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω του Προγράμματος «Αττική» 2021-2027, ενώ το Καπνεργοστάσιο της Βουλής των Ελλήνων θα αποτελέσει τον βασικό της εκθεσιακό χώρο.
Αλλά το πραγματικό θέμα της συνέντευξης Τύπου δεν ήταν μόνο ο τίτλος, όσο δυνατός κι αν είναι, ήταν η ίδια η μετάβαση ενός θεσμού που ξεκίνησε το 2005 ως ανεξάρτητη, σχεδόν πεισματική πρωτοβουλία της αθηναϊκής εικαστικής σκηνής και σήμερα επιχειρεί να θωρακιστεί, να μεγαλώσει, να γίνει πιο βιώσιμος και να μη ζει κάθε δύο χρόνια σαν να προσπαθεί να βγάλει την επόμενη έκδοση με οξυγόνο δανεικό από το προηγούμενο θαύμα. Όπως θύμισε ο Poka-Yio, πριν από 20 χρόνια, μαζί με τον Απόστολο Παύλο, τον Αυγουστίνο Ζενάκο και την Ξένια Καζαντζόγλου, ξεκίνησαν κάτι που τότε ακουγόταν σχεδόν σαν τρέλα. Σήμερα, αυτή η “τρέλα”» περνά σε ένα πιο σύνθετο, πιο θεσμικό, αλλά, όπως τόνισε επανειλημμένα, όχι λιγότερο αιχμηρό στάδιο.

Η συνέντευξη τύπου
Η νέα δομή της Μπιενάλε περιλαμβάνει Εποπτικό Συμβούλιο, Συμβουλευτική Επιτροπή και Συμβουλευτική Επιτροπή Επιμέλειας, με τον Poka-Yio να παραμένει Εκτελεστικός και Καλλιτεχνικός Διευθυντής, διασφαλίζοντας τη συνέχεια της στρατηγικής και του καλλιτεχνικού προσανατολισμού. Το Εποπτικό Συμβούλιο, υπό την προεδρία των Δάκη Ιωάννου και Γιώργου Οικονόμου, αναλαμβάνει τη στρατηγική εποπτεία, με στόχο τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα, τη θεσμική ανάπτυξη και τον πολιτισμικό αντίκτυπο του οργανισμού. Στα ιδρυτικά του μέλη συμμετέχουν, η Αλεξία Αντσακλή Βαρδινογιάννη, ιδρύτρια του ARTFLYER, η Νινέττα Βαφειά, δικηγόρος και συλλέκτρια έργων τέχνης, η Μαρέβα Γκραμπόφσκι-Μητσοτάκη, δημιουργική σύμβουλος και επιχειρηματίας, ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, συλλέκτης σύγχρονης τέχνης, θεματοφύλακας της Συλλογής Δ. Δασκαλόπουλου και ιδρυτής του ΝΕΟΝ, ο Χάρης Δαυίδ, συλλέκτης σύγχρονης αφρικανικής τέχνης και τέχνης της αφρικανικής διασποράς, ο Αλέξανδρος Διογένους, επιχειρηματίας, συλλέκτης και ιδρυτής του Pylon Art & Culture, η Füsun Eczacıbaşı, αρχιτέκτονας, συλλέκτρια και υποστηρίκτρια της τέχνης ως επίτιμο μέλος, η Μάγδα Μπαλτογιάννη-Καλλιτσάντση και η Ειρήνη Παναγοπούλου.

Cajsa Von Zeipel, Catch and Kill, 2020 (λεπτομέρεια). Παραχώρηση του Faurschou Foundation. Άποψη εγκατάστασης από την 7η Μπιενάλε της Αθήνας 2021 «ECLIPSE».
Ο Poka-Yio εξήγησε ότι αυτή η νέα δομή δεν έρχεται για να «κλειδώσει» τη Μπιενάλε σε ένα ασφαλές, ευγενικό και αποστειρωμένο θεσμικό κουτί, αλλά για να απαντήσει σε ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα, την επισφάλεια. Η Μπιενάλε της Αθήνας, ως αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, δεν διαθέτει σταθερό μηχανισμό πάγιας κρατικής υποστήριξης. Μπορεί να χρηματοδοτηθεί μια διοργάνωση, μπορεί να εξασφαλιστεί ένα πρόγραμμα, αλλά δεν υπάρχει ο μηχανισμός που να επιτρέπει στον οργανισμό να δουλεύει σταθερά καθ’ όλη τη διετία. «Το κάνω εθελοντικά 20 χρόνια, αλλά το κάνω και με τεράστια υπέρβαση», είπε, περιγράφοντας μια συνθήκη στην οποία δεκάδες σημαντικά στελέχη πέρασαν από τη Μπιενάλε, εκπαιδεύτηκαν μέσα της, συνέβαλαν στο έργο της, αλλά ο οργανισμός δεν μπορούσε να τα κρατήσει λόγω της μόνιμης οικονομικής αστάθειας.

Dakis Joannou, Poka-Yio, Thiago de Paula Souza
Αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι που έρχεται να θεραπεύσει πρωτίστως το Εποπτικό Συμβούλιο, όχι να επιβάλει το γούστο ή να υποκαταστήσει την καλλιτεχνική διεύθυνση, αλλά να φροντίσει τη βιωσιμότητα του οργανισμού, να προσφέρει οικονομική συμβολή, τεχνογνωσία, εμπειρία, κύρος, στρατηγική σκέψη και διεθνή δικτύωση. Η Συμβουλευτική Επιτροπή, με μέλη τη Χλόη Βαΐτσου, ανεξάρτητη σύμβουλο τέχνης και πολιτιστικής στρατηγικής, τον Γεράσιμο Γιαννόπουλο, συν-διαχειριστή εταίρο στη Ζέπος & Γιαννόπουλος, την Ελίνα Κουντούρη, διευθύντρια του ΝΕΟΝ, τον Δημήτρη Κουτσόπουλο, CEO της Deloitte Greece, και τον Thomas Oberender, επιμελητή, καλλιτεχνικό διευθυντή φεστιβάλ και συγγραφέα με έδρα το Βερολίνο και την Αθήνα, θα λειτουργεί παράλληλα ως δεξαμενή σκέψης και τεχνικής υποστήριξης.
Στη συνέντευξη Τύπου τέθηκε ευθέως και το ερώτημα: «Με τόσα μεγάλα ονόματα, τόσο ισχυρούς συλλέκτες, επιχειρηματίες και ιδρύματα, πόσο ανεξάρτητη μπορεί να παραμείνει μια Μπιενάλε»; Ο Poka-Yio απάντησε ότι η Μπιενάλε παραμένει artist-run, κάτι που, όπως είπε, είναι σχεδόν αυταπόδεικτο από τη στιγμή που τη διευθύνει ένας καλλιτέχνης. Δεν το παρουσίασε όμως ως προσωπική ιδιοκτησία. Αντίθετα, είπε ότι κάποια στιγμή είναι φυσιολογικό και σωστό «το παιδί σου να το αφήσεις να αναπτυχθεί» και να περάσει σε ένα επόμενο στάδιο. Αυτό που σήμερα προέχει, όπως σημείωσε, είναι να στηθεί ένας οργανισμός που δεν θα εξαρτάται από την εξάντληση των λίγων ανθρώπων που τον τρέχουν.
Στο ίδιο ερώτημα απάντησε και ο Δάκης Ιωάννου. Ο δικός τους ρόλος, είπε, δεν είναι να επιβάλουν τις απόψεις τους, αλλά να βοηθήσουν να στηθεί ένας οργανισμός με σωστές διαδικασίες. «Το τι κάνουμε προσωπικά το κάνει ο καθένας μόνος του», ήταν το νόημα της παρέμβασής του. Εδώ, ο στόχος είναι άλλος, να θεσμοθετηθεί η Μπιενάλε, να αποκτήσει διαδικασίες, αντοχή και διεθνή θέση.
Η άλλη μεγάλη καινοτομία της νέας περιόδου είναι η Συμβουλευτική Επιτροπή Επιμέλειας, που συγκροτείται για πρώτη φορά και θα αλλάζει σε κάθε διοργάνωση. Σε συνεργασία με τον Poka-Yio, εισηγείται τον επιμελητή ή την επιμελήτρια κάθε έκδοσης και συμβάλλει στον σχεδιασμό του καλλιτεχνικού προγράμματος. Για την 8η Μπιενάλε, η επιτροπή αποτελείται από τους Κατερίνα Γρέγου, Massimiliano Gioni, Stefanie Hessler και Gabi Ngcobo, οι οποίοι εισηγήθηκαν την ανάθεση της επιμέλειας στον Thiago de Paula Souza.

Board of Trustees with Poka-Yio & Thiago de Paula Souza
Ο Thiago de Paula Souza, επιμελητής με έδρα το Σάο Πάολο, έρχεται στην Αθήνα με ένα βιογραφικό που συνομιλεί ήδη με μεγάλα διεθνή πεδία της σύγχρονης τέχνης. Έχει υπάρξει συνεπιμελητής της 36ης Μπιενάλε του Σάο Πάολο, του 38ου Panorama da Arte Brasileira στο MAM São Paulo, της έκθεσης Some May Work as Symbols: Art Made in Brazil, 1950s–70s στο Raven Row του Λονδίνου, του Nomadic Program στο Vleeshal της Ολλανδίας, ενώ έχει συμμετάσχει και στην επιμελητική ομάδα της 10ης Μπιενάλε του Βερολίνου. Σήμερα συμμετέχει στην Καλλιτεχνική Επιτροπή του NESR Art Foundation στην Αγκόλα και είναι υποψήφιος διδάκτορας στο HDK-Valand – Academy of Art and Design του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ.
Στην τοποθέτησή του, ο Thiago de Paula Souza περιέγραψε την ανάληψη της 8ης Μπιενάλε ως δημιουργική πρόκληση και τόνισε ότι η σύγχρονη τέχνη, για εκείνον, δεν είναι αποκομμένη από τον πολιτισμό και την εκπαίδευση. Τα βλέπει ως ένα τρίγωνο: τέχνη, πολιτισμός, εκπαίδευση. Και η τέχνη, όπως είπε, πρέπει να είναι για όλους, όχι για τους λίγους.
«Όταν δέχτηκα την πρόσκληση, έκανα ένα βήμα πίσω και αναρωτήθηκα τι μπορώ να προσφέρω στην Αθήνα που να έχει πραγματικό νόημα. Δεν ήθελα να έρθω ως εξωτερικός επιμελητής που προσγειώνεται, αποφασίζει και επιβάλλει», τόνισε. Αντίθετα, περιέγραψε τους πρώτους δύο μήνες του στην πόλη ως μια περίοδο ακρόασης. Ερχόμενος από τη Βραζιλία, είπε ότι όταν μπαίνεις σε ένα σπίτι, πρώτα λες «ευχαριστώ» και «συγγνώμη» και μετά κάθεσαι να ακούσεις. Αυτό προσπάθησε να κάνει στην Αθήνα, να ακούσει καλλιτέχνες, ιδρύματα, φορείς, ανθρώπους της σκηνής, να καταλάβει την πόλη, την κοινότητα, τις εντάσεις της.

Saeborg, Pigpen, 2016. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδος. Άποψη εγκατάστασης από την 6η Μπιενάλε της Αθήνας 2018 «ΑΝΤΙ».
Από αυτή τη διαδικασία προέκυψε ο τίτλος «ΣΤΑΣΙΣ/ΕΚΣΤΑΣΙΣ». Ο ίδιος εξήγησε ότι οι δύο έννοιες δεν λειτουργούν ως απλό δίπολο ούτε ως αντίθετα που το ένα ακυρώνει το άλλο. Τις αντιμετωπίζει ως αδελφές εικόνες, ως δύο όρους που παράγουν νόημα μέσα από την τριβή τους. Η έκθεση θα ξεκινά από προσωπικές έννοιες όπως η εγγύτητα, η οικειότητα και η νοσταλγία, για να στραφεί σε ευρύτερα πολιτικά ζητήματα, όπως ο εκτοπισμός, η συνενοχή και ο φόβος.
Η στάσις, όπως εξήγησε, προέρχεται από το «ἵσταμαι», το στέκομαι ή υπερασπίζομαι, αλλά στην αρχαιότητα συνδεόταν και με στιγμές εσωτερικής σύγκρουσης ή διαμάχης. Στη σύγχρονη ανάγνωση της Μπιενάλε, γίνεται μια κατάσταση ακινησίας, στασιμότητας, περιορισμού, αδυναμίας λήψης αποφάσεων. Μια μεταφορά για το σήμερα: για μια συνθήκη κρίσης ή αποσύνθεσης, όπου δεν είναι πάντα εύκολο να βρούμε τα εργαλεία ή τις μορφές δράσης που μπορούν να φέρουν αλλαγή.
Η έκστασις, από την άλλη, κουβαλά την αρχική σημασία του να βγαίνει κανείς έξω από τον εαυτό του, να βιώνει έντονα συναισθήματα, μετατόπιση, εκτοπισμό, έξαρση. Στο πέρασμα του χρόνου συνδέθηκε με τελετουργικά, εμπειρίες απόλαυσης, μεταβαλλόμενης συνείδησης και αστικά περιβάλλοντα, επιστρέφοντας πάντα στην ιδέα της εκτόπισης του σώματος και της μεταμόρφωσης. Στην ΑΒ8, η έκσταση δεν είναι απλώς ευφορία. Είναι ενεργειακή ένταση, συμπύκνωση ενέργειας, αλλαγή κατάστασης.

Poka-Yio x Thiago de Paula Souza
Ο Thiago de Paula Souza δεν παρουσίασε την έκθεση ως πολιτικό μανιφέστο με έτοιμες απαντήσεις. Αντίθετα, μίλησε για μια έκθεση που δεν σκοπεύει να σιωπήσει απέναντι στις επείγουσες συζητήσεις του σήμερα, αλλά και δεν θέλει να τις εργαλειοποιήσει. Η τέχνη, είπε, δεν μπορεί να αγνοήσει όσα συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά δεν πρέπει και να μετατρέψει τον πόνο, τη βία και τις πολιτικές κρίσεις σε εικονογραφικό υλικό προς κατανάλωση. Αυτό ήταν ένα από τα πιο καθαρά σημεία της συνέντευξης Τύπου. Η Μπιενάλε θέλει να μιλήσει για τον κόσμο όπως είναι, χωρίς να κάνει την τραγωδία σκηνικό και χωρίς να ζητά από κάθε καλλιτέχνη να λειτουργήσει σαν πολιτικό φυλλάδιο.
Το ερώτημα έγινε ακόμη πιο συγκεκριμένο όταν τέθηκε η σύγκριση με τη φετινή Μπιενάλε της Βενετίας και το έντονα πολιτικοποιημένο, επεισοδιακό της κλίμα. Πόσο εντός ή εκτός επικαιρότητας μπορεί να είναι η Μπιενάλε της Αθήνας; Ο Poka-Yio απάντησε ότι αυτό είναι ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της εποχής. Μίλησε για πολέμους, γενοκτονία, διεθνή αναταραχή και μια εποχή που για τη δική μας γενιά, τουλάχιστον σε αυτό το μέρος του πλανήτη, μοιάζει πρωτόγνωρα δύσκολη. Η τέχνη, είπε, μπορεί να κάνει πολλά, αλλά δεν μπορεί να τα λύσει όλα. Μπορεί να αρθρώσει λόγο, να θέσει ερωτήματα, να πιέσει την πραγματικότητα, αλλά δεν είναι μηχανή σωτηρίας.

Deborah Joyce Holman & Yara Dular Gisler με τη συμβολή των B Covington Sam-Sumana, FALSE PRPHT & Suutoo, Untitled (in rage), 2021. Παραχώρηση των καλλιτεχνών. Ανάθεση και παραγωγή της Μπιενάλε της Αθήνας. Άποψη εγκατάστασης από την 7η Μπιενάλε της Αθήνας 2021 «ECLIPSE».
Σε μία ακόμη, πιο αιχμηρή, ερώτηση για το αν η διοργάνωση θα κρατήσει στάση απέναντι σε χώρες των οποίων οι ηγέτες έχουν κατηγορηθεί για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ο Thiago de Paula Souza απάντησε ότι η Μπιενάλε της Αθήνας δεν λειτουργεί με όρους εθνικών εκπροσωπήσεων, όπως η Βενετία. Δεν καλεί κράτη, δεν στήνει εθνικά περίπτερα, δεν ζητά από τους καλλιτέχνες να εκπροσωπήσουν κυβερνήσεις. Θα προσκαλέσει μεμονωμένους καλλιτέχνες και καλλιτεχνικές πρακτικές. Αυτό δεν σημαίνει ουδετερότητα απέναντι στη βία. Όπως είπε, η διοργάνωση δεν θα καλέσει καλλιτέχνες που μέσα από το έργο τους υποστηρίζουν τη βία ή τον πόλεμο. Αλλά το βλέμμα της θα είναι στραμμένο στην πρακτική, όχι στο διαβατήριο.
Ο Poka-Yio, από την πλευρά του, επέμεινε στην ιδέα της «αλλαγής παραδείγματος». Η πρώτη αλλαγή παραδείγματος ήταν ότι η Αθήνα μπορούσε να αυτοοργανωθεί, να δημιουργήσει έναν θεσμό σύγχρονης τέχνης από τα κάτω, σε μια εποχή που πολλοί πίστευαν ότι η πόλη ήταν μια επαρχιακή κουκίδα της Ευρώπης, χρήσιμη μόνο όταν αναφερόταν στο αρχαίο της παρελθόν. «Η Μπιενάλε της Αθήνας απέδειξε ότι υπάρχει πρωτογενής σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή εδώ και ότι μπορεί να ενδιαφέρει διεθνώς. Η δεύτερη αλλαγή, είπε, είναι ότι στην Ελλάδα μπορούμε να συνεργαστούμε. Όχι ο καθένας μόνος του, όχι όλοι σε μικρά προσωπικά βασίλεια, αλλά άνθρωποι με διαφορετικές αισθητικές, διαφορετικές πορείες και διαφορετικά projects να συνυπάρξουν γύρω από έναν κοινό σκοπό», ανέφερε.

Αυτός ο σκοπός, όπως τον όρισε, δεν είναι πλέον απλώς να μπει η Αθήνα στον διεθνή χάρτη. Αυτό, κατά τη δική του διατύπωση, έχει ήδη συμβεί. Η Αθήνα είναι πλέον ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και «hot» σημεία για τον σύγχρονο πολιτισμό, με καλλιτέχνες, στούντιο, χώρους τέχνης και διεθνείς δημιουργούς που εγκαθίστανται ή περνούν από την πόλη. Το επόμενο στοίχημα είναι η Μπιενάλε της Αθήνας να παραμείνει η πιο προοδευτική, εναλλακτική και αιχμηρή φωνή ανάμεσα στις ευρωπαϊκές Μπιενάλε. Όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει «πιο προοδευτική», απάντησε ότι δεν πρόκειται για διαγωνισμό προοδευτικότητας, αλλά για εσωτερικό όρκο, να μη γίνει η Μπιενάλε μια έκθεση για την έκθεση, να μην αμβλυνθεί η φωνή της, να μη χάσει την αιχμή της.

Navine G. Khan-Dossos, Ta Nea Xysta, 2021. Παραχώρηση της καλλιτέχνιδας. Ανάθεση και παραγωγή της Μπιενάλε της Αθήνας. Άποψη εγκατάστασης από την 7η Μπιενάλε της Αθήνας 2021 «ECLIPSE».
Η Μπιενάλε της Αθήνας επιχειρεί να απαντήσει σε τρία ερωτήματα ταυτόχρονα. Πώς επιβιώνει ένας ανεξάρτητος θεσμός στην Ελλάδα χωρίς να καεί από την ίδια του την επισφάλεια, πώς μεγαλώνει χωρίς να ημερέψει και πώς μιλά για έναν κόσμο που καταρρέει χωρίς να μετατρέπει την κατάρρευση σε εύκολη αισθητική. Η ΣΤΑΣΙΣ/ΕΚΣΤΑΣΙΣ δεν μοιάζει, τουλάχιστον στα χαρτιά, με μια διοργάνωση που ψάχνει την ασφαλή ισορροπία. Μοιάζει περισσότερο με μια άσκηση πάνω στην ένταση, ανάμεσα στην ακινησία και τη μεταμόρφωση, τον φόβο και την ενέργεια, τη θεσμική ωρίμανση και την ανάγκη να παραμείνει κάτι ανήσυχο, ανοιχτό και λίγο επικίνδυνο.
Αυτή ίσως είναι και η πιο κρίσιμη ισορροπία που θα κληθεί να κρατήσει η 8η Μπιενάλε της Αθήνας, να είναι πολιτική χωρίς να γίνεται διδακτική, να είναι αιχμηρή χωρίς να γίνεται μηχανισμός εύκολης ηθικής επιβεβαίωσης, να κοιτάζει τον κόσμο όπως είναι, με τους πολέμους, τους εκτοπισμούς, τη συνενοχή, τον φόβο και την παράλυση, χωρίς να μετατρέπει την καταστροφή σε θεματική βιτρίνας. Τι μπορεί λοιπόν να κάνει η τέχνη όταν ο κόσμος γύρω της μοιάζει να μη βρίσκει πια τον τρόπο να κινηθεί; Θα δώσει την απάντηση η 8η Μπιενάλε;