
Intime

Intime
Επί πέντε ολόκληρα λεπτά στην τελευταία ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, Παύλος Μαρινάκης, εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους είναι μονόδρομος για τη ΝΔ η αυτοδυναμία στις εκλογές και επιπλέον γιατί δεν μπορεί να ποντάρει σε άλλες πολιτικές δυνάμεις… εκτός εάν ο ήλιος αρχίσει και βγαίνει από τη Δύση.
Επί της ουσίας ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μετέδωσε τη μεγάλη αγωνία της κυβέρνησης να σώσει την παρτίδα των εκλογών από τον πρώτο γύρο, αναγνωρίζοντας εμμέσως ότι εάν η Νέα Δημοκρατία δεν είναι σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση, τότε δεύτερες ή και τρίτες κάλπες θα μπορούσαν να ανατρέψουν τον σχεδιασμό της για μία τρίτη συνεχόμενη θητεία του κ. Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου.
Η κατάσταση για την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στην παρούσα συγκυρία είναι πιο δύσκολη απ’ ό,τι φαίνεται ή απ’ ό,τι το Μαξίμου θέλει να φαίνεται. Τα δημοσκοπικά ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος είναι οριακά ως προς την πρόθεση ψήφου (για το μπόνους εδρών) και τα ποσοστά ως προς την εκτίμηση εκλογικής επιρροής πόρρω απέχουν από τον στόχο της αυτοδυναμίας. Συγχρόνως, αυτήν την στιγμή η ΝΔ δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει την εξέλιξη της ψήφου υπέρ της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, η οποία θεωρείται με βάση τις αναλύσεις των δημοσκόπων ότι θα είναι ανοδική, ούτε όμως να αξιολογήσει πώς θα επηρεάσει την εκλογική της πορεία η εμφάνιση ενός νέου κόμματος υπό τον Αντώνη Σαμαρά.
Πρακτικά, η ΝΔ γνωρίζει καλά ότι το εκλογικό αποτέλεσμα για την ίδια θα διαμορφωθεί εν πολλοίς και από τις επιδόσεις των κομμάτων των δύο πρώην πρωθυπουργών. Ούσα λοιπόν ανάμεσα στις συμπληγάδες δύο «πρώην», ενός δεξιού κι ενός αριστερού, η κυβέρνηση που υφίσταται ήδη τη φθορά της προηγούμενης επταετίας, δεν μπορεί να οδηγηθεί σε ασφαλή συμπεράσματα για τον τελικό της στόχο. Άλλωστε και το 2024, έναν μόλις χρόνο μετά το θριαμβευτικό 41%, η κυβερνητική παράταξη είδε τα ποσοστά της να πέφτουν σε μία περιοχή κοντά στο 28%, κάτι που δεν είχαν «δει» οι δημοσκοπήσεις εκείνης της περιόδου. Όπως δεν είχαν «διαγνώσει» και την αποσύνθεση των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2023!.
Μέσα σ’ αυτό το άγνωστο δημοσκοπικό περιβάλλον που δεν επιτρέπει ούτε στη ΝΔ ούτε και σε κανένα άλλο κόμμα να κάνουν ασφαλείς εκλογικές εκτιμήσεις, το Μέγαρο Μαξίμου καλείται να διαχειριστεί κι άλλες αγωνίες, που συνδέονται με την πιθανότητα να εμφανιστούν νέες δικογραφίες με επίκεντρο τον ΟΠΕΚΕΠΕ κάτι που σύμφωνα με δικαστικές πηγές είναι πολύ πιθανόν. Η κυβέρνηση βγήκε επιθετικά για την παραπομπή τεσσάρων βουλευτών της σε δίκη σε σχέση με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, επιμένοντας ότι οι φάκελοι για τους υπόλοιπους επτά γαλάζιους αρχειοθετήθηκαν, όμως γνωρίζει ότι στην κοινή γνώμη η συγκεκριμένη υπόθεση έχει καταγραφεί ως ένα γαλάζιο σκάνδαλο που δεν αιτιολογείται με το πρόσχημα των διαχρονικών παθογενειών.
Επομένως, ανεβάζει αναγκαστικά τον πήχη των εκλογών σε ποσοστά αυτοδυναμίας προκειμένου να συσπειρώσει όσο μπορεί το κομματικό της ακροατήριο, προβάλλοντας την «επικινδυνότητα» του Αλέξη Τσίπρα, το «ασόβαρο ΠΑΣΟΚ» και τα «χτυπήματα Σαμαρά» ως φόβητρα για να μην στραφούν οι πολίτες στα συγκεκριμένα κόμματα.
Η αλήθεια είναι ότι η στρατηγική της αυτοδυναμίας που δεν δικαιολογείται με βάση τους αριθμούς, υπαγορεύεται από τη διαπιστωμένη έλλειψη πρόθυμων ή δυνητικών συμμάχων. Η Νέα Δημοκρατία θα ήθελε πολύ να συγκυβερνήσει με το ΠΑΣΟΚ το οποίο ωστόσο έχει απορρίψει την όποια συνεργασία με απόφαση του Συνεδρίου του και «πατάει» πολύ στις χαμηλές δημοσκοπικές πτήσεις της Χαριλάου Τρικούπη, επομένως και στη μεγάλη εκλογική αγωνία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ελπίζοντας ότι ίσως αναγκαστεί να αλλάξει σχεδιασμό ίσως και πρόεδρο του κόμματος! Από την άλλη, η κυβερνητική παράταξη δηλώνει κατηγορηματικά ότι δεν θέλει καμία συζήτηση με τα κόμματα των Αφροδίτης Λατινοπούλου και Κυριάκου Βελόπουλου γιατί «δεν μπορεί να βγει ο ήλιος από τη δύση» και αφήνει προσεκτικά και κάτω από τις γραμμές μία πολύ μικρή χαραμάδα συνεργασίας με το κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, υπό την προϋπόθεση ασφαλώς ότι εκείνος θα αποδεχτεί την ετυμηγορία των πολιτών για μία νέα πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Εξ ου και η ρητορική του Παύλου Μαρινάκη που συμπυκνώνεται στη διαπίστωση «δεν πιστεύουμε ότι η χώρα πρέπει να οδηγείται σε μία ατέλειωτη διαδικασία εκλογών, δεν υπάρχουν δεύτεροι και τρίτοι γύροι στις βουλευτικές εκλογές». Κάτι που ακυρώνεται από τις ίδιες τις διατάξεις του Συντάγματος που προβλέπουν σαφέστατα και δεύτερες και τρίτες εκλογές, αλλά και τον σχηματισμό κυβέρνησης ειδικού σκοπού για ένα χρονικό διάστημα. Επί της ουσίας αυτό επιχειρεί να αποφύγει η Νέα Δημοκρατία, δηλαδή να χαθεί το μομέντουμ και να αναγκαστεί να αποδεχθεί τη συγκρότηση μιας οικουμενικής ή κεντροαριστερής κυβέρνησης μετά από δεύτερες ή τρίτες κάλπες. Διότι μία τέτοια εξέλιξη ανοίγει τον δρόμο για την έξοδό της από το Μαξίμου.