CODEX 12

Το βράδυ στην πολύ ζεστή Αθήνα εξέπεσε ξαφνικά και αγρίως. Η θερμοκρασία είναι ίδια αλλά ο ιδρώτας δεν φαίνεται. Στέκομαι στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και με πλένουν κάτι δροσοσταλίδες από κλιματιστικά, κοιτάω πέρα κάτι ακρογιαλιές σε μια τηλεόραση του Ράδιο Κωτσόβολος και όλα φαίνονται αρμονικά. Μπροστά μου περνάνε που και που κάτι βιαστικοί τύποι, μάλλον θέλουν να προλάβουν το λεωφορείο για τους εξωτικούς προορισμούς-κόμβους του Πειραιώς, της Ραφήνος και του Λαύριο, για να ξεφύγουν κάπως, για να ψυχανεμιστούν ότι είναι έτοιμοι να φύγουν. Τους ακολουθώ και μπαίνω σε ένα λεωφορείο που μαθαίνω ότι οδηγεί στην Πάρνηθα, που από εκεί κανείς δεν φεύγει. Στο βάθος υψώνεται ένα καλαίσθητο τελεφερίκ προς τον Πάρνωνα, την Ιουστίνη και τον πυραμιδικό Ταύγετο. Ανεβαίνω πολύ νωχελικά, σχεδόν με παίρνει ο ύπνος αλλά τα πόδια μένουν ξάγρυπνα. Η Ραφήνα είναι ακόμα μακρυά και το φέρι-μποτ Ιουστίνη φεύγει κάθε τέσσερις μέρες και γυρίζει σε μέρος και χρόνο που δεν γνωρίζει κανείς. Μας προσπερνάει μια νταλίκα για την Μακεδονία και την Λάρισα με 180 χιλιόμετρα την ώρα. Μοιάζει να ίπταται αλλά όλοι ξέρουμε ότι τα τροχοφόρα δεν πετάνε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων όπως τα οχήματα του Μπάτμαν και του Τζέιμς Μπόντ. Στο πούλμαν σερβίρεται αναδευθέν δροσερό Μαρτίνι. Μια κυρία τρώει ψωμί, ελιές και κασέρι τραγουδώντας σαν την Φλέρυ Νταντωνάκη, και ίσως είναι η ίδια. Ξυπνάω και η ζέστη είναι ακόμα χειρότερη και η είσοδος της πολυκατοικίας με τις δροσοσταλίδες φαίνεται εντελώς ίδια. Απέναντι στο κατάστημα, εκεί που αρχίζουν και τελειώνουν όλα, ένα σκυλάκι χοροπηδάει και παίζει με ένα νεράντζι. Μάλλον είναι οι μέρες που ενισχύουν το ονειρικό έναντι του πραγματικού. Η Λαύριος είναι πάντως αρκετά κοντά σε όλα. Θα έρχεται.