photos_by_Simon_Hallström (1)

Επ’ ευκαιρία της αποψινής έλευσης στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του μέγιστου Ευρωπαίου μεταμοντέρνου σκηνοθέτη  Κριστόφ Μαρτάλερ (με το «Κρέμα και Μαρένγκα» του Λαμπίς), δυστυχώς, ο  Σταύρος (Διοσκουρίδης), αντί να μου θέσει το εύκολο ερώτημα  «Ποιος είναι  Μαρτάλερ;», προτίμησε  το ερώτημα-παγίδα: «Τι είναι αυτό που τον κάνει κορυφαίο;». Άντε να μεταδόσεις σε κάποιον που δεν έτυχε να δει μισή παράσταση του Ελβετού πρωτεργάτη της θεατρικής αποδόμησης  έστω μια ρανίδα απ’τη  δύναμη  της επινοημένης, τις συχνότερες φορές, σαρκοβόρας  σκηνικής ζωής που συνθέτει με οίστρο. Άντε να εξηγήσεις τη διαφορά που κατόρθωσε κι έκανε ως αναμορφωτής της τέχνης του, διακρινόμενος (ως επί το πλείστον, μεταξύ Deutsches Schauspielhaus και βερολινέζικης Volksbuehne) για την «εμμονή στην παρατήρηση του κόσμου», μέσα από το φακό ενός σαδιστικού μικροσκοπίου.

Η ιεραρχία που ακολουθεί στις ιδιοσυγκρασιακές συνθέσεις του o Mαρτάλερ είναι (ακολουθώντας απαρέγκλιτα τη συγκεκριμένη σειρά): μουσική, καταστάσεις, εικόνες, χορογραφία και δραματουργία. Χωρίς να είναι τόσο επιθετικά πολιτικός, όπως ο έτερος «μεγάλος» τού μεταμοντέρνου ευρωπαϊκού θεάτρου Φράνκ Κάστορφ, ο Μαρτάλερ δεν χάνει την ευκαιρία να μιλάει με τη δουλειά του για την Οικονομία, τον Καπιταλισμό και τη Δημοκρατία. Δεν αγαπάει τα έτοιμα κείμενα αλλά τα «πειραγμένα» ή, ακόμα  καλύτερα, τα επινοημένα.

Τα τελευταία γεννιούνται μέσα από τις οδύνες της πρόβας. «Τα κείμενα  ποτέ δεν υπήρξαν το κέντρο των παραστάσεων», εξηγεί η μόνιμη δραματουργός του Στέφανι Κάρπ. «Αλλωστε πάντοτε το κείμενο είναι ελάχιστο», προσθέτει. «Το θέατρο τού Μαρτάλερ δεν είναι τίποτα άλλο παρά η μουσική και ένας ανθρώπινος Χορός εκκεντρικών προσωπικοτήτων». Πράγματι.

Η Αθήνα  τον πρωτογνώρισε το 2007 στην «Πειραιώς 260» με τη Φρουτόμυγά του, («Φόλκσμπινε»), μία παράσταση που  περνούσε μέσα από έναν παραμορφωτικό  μεγεθυντικό φακό την ανθρώπινη ανοησία. Τον ξανασυνάντησε με το «Ρίεζενμπουτσμπαχ -μια μόνιμη αποικία» (ξανά στο Φεστιβάλ Αθηνών), μια ανηλεή πρόταση για το τέλος της εύρωστης καταναλωτικής μικρομεσαίας ευρωπαϊκής τάξης και τις αθεράπευτες νευρώσεις της, που αποδομούνταν ενταφιασμένη σε ένα ερμητικά κλειστό κολαστήριο παρακολούθησης. Ο σκηνοθέτης κι η δραματουργός έκλειναν προφητικά το μάτι στις στρατιές των Ευρωπαίων νεόπτωχων που σιγά σιγά ξερνούσε η κρίση.

Έχει τεράστια σημασία ότι ο Μαρτάλερ, που δεν αγαπάει όπως ο Κάστορφ την τεχνολογία, αντιμετωπίζει το σκηνικό γεγονός μέσα από τους κανόνες της μουσικότητας. Οι καταβολές του έχουν τον πρώτο λόγο.  Σπούδασε  φλάουτο και όμποε, μεσαιωνική μουσική και τζαζ. «Η μουσική είναι στον Κριστόφ η δομή και με ένα τρόπο το υποκείμενο», μας επιβεβαίωνε η Καρπ.  Ακόμα και με τους ηθοποιούς  του δουλεύει «σαν να είναι τραγουδιστές. Οι ηθοποιοί μιλούν και τραγουδούν. Όποτε τραγουδούν επιτυγχάνουν μια συλλογικότητα, η οποία συνιστά την Ουτοπία της δουλειάς του Κριστόφ, την ομορφιά και αξιοπρέπεια των ανθρώπων». Ο Μαρτάλερ είναι επίσης ένας σκηνοθέτης «που αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν από μόνα τους». Δεν εκβιάζει  τίποτα. «Έχει την υπομονή να περιμένει τους ηθοποιούς του.»

Ανέκδοτα για τον Μαρτάλερ δεν γνωρίζει ο Ανέστης Αζάς, ο οποίος έχει εκπαιδευτεί θεατρικά στη Γερμανία, μάλιστα ως φοιτητής δούλεψε στη  Volksbuehne (όπου αργότερα ξαναβρέθηκε ως βοηθός του Γκότσεφ) και σήμερα σκηνοθετεί συστηματικά σε μεγάλα γερμανικά θέατρα . Παρόλα αυτά αποκαλύπτει στην Popaganda κάτι που, πέρα από τους στενούς συνεργάτες του  Ελβετού θεατρανθρώπου, λίγοι γνωρίζουν και αποδεικνύει την Ουτοπία της συλλογικότητας που κυνηγάει: «Ο Μαρτάλερ αρχίζει πάντα τις πρόβες με ένα μεγάλο τραπέζωμα για να σπάσει ο πάγος,  όπου φήμες λένε ότι καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες γκράπα!»

photos_by_Simon_Hallström (2)

Ποια είναι η σφραγίδα της δουλειάς του; «Φτιάχνει τον δικό του χωροχρόνο στις παραστάσεις.  Δουλεύει πολύ με την βραδύτητα, την επανάληψη και  με πολύ χιούμορ».

Από τις παραστάσεις του παρ’όλα  αυτά, ο Αζάς ξεχωρίζει μία: «Η δουλειά του που θεωρείται σταθμός –υπογραμμίζει- είναι το «Murx den Europäer! Murx ihn Murx ihn Murx ihn ab!» (ανέβηκε το 1993 στη Φολκσμπύνε). Ένα έργο  που σχολίαζε την πτώση της Ανατολικής Γερμανίας και του ανατολικού μπλοκ γενικότερα, με πολύ χιούμορ, εννοείται. Εξάλλου, το Μurx του τίτλου, που δεν μεταφράζεται , αποτελεί λογοπαίγνιο, σάτιρα στον Μαρξ. Ήταν μια παράσταση για το παράλογο, την αναμονή,  την αδιαφάνεια,  το μοιραίο που χαρακτήριζε το σύστημα εκείνο».

Στην σκηνογραφία της Άννα Φίμπροκ, μόνιμης συνεργάτιδάς του, δέσποζε η επιγραφή, Damit di Zeit nicht stehen bleibt“ («Για να μην σταματήσει ο χρόνος») όπου «κάποια γράμματα έλειπαν και άλλα έπεφταν μέσα στην παράσταση».

photos_by_Simon_Hallström (3)

Παντού αναγορεύεται «αναμορφωτής» της θεατρικής πράξης. Τίτλο που ο Αζάς αρνείται να του αποδώσει: «Τον θεωρώ έναν σπουδαίο σκηνοθέτη με αναφορές στο μουσικό θέατρο. Βασικά, αυτό ίσως ανανεώνει το μουσικό θέατρο’ στις παραστάσεις του η μουσική έχει πρωτεύοντα ρόλο χωρίς όμως να γίνεται όπερα, ή μελόδραμα, με φοβερό πάντα χιούμορ!»

Στο  βοντβίλ «Κρέμα και Μαρένγκα», που παρουσιάζεται από σήμερα στη Στέγη, δύο οικογένειες  αστών συναντιούνται να συζητήσουν τον επικείμενο γάμο των παιδιών τους. Αδυνατώντας να συνεννοηθούν (ο Μαρτάλερ επέλεξε η μια οικογένεια να μιλά στα γαλλικά η άλλη στα γερμανικά επιτείνοντας την ασυνεννοησία και οδηγώντας τη  γκροτέσκ λύσεις), οι ήρωες τραγουδούν και χορεύουν σέικ. Ο σκηνοθέτης παρωδεί την ασυνεννοησία της διγλωσσίας (και της  πολυγλωσσίας )στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρωδεί το ανέφικτο της ανθρώπινης επικοινωνίας. Παρωδεί την ανθρώπινη μωρία και ματαιότητα. 

Cristoph Marthaler, «Κρέμα & Μαρέγκα» του Eugène Labiche 13-15 Φεβρουαρίου 2015 20:30 Κεντρική Σκηνή