Δεν είναι μυστικό πως ο σύγχρονος χορός εξακολουθεί να παραμένει τολμηρός και δραστήριος, ενόσω το θέατρο διεθνώς κινείται με βήμα σημειωτόν – όταν δεν οπισθοχωρεί ή δεν κάνει άλματα στο κενό. Καμιά έκπληξη λοιπόν δεν προξενεί η διαπίστωση πως το ίδιο συμβαίνει και στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών.

Αφορμή αυτού του σημειώματος αποτέλεσαν δύο λαμπρές παραστάσεις που είδαμε στους χώρους της Πειραιώς 260. Κι είναι πραγματικά κρίμα που ο γιγαντισμός του φετινού φεστιβάλ και η λογική του «δύο, άντε τρεις παραστάσεις κι έξω από την πόρτα» δεν επιτρέπει στα κείμενα που γράφονται για κάποιο θέαμα ή στη φήμη που αυτό κατακτά να φτάσουν έγκαιρα στο  κοινό ώστε να το ωθήσουν να αγοράσει ένα εισιτήριο: συνήθως αυτό έχει ήδη τελειώσει, ή ετοιμάζεται να δώσει την τελευταία του παράσταση όταν αυτό που ελληνιστί ονομάζουμε word of mouth έχει κάνει τη δουλειά του…

Πρώτη από τις δύο, το 69 Positions της τρομερής Δανής Μέττε Ίνγκβαρτσεν. Οι πληροφορίες που μπορούσε κανείς να βρει στον ιστότοπο του φεστιβάλ σχετικά με τη συγκεκριμένη περφόρμανς ήταν απολύτως ακριβείς, αλλά το να περιγράψει κανείς με λόγια αυτό που δημιούργησε η δαιμόνια χορογράφος είναι πολύ δύσκολο.

Είναι ορθό πως η παρουσίαση της Ίνγκβαρτσεν ξεκινά από τις παραστάσεις του τέλους της δεκαετίας του 60 που πειραματίστηκαν με το γυμνό και το σεξ με όλη την τόλμη και την ατμόσφαιρα απελευθέρωσης που χαρακτήριζε την εποχή, καθώς και με τις προηγούμενες δουλειές της χορογράφου πάνω στη σεξουαλικότητα, την πολιτική και τα όρια  δημόσιου και ιδιωτικού. Όμως πώς να προειδοποιήσει κανείς τον επίδοξο θεατή για την έκθεση που αποτολμά η δημιουργός κινούμενη ολόγυμνη ανάμεσά μας επί μιάμιση ώρα – έκθεση που είναι απείρως ουσιαστικότερη από τη σωματική, καθώς παίζει συνεχώς με τα όρια των θεατών, ζητώντας τη συμμετοχή και τη συνενοχή τους σε πολλές και διάφορες σκηνικές πράξεις;

Το συγκλονιστικό αποτέλεσμα θα παραμείνει στη μνήμη αυτών που το βίωσαν – που δυστυχώς ήταν λίγοι, καθώς η ίδια η φύση του πράγματος δεν επέτρεπε πάνω από εξήντα πέντε θεατές τη φορά, κι η πρώτη παράσταση ματαιώθηκε λόγω των στάσεων εργασίας – ως μια μοναδική εμπειρία σπάνιου βάθους και ουσίας. Η παρουσία του Musée de la Danse ανάμεσα στους συμπαραγωγούς μοιάζει απόλυτα φυσική: ανήκει στα πράγματα που σίγουρα θα ενδιέφεραν τον Μπορίς Σαρμάτζ. 

Η δεύτερη παράσταση ήταν το Βάκχες: Πρελούδιο Κάθαρσης της Μαρλέν Μοντέιρο Φρέιτας. Επίσης κάτι εντελώς απρόσμενο: το διονυσιακό  και το απολλώνιο στοιχείο την αιώνια διαμάχη τους, μέσα από μια ομάδα δαιμόνιων χορευτών και μουσικών, σε ένα θέαμα που – ως όφειλε – δεν σεβάστηκε τίποτα, δοκίμασε μουσικές, κινησιολογίες, εκφράσεις και ήχους σε συνδυασμούς ανατρεπτικούς και δοκίμασε τα όρια σε όλα τα επίπεδα. Η Φρέιτας δικαίωσε απόλυτα τη φήμη της ως ταχύτατα ανερχόμενη χορογράφος, η ομάδα της σάρωσε τη σκηνή με αξιοθαύμαστο συντονισμό και συνενοχή, κι ο Διόνυσος απήλαυσε το θρίαμβό του – κι εμείς μαζί του φυσικά.

Μόνο που το «εμείς», την πρώτη, τουλάχιστον, από τις δύο μέρες, ήταν ένα κοινό ατυχώς μικρό. Δύσκολα θα υπέθετε κανείς από το θόρυβο που κάναμε στο ξέφρενο και ενθουσιώδες χειροκρότημα πως η αίθουσα δεν ήταν ούτε καν μισογεμάτη… Αμείλικτο και πάλι το ερώτημα: τις πταιει; Ο γενικότερος υπερπληθωρισμός πολιτιστικών εκδηλώσεων του καλοκαιριού; Η οικονομική δυσπραγία των υποψήφιων θεατών και η στροφή τους προς λιγότερες, πιο «σίγουρες» εκδηλώσεις; Μήπως φταίει και το ίδιο το Φεστιβάλ, που δυσκολεύεται να επικοινωνήσει επαρκώς το σύνολο των – πολλών, θα το ξαναπώ – εκδηλώσεών του; Μήπως κι εμείς οι πολιτιστικοί συντάκτες, που θα έπρεπε να προϊδεάζουμε το κοινό για κάποιες λιγότερο γνωστές ή απλές παραστάσεις, έτσι ώστε να διευκολύνεται η ανακάλυψη ή η προσέγγισή τους;

Τα καλά νέα είναι πως το κομμάτι του χορού ανήκει στα δυναμικότερα του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών, και μάλιστα χωρίς να καταφύγει σε αυτονόητες μετακλήσεις και λύσεις, αλλά τολμώντας να προτείνει νέα, λιγότερο γνωστά ονόματα από το εξωτερικό, αλλά και την Ελλάδα. Όταν έρθει η ώρα του απολογισμού, θα αναφερθώ και εκτενέστερα και θα του αφιερώσω το χώρο και την έκταση που αξίζει.