master

Ο θερινός κινηματογράφος ήταν απαράβατος θεσμός στα προεφηβικά και εφηβικά μου χρόνια. Από τον θερινό κινηματογράφο του χωριού μου που συνέδεσα με μερικές από τις πιο τρυφερές στιγμές των παιδικών μου χρόνων μέχρι και τη μεταμεσονύκτια προβολή του Ρασομόν στη Ριβιέρα στα 15 μου, πάντα υπήρχε στη ζωή μου. Δεν είναι λίγες οι φορές που φαντασιώνομαι πόσο διαφορετικά θα επενεργούσε πάνω μου κάποια ταινία αν την έβλεπα με ταβάνι τα αστέρια και ένα τραπεζάκι με ένα σταχτοδοχείο δίπλα μου. Και πάντα υπάρχει στο μυαλό μου εκείνη η πρώτη μου επαφή με το Inglourious Basterds στο Σινέ Θησείον και η κεραυνοβόλα καψούρα με τη σκηνή του προβολείου, το Un Amico και τη μυρωδιά του νυχτερινού αέρα

Δεδομένων των παραπάνω, πλέον δε σκέφτομαι ποια ταινία θα ήθελα να παρακολουθήσω για πρώτη φορά σε θερινό κινηματογράφο, μα ποια θα ήθελα να ξαναδώ, σε ένα νέο πλαίσιο και να ανακαλύψω (ή να θυμηθώ) πλευρές της που μια στέγη μου κρύβει. Αυτή δε θα ήταν μια ταινία χειμερινή (όρος που ταυτίζεται με τον Tarkovsky και τον Bela Tarr) που θέλει ερμητικές συνθήκες, μα όχι και σαχλά διασκεδαστική που θα μειώνει το ρομαντισμό της θερινής προβολής.

Βάση των παραπάνω, η περιέργειά μου για το πώς το Hiroshima, mon Amour του Alain Resnais θα ήταν υπό «ανοιχτές» συνθήκες εξάπτεται σε μεγάλο βαθμό. Ο λογοτεχνικός πυρήνας του δημιουργού, η ταύτιση των απύθμενων (μα όχι μηδενιστικών) ψυχικών αναζητήσεων με την απεραντοσύνη του βραδινού ουρανού, θα δημιουργεί ένα πνευματικό τοπίο άχρονο και ασαφές, όσο παγωμένη στο χρόνο μοιάζει και η τελευταία μέρα που Αυτός και Αυτή περνούν μαζί. Μόνο σε αυτό το πλαίσιο μπορείς να πεις πως μυρίζεις τον ιδρώτα των κορμιών τους ενώ η πόλη της Χιροσίμα αμφιταλαντεύεται μεταξύ ελπίδας και φόβου (όπως ακριβώς συμβαίνει μέσα στην απομονωμένη από την κατιούσα της αθηναϊκής πραγματικότητας αίθουσα). «Βαθύ» μα όχι συντριπτικό, ρομαντικό με τη φιλοσοφική έννοια και όχι σοροπιαστό, ένα τέλειο παράδειγμα διερώτησης και συναισθαντικότητας. Και θερινός και Κινηματογράφος.

http://youtu.be/YFOZHLMr4og