

Οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης έχουν βρει το νέο τους χρυσωρυχείο, τις βιβλιοθήκες και μάλιστα όχι για να τις διαβάσουν, αλλά για να τις αγοράσουν, να κόψουν κάθε βιβλίο στα δύο, να σαρώσουν κάθε σελίδα και να πετάξουν ό,τι έχει απομείνει. Πόσο πιο συμβολικό από αυτό το θέλουμε; Η γνώση πολτοποιείται αντί να καίγεται, αυτή τη φορά για χάρη της AI.
Θυμόμαστε καλά τις φωτιές στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, τις πυρές των ναζί με τα «ανεπιθύμητα» βιβλία, αλλά και τα καμένα χειρόγραφα σε κάθε πόλεμο που πέρασε από την Ευρώπη. Στον 21ο αιώνα, λοιπόν η συνθήκη είναι διαφορετική αλλά ταυτόχρονα ίδια. Είναι μια πρακτική που, σύμφωνα με πρόσφατες αποκαλύψεις, χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και έχει ήδη ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από την αξία της γνώσης, των βιβλίων και των πνευματικών δικαιωμάτων.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη επικεντρωνόταν κυρίως στο αν οι εταιρείες χρησιμοποιούν χωρίς άδεια άρθρα, φωτογραφίες ή αναρτήσεις από το διαδίκτυο για να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα τους. Σήμερα φαίνεται πως το ενδιαφέρον τους στρέφεται όλο και περισσότερο στα φυσικά βιβλία. Σύμφωνα με δημοσιεύματα που βασίζονται σε έρευνες της αγοράς και σε πληροφορίες από τον χώρο της ψηφιοποίησης, μεγάλες εταιρείες αγοράζουν τεράστιες ποσότητες έντυπων βιβλίων μέσω μεσαζόντων και τα οδηγούν σε εγκαταστάσεις όπου εφαρμόζεται το λεγόμενο destructive scanning. Η διαδικασία είναι απλή και ταυτόχρονα βίαιη, η ράχη του βιβλίου κόβεται ώστε οι σελίδες να περάσουν από βιομηχανικούς σαρωτές υψηλής ταχύτητας και, μόλις ολοκληρωθεί η ψηφιοποίηση, το φυσικό αντίτυπο δεν έχει πλέον καμία χρησιμότητα και καταστρέφεται.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Polymarket (@polymarket)
Η εικόνα είναι σχεδόν παράδοξη και εντελώς θλιβερή. Για αιώνες το βιβλίο αποτελούσε το κατεξοχήν μέσο διατήρησης της γνώσης, ένα αντικείμενο που περνούσε από γενιά σε γενιά και που αποκτούσε αξία ακριβώς επειδή άντεχε στον χρόνο. Σήμερα, όμως, το φυσικό βιβλίο φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως μια προσωρινή συσκευασία δεδομένων και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι πλέον το χαρτί, η βιβλιοδεσία ή η ίδια η υλική του υπόσταση, αλλά αποκλειστικά το κείμενο που περιέχει. Από τη στιγμή που οι λέξεις θα περάσουν στους διακομιστές μιας εταιρείας, το αντικείμενο παύει να έχει αξία.
Ο λόγος που οι εταιρείες στρέφονται στα έντυπα βιβλία είναι, στην πραγματικότητα, μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης. Το διαδίκτυο, που μέχρι σήμερα αποτελούσε τη βασική δεξαμενή δεδομένων για την εκπαίδευση των μοντέλων, γεμίζει ολοένα και περισσότερο με περιεχόμενο που έχει παραχθεί από την ίδια την AI και αυτό σημαίνει ότι τα νέα μοντέλα κινδυνεύουν να εκπαιδεύονται πάνω σε κείμενα που έχουν ήδη δημιουργήσει άλλες μηχανές, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητάς τους. Για να αποφύγουν αυτόν τον φαύλο κύκλο, οι εταιρείες αναζητούν ξανά πηγές που γνωρίζουν με βεβαιότητα ότι έχουν γραφτεί από ανθρώπους και τα βιβλία αποτελούν ίσως το πιο πολύτιμο απόθεμα τέτοιου υλικού.
Προφανώς, αυτή η πρακτική γεννά σοβαρά ερωτήματα. Ήδη βιβλιοπώλες που ειδικεύονται σε παλιές και εξαντλημένες εκδόσεις αναφέρουν ότι βλέπουν μαζικές αγορές τίτλων από αγοραστές που δεν αποκαλύπτουν για λογαριασμό ποιου ενεργούν. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής αποδείξεις ότι οι εταιρείες στοχεύουν συστηματικά σε σπάνια ή μοναδικά βιβλία, ωστόσο η ανησυχία είναι υπαρκτή γιατί το σίγουρο είναι ότι δεν αποκλείονται από τη λίστα αγοράς. Και αν η λογική είναι να συγκεντρωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο ποιοτικό περιεχόμενο, ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι κάποια στιγμή δεν θα καταλήξουν στον σαρωτή και βιβλία που υπάρχουν σε ελάχιστα αντίτυπα; Ακόμη κι αν το περιεχόμενό τους διασωθεί ψηφιακά, τι σημαίνει για την πολιτιστική μας κληρονομιά η απώλεια του ίδιου του αντικειμένου;
Η υπόθεση συνδέεται αναπόφευκτα και με τη μεγάλη νομική διαμάχη που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη ανάμεσα σε συγγραφείς, εκδότες και εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης. Το γεγονός ότι μια εταιρεία αγοράζει νόμιμα ένα βιβλίο, δεν απαντά αυτόματα στο ερώτημα αν μπορεί να χρησιμοποιήσει το περιεχόμενό του για να εκπαιδεύσει ένα εμπορικό σύστημα AI χωρίς τη συγκατάθεση του δημιουργού. Είναι ένα ζήτημα που αναμένεται να απασχολήσει τα δικαστήρια για πολλά ακόμη χρόνια και πιθανότατα θα καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αναπτυχθεί η τεχνητή νοημοσύνη την επόμενη δεκαετία.
Το εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να κινούνται πολύ πιο αργά από την τεχνολογία. Ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου βρίσκονται οι μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου, οι αγορές πρόβλεψης εκτιμούν ότι οι πιθανότητες να ψηφιστεί μέχρι το 2027 ένας ουσιαστικός ομοσπονδιακός νόμος για την ασφάλεια της τεχνητής νοημοσύνης παραμένουν μικρές. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία συνεχίζει να εξελίσσεται με ρυθμούς που η νομοθεσία αδυνατεί να παρακολουθήσει.
Χρειάστηκαν αιώνες για να αποκτήσει το βιβλίο τη θέση που κατέχει ως σύμβολο γνώσης και πολιτισμού, όμως μέσα σε λίγα μόλις χρόνια μετατρέπεται σε αναλώσιμη πρώτη ύλη για την εκπαίδευση μηχανών. Η ειρωνεία είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη βασίζεται περισσότερο από ποτέ στη δημιουργικότητα, στη γλώσσα και στη σκέψη των ανθρώπων, αλλά στην πορεία αντιμετωπίζει το φυσικό αποτύπωμα αυτής της δημιουργίας σαν κάτι που μπορεί να πεταχτεί μόλις ολοκληρώσει τον σκοπό του. Έτσι αντιλαμβάνεται η εποχή μας, δηλαδή, την αξία της γνώσης; Θυσιάζοντας το φυσικό σώμα του βιβλίου για να αποκτήσει μνήμη μια μηχανή;