Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
popaganda
popagandaFORECAST NEWS

Πώς οι πετρελαϊκές εταιρείες θησαυρίζουν ενώ ο πλανήτης γίνεται επικίνδυνα θερμότερος

Παρά το γεγονός ότι η επιστημονική κοινότητα θεωρεί την καύση ορυκτών καυσίμων βασική αιτία της κλιματικής κρίσης, οι μεγαλύτερες εταιρείες πετρελαίου στον κόσμο σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή τους

EPA/GUILLAUME HORCAJUELO

Καθώς ο πλανήτης βιώνει ολοένα και πιο επικίνδυνους καύσωνες, γιατί επιτρέπεται στις εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου να αυξάνουν την παραγωγή τους, αντί να πληρώνουν το τίμημα για τις συνέπειες της δραστηριότητάς τους;

Αυτό είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί τους πάντες, την ώρα που μεγάλα τμήματα του βόρειου ημισφαιρίου πλήττονται από ακραίους καύσωνες, τα ρεκόρ θερμοκρασίας καταρρίπτονται το ένα μετά το άλλο, παιδιά χάνουν τη ζωή τους μέσα σε κλειδωμένα αυτοκίνητα, τα νοσοκομεία γεμίζουν με περιστατικά θερμοπληξίας και οι πυροσβεστικές υπηρεσίες δίνουν μάχη με τις δασικές πυρκαγιές.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι εταιρείες πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα φέρουν δυσανάλογα μεγάλη ευθύνη για την κλιματική κρίση. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούν να έχουν ισχυρά οικονομικά κίνητρα για να αυξάνουν την παραγωγή τους και να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το κλίμα. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, αυτό θα συνεχιστεί όσο οι κρατικές επιδοτήσεις προς τις εταιρείες ορυκτών καυσίμων δεν αντικαθίστανται από φόρους στα υπερκέρδη τους.

Η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί σχεδόν ομόφωνα ότι όσο περισσότερα ορυκτά καύσιμα καίγονται, τόσο περισσότερο αυξάνεται η θερμοκρασία του πλανήτη. Μάλιστα, η πιο πρόσφατη επιστημονική μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο πιο εκτεταμένος και σφοδρός καύσωνας που έχει καταγραφεί ποτέ σε τόσο μεγάλη περιοχή της Ευρώπης δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί χωρίς την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.

Ωστόσο, οι πετρελαϊκοί κολοσσοί σχεδιάζουν να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, καθώς η αυξημένη κατανάλωση ορυκτών καυσίμων σημαίνει και μεγαλύτερα κέρδη. Η πρόσφατη εκτόξευση των κερδών τους, λόγω της ανόδου των τιμών του πετρελαίου που προκάλεσαν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, μεταξύ αυτών και ο πόλεμος με το Ιράν, αναμένεται να συνοδευτεί από νέες μεγάλες επενδύσεις σε γεωτρήσεις.

Νέα ανάλυση δείχνει ότι οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξόρυξη ακόμη μεγαλύτερων ποσοτήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Σύμφωνα με το Climate Transition Centre της London School of Economics (LSE), οι Shell, ExxonMobil, Chevron και ακόμη επτά εισηγμένες εταιρείες σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά μέσο όρο 14% την περίοδο 2024-2030.

Η αύξηση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων είναι το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται ένας πλανήτης που ήδη υπερθερμαίνεται. Μια τέτοια εξέλιξη απομακρύνει τον κόσμο από τους στόχους της Συμφωνίας του Παρισιού, με τους οποίους πολλές από αυτές τις εταιρείες είχαν δεσμευτεί ότι θα ευθυγραμμιστούν.

Για να περιοριστεί η αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη μεταξύ 1,5°C και 2°C έως το 2100, η παραγωγή πετρελαίου θα πρέπει να μειωθεί μέσα στην τρέχουσα δεκαετία. Ωστόσο, τα σημερινά σχέδια επέκτασης είναι ακόμη πιο επιθετικά από το απαισιόδοξο σενάριο του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA), το οποίο προβλέπει αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά 5,9% έως το 2030, οδηγώντας σε άνοδο της παγκόσμιας θερμοκρασίας κατά 2,9°C μέχρι το τέλος του αιώνα.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας είναι ξεκάθαρος: αν ο κόσμος θέλει να πετύχει τον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού και να διατηρήσει την υπερθέρμανση του πλανήτη σημαντικά κάτω από τους 2°C, δεν θα πρέπει να εγκριθούν νέα μακροπρόθεσμα έργα έρευνας και εκμετάλλευσης πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Γιατί, λοιπόν, οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων σχεδιάζουν να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την παραγωγή τους; Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, επειδή οι διοικήσεις τους λειτουργούν με βασικό στόχο τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων για τους μετόχους και όχι την προστασία του πλανήτη. Όπως υποστηρίζει, επενδυτές και ισχυρά μέσα ενημέρωσης έχουν συμβάλει ώστε αυτή η λογική να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση για την κλιματική κρίση.

Πριν από έξι χρόνια, ωστόσο, η βιομηχανία πετρελαίου βρισκόταν σε θέση άμυνας. Η Γκρέτα Τούνμπεργκ και το παγκόσμιο κίνημα των μαθητικών κινητοποιήσεων για το κλίμα είχαν στρέψει την προσοχή της κοινής γνώμης στα ορυκτά καύσιμα, ενώ ακόμη και ο ΟΠΕΚ χαρακτήριζε τις διαδηλώσεις τη «μεγαλύτερη απειλή» που είχε αντιμετωπίσει ποτέ ο κλάδος. Την ίδια περίοδο, ολοένα και περισσότερες κυβερνήσεις υιοθετούσαν στόχους για μηδενικές καθαρές εκπομπές, ενώ μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δεσμεύονταν σε πιο φιλόδοξες περιβαλλοντικές πολιτικές.

Ορισμένες πετρελαϊκές εταιρείες, κυρίως στην Ευρώπη, είχαν αρχικά ευθυγραμμιστεί με τη Συμφωνία του Παρισιού. Ανάμεσά τους ήταν και η BP, η οποία είχε δεσμευτεί να μειώσει κατά 40% την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ παράλληλα υποσχόταν δεκαπλασιασμό των επενδύσεών της στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ο τότε διευθύνων σύμβουλος, Bernard Looney, είχε δηλώσει ότι η BP θα εξελισσόταν σε «δύναμη για το καλό», χωρίς να θυσιάζει την κερδοφορία της.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, αυτές οι δεσμεύσεις δεν ήταν ποτέ αρκετές για να επιτευχθούν οι στόχοι της Συμφωνίας του Παρισιού, καθώς βασίζονταν σε τεχνολογίες που δεν είχαν ακόμη αποδειχθεί αποτελεσματικές, όπως η δέσμευση και αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Παράλληλα, συνέβαλαν στο να κατευναστεί η κοινή γνώμη όσο το κίνημα για το κλίμα βρισκόταν στο προσκήνιο. Όταν όμως ήρθε η ώρα να εφαρμοστούν στην πράξη, πολλές εταιρείες άρχισαν να υπαναχωρούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η BP. Ο Bernard Looney αποχώρησε από τη θέση του το 2023, την ίδια χρονιά που η εταιρεία περιόρισε τον στόχο μείωσης της παραγωγής ορυκτών καυσίμων από 40% σε 25%. Δύο χρόνια αργότερα ανακοίνωσε νέα στρατηγική, μειώνοντας κατά 3 δισ. δολάρια τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αυξάνοντας τις ετήσιες δαπάνες για πετρέλαιο και φυσικό αέριο στα 10 δισ. δολάρια.

Η σημερινή διευθύνουσα σύμβουλος, Meg O’Neill, συνέχισε αυτή τη στροφή με τη στρατηγική «simpler and stronger» («πιο απλή και πιο ισχυρή»), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο, σηματοδοτεί την επιστροφή στο παραδοσιακό πετρελαϊκό επιχειρηματικό μοντέλο. Πλέον, βασική προτεραιότητα της εταιρείας είναι η αύξηση της αξίας για τους μετόχους και όχι η κοινωνική ή περιβαλλοντική ευθύνη. Έτσι, την ώρα που οι συγκρούσεις και η κλιματική κρίση εντείνονταν, τα κέρδη της BP υπερδιπλασιάστηκαν το τελευταίο τρίμηνο.

Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και σε άλλες χώρες. Οι έξι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες της Ευρώπης αύξησαν τα συνολικά τους κέρδη κατά 43% την ίδια περίοδο, φτάνοντας τα 22 δισ. δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Οι περισσότερες έχουν υποχωρήσει από τις δεσμεύσεις τους για την πράσινη μετάβαση και σχεδιάζουν να αυξήσουν την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Η κρατική εταιρεία της Νορβηγίας, Equinor, αύξησε κατά 6% τον στόχο παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου έως το 2030, ενώ η βραζιλιάνικη Petrobras σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή πετρελαίου κατά 21% μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Όπως επισημαίνει το άρθρο, σχεδόν κάθε χώρα και κάθε μεγάλη εταιρεία φαίνεται να ανταγωνίζεται για το ποιος θα εξορύξει το τελευταίο βαρέλι πετρελαίου.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη μεγαλύτερη παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο με παραγωγή που ξεπερνά συνολικά εκείνη της Σαουδικής Αραβίας και της Ρωσίας πολλές εταιρείες δεν είχαν εξαρχής αναλάβει ουσιαστικές δεσμεύσεις για τη μείωση των εκπομπών τους. Με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να στηρίζει τα συμφέροντά τους, διαθέτουν πολιτική κάλυψη για να αυξήσουν ακόμη περισσότερο την παραγωγή τους. Η ExxonMobil σχεδιάζει αύξηση κατά 25% έως το 2030, ενώ η Chevron κατά 15%. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, επενδυτές και υποστηρικτές των εταιρειών ασκούν πιέσεις και στην Ευρώπη, είτε μέσω παρεμβάσεων των μετόχων είτε μέσω χρηματοδότησης ακροδεξιών πολιτικών και δεξαμενών σκέψης που αντιτίθενται στις πολιτικές για τις μηδενικές καθαρές εκπομπές.

Αν συνυπολογίσει κανείς την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, τη μετατόπιση των προτεραιοτήτων των διοικήσεων των εταιρειών, την πολιτική στήριξη που απολαμβάνει ο κλάδος και τη χρηματοδότηση κινημάτων που αντιτίθενται στις πολιτικές για το κλίμα, δημιουργείται σύμφωνα με τον αρθρογράφο το ιδανικό περιβάλλον ώστε η βιομηχανία πετρελαίου να συνεχίσει να αυξάνει την παραγωγή της. Με άλλα λόγια, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για ακόμη πιο ακραία καιρικά φαινόμενα στο μέλλον.

Την ίδια στιγμή, έχει επιβεβαιωθεί η εμφάνιση ενός νέου Ελ Νίνιο, το οποίο οι επιστήμονες εκτιμούν ότι μπορεί να είναι από τα ισχυρότερα των τελευταίων δεκαετιών. Αν συμβεί αυτό, οι συνέπειες αναμένεται να είναι σοβαρές: ο Αμαζόνιος κινδυνεύει να βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με εκτεταμένες πυρκαγιές και ξηρασία, πριν ακόμη προλάβει να ανακάμψει από τις καταστροφές του προηγούμενου Ελ Νίνιο, που προκάλεσε αποξήρανση μεγάλων ποταμών και μαζικούς θανάτους δελφινιών και άλλων ζώων.

Παράλληλα, στις πολικές περιοχές αναμένεται να επιταχυνθεί η τήξη των πάγων, μειώνοντας την ικανότητα της Γης να αντανακλά την ηλιακή ακτινοβολία πίσω στο διάστημα. Σύμφωνα με το άρθρο, κρίσιμα οικοσυστήματα του πλανήτη πλησιάζουν επικίνδυνα σε «σημεία καμπής», πέρα από τα οποία οι αλλαγές μπορεί να γίνουν μη αναστρέψιμες.

Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι αυτή η πορεία δεν είναι αναπόφευκτη. Υποστηρίζει πως πρέπει να αλλάξουν οι πολιτικές και τα οικονομικά κίνητρα, ώστε τα ορυκτά καύσιμα να αντιμετωπίζονται ως σοβαρή απειλή για το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, θεωρεί ότι οι εταιρείες πετρελαίου θα πρέπει να λογοδοτήσουν επειδή εγκατέλειψαν τις δεσμεύσεις τους για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, δίνοντας προτεραιότητα στα κέρδη των μετόχων αντί για την προστασία του πλανήτη και της ανθρώπινης ζωής.

Πηγή: The Guardian

popaganda
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2026 / All rights reserved
ΜΗΤ
Αριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ 242199
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.