«Oι Ελληνες τυφλώνονται κατά τρόπο περίεργο σχετικά με τη σπουδαιότητα της Ελλάδας. Κατά τη γνώμη τους όλα τα γεγονότα της Ευρώπης έχουν για επίκεντρο και σκοπό την Ελλάδα. Αν η Αγγλία κάνει διεθνή έκθεση, ο λόγος είναι για να προβληθούν τα προϊόντα της Ελλάδας. Αν η Γαλλία κάνει επανάσταση, ο λόγος είναι για να τροφοδοτήσει τις αθηναϊκές εφημερίδες με ενδιαφέροντα άρθρα».

«Η Ελλάδα είναι το μοναδικό γνωστό παράδειγμα χώρας που βρίσκεται σε πλήρη χρεοκοπία από τη γέννησή της. Αν η Γαλλία ή η Αγγλία βρίσκονταν σε μια τέτοια κατάσταση έστω και για έναν χρόνο, θα γινόμασταν μάρτυρες φοβερών δεινών: η Ελλάδα έχει μάθει να ζει εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια με τη χρεοκοπία. Όλοι οι προϋπολογισμοί, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, είναι ελλειματικοί».

Το 1854 ο Εντμόντ Αμπού κυκλοφορεί το παρόν βιβλίο με τίτλο «Η σύγχρονη Ελλάδα» (το οποίο πρόσφατα επανακυκλοφόρησε στα ελληνικά υπό τον τίτλο «Η Ελλάδα του Όθωνα» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο) και κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία στη Γαλλία. Δύο χρόνια αργότερα, ακολουθεί το σατυρικό μυθιστόρημα «Ο Βασιλεύς των Ορέων», το οποίο σκανδάλισε την Ελλάδα, καθώς ο πρωταγωνιστής του από λήσταρχος που λυμαίνεται την Αττική, καταλήγει να ορέγεται να γίνει Υπουργός Δικαιοσύνης!

Ο Αμπού εργάστηκε για δύο χρόνια στην Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή (1852-3) και ταξίδεψε σε σχεδόν όλη την έκταση του τότε βασιλείου. Ιδιαίτερα οξυδερκής και φιλομαθής, κατανόησε σε βάθος τις συνθήκες και τα γεγονότα της εποχής. Έτσι, σε αντίθεση με τα κείμενα άλλων περιηγητών του 19ου αιώνα για την χώρα μας (Σατωβριάνδος, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, κλπ) που αφορούν ταξίδια που κράτησαν λίγες μέρες και αναλώνονται στην καταγραφή των συνθηκών του ταξιδιού και την κατάσταση των ερειπίων, ο Αμπού, στα δύο βιβλία του, πραγματοποίησε, κατά σειρά, πρώτα μια κυριολεκτική και ύστερα μια μεταφορική ανατομία της Ελλάδας.

Το «Η Ελλάδα του Όθωνα» είναι μια εξαιρετικά περιεκτική και διεισδυτική ανάλυση, χωρισμένη σε κεφάλαια με τίτλους που είναι ενδεικτικοί: «γεωργία, βιομηχανία, εμπόριο», «η οικογένεια», «η θρησκεία», «η κυβέρνηση και η δημόσια διοίκηση», «τα οικονομικά», «ο βασιλιάς, η βασίλισσα και η αυλή». Η δημοσιογραφική ιδιότητα του συγγραφέα (ο οποίος αργότερα εξέδιδε την εφημερίδα του επί χρόνια) αλλά και το σπινθηροβόλο βλέμμα του μας προσφέρουν την μοναδική ευκαιρία να απολαύσουμε ταυτόχρονα την άποψή του για το τι γίνεται λάθος στην οικονομία της χώρας, αλλά και να μάθουμε τα κουτσομπολιά της Αθηναϊκής ελίτ.

Περιγράφει λοιπόν, μια χώρα η οποία δύο δεκαετίες μετά την Απελευθεύρωσή της από τους Οθωμανούς, δεν έχει κάνει σχεδόν καθόλου σημάδια προόδου, είναι βυθισμένη στα χρέη και δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει την κατάσταση.

«Ο δημόσιος προϋπολογισμός των έργων ανέρχεται, τις καλές χρονιές, στις 250.000 δραχμές. Από αυτό το πόσο, μόνο 80.000 δραχμές προορίζονται για την υπηρεσία γεφύρων και οδοστρομάτων. Για τη συντήρηση των δρόμων 23.000 δραχμές. Για τη διάνοιξη των δρόμων 57.000 δραχμές. Χάρη σε αυτή τη γεναιοδωρία μιας κυβέρνησης που δαπανά μόνο για τον στρατό 45.000.000 δραχμές, το βασίλειο της Ελλάδας διαθέτει 30 λεύγες αμαξιτών δρόμων, ή τόσο περίπου.

Τριάντα λεύγες δρόμοι σε επτά άξονες, ιδού τι έκαν η κυβέρνηση για τη χώρα από το 1832 έως και το 1854, σε ένα βασίλειο όπου το κράτος είναι κάτοχος ενός τμήματος μεγαλύτερου από το ήμισυ των γαιών, όπου οι απαλλοτριώσεις γίνονται χωρίς δυσκολία, όπου οι αγρότες είναι πάντα πρόθυμοι να πουλήσουν τα χωράφια τους και μάλιστα, να προσφέρουν χειρωνακτική εργασία για έργα δημόσιου οφέλους. Δεν υπάρχει καθόλου δρόμος μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης, καθόλου δρόμος μεταξύ Αθήνας και Κορίνθου, καθόλου δρόμος μεταξύ της πρωτεύουσας του βασιλείου και των Πατρών, που χάρη στη σταφίδα έγινε η πρωτεύουσα του εμπορίου. Με εξαίρεση τον κακό δρόμο που ενώνει την Αθήνα με τη Θήβα περνώντας από την Ελευσίνα, όλοι οι δρόμοι που ξεκινούν από την Αθήνα είναι κατάλληλοι μόνο για τους περιπάτους της βασίλισσας με τα άλογά της. Πριν από δύο χρόνια, σπατάλησαν τον χρόνο τους για να διανοίξουν έναν μακρύ δρόμο δύο λευγών και περιστοιχισμένα από πιπεριές που οδηγεί στους έρημους βράχους του Φαλήρου, επειδή η βασίλισσα θέλει να κάνει το μπάνιο της στο Φάληρο. Αλλά το εσωτερικό εμπόριο, η εκμετάλλευση των δασών, η ασφάλεια της χώρας, θα κάνουν καιρό ακόμη να αποκτήσουν τέσσερις πέντε δρόμους πρώτης ανάγκης».

Ο Αμπού αποδεικνύεται φιλέλληνας με την πλήρη έννοια της λέξης και δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον και αγάπη για την Ελλάδα. Δεν σταματά να στηλιτεύει την νοοτροπία των Ελλήνων και των βασιλέων τους και να τους θέτει προ των ευθυνών τους, αφού οι ίδιοι κάνουν ότι αγνοούν τα προφανή. Περαιτέρω δε, προτείνει και λύσεις για τη βελτίωση της κατάστασης.

«Η Ελλάδα του Όθωνα» είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για τον ιστοριοδίφη, αλλά και ένα διαφωτιστικό κείμενο για τον αναγνώστη που θέλει να κατανοήσει γιατί αρμενίζουμε στραβά τόσα χρόνια.


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.