Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΜΟΥΣΙΚΗ

Τι Κάνει τους Dream Syndicate, Dream Syndicate;

Ο Δημήτρης Κάζης γράφει για τον καινούριο δίσκο της μπάντας του Steve Wynn, τον πρώτο τους εδώ και 29 χρόνια, λίγες μέρες πριν τους υποδεχθούμε στην Αθήνα σε μια από τις πλέον αναμενόμενες συναυλίες της χειμερινής σεζόν.

The Dream Syndicate press photo by Chris Sikich

Οι Dream Syndicate έχουν καινούργιο δίσκο μετά από 29 χρόνια κι αυτό είναι συναρπαστικό νέο. Θα έπρεπε όμως; Άραγε σταμάτησαν ποτέ να είναι παρόντες; Ναι, αναφέρομαι στο γενικά παραδεκτό γεγονός ότι η μπάντα είναι προσωπική υπόθεση του Steve Wynn, που δεν σταμάτησε ούτε για μια μέρα να βγάζει μουσική και να περιοδεύει. Τον είδαμε σόλο, τον είδαμε με τους Gutterball, τον είδαμε με τους Miracle 3, αλλά πάντα στο βάθος του μυαλού μας είχαμε τους Dream Syndicate, αν και πολύ σπάνια έπαιζε τα τραγούδια τους. Αλλά μήπως τραγούδια όπως το “Transparency” ή το “Amphetamine” δεν θα μπορούσαν να είναι σε δίσκο των Dream Syndicate; Δεν ξεχνιέται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη η τέχνη, και ευτυχώς η τραγουδοποιητική φλέβα του Steve μοιάζει αστείρευτη. Και να που ήρθε η ώρα να δούμε και ν’ ακούσουμε ξανά το θρυλικό γκρουπ με το όνομά του. Είναι όμως όντως έτσι τα πράγματα; Είναι ο Steve Wynn και η γιαγιά σου στα μπόνγκος, οι Dream Syndicate; Τι είναι αυτό που κάνει τους Dream Syndicate Dream Syndicate;

Για να μην κρατάω κανέναν σε αγωνία, αυτό που τους κάνει Dream Syndicate και τους διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες μπάντες του είναι, πέρα από τα τραγούδια τους, ο ντράμερ Dennis Duck, το μοναδικό άλλωστε σταθερό μέλος τους πέρα από τον Wynn. Κι εξηγούμαι. Ο Duck είναι ένας από τους πιο λιτούς και λακωνικούς ντράμερ στο ροκ, με αντοχή μηχανής και ακρίβεια μετρονόμου. Οι μουσικοί, όταν θέλουν να περιγράψουν την αίσθηση που δίνει το παίξιμο ενός ντράμερ, λένε ότι παίζει στην αρχή του τέμπο, ή της νότας, γι’ αυτούς που παίζουν στην τσίτα και ανεβάζουν την ένταση του κομματιού και στο τέλος της για εκείνους που παίζουν πιο βαριά ή πιο χαλαρά. Ο Keith Moon και ο Rick Buckler έπαιζαν (ο τελευταίος παίζει ακόμη αλλά προσπαθούμε να το ξεχάσουμε) στην αρχή της νότας, ο John Bonham και ο Frank Beard στο τέλος της. Ε, ο Dennis Duck παίζει ακριβώς στο κέντρο της νότας χωρίς να χάνει χιλιοστό του δευτερολέπτου, κι αυτό είναι που δίνει στους Dream Syndicate τον χαρακτηριστικό λευκό, αστικό, ελαφρώς αγχωτικό ήχο τους. Επιπλέον, με τις μπαγκέτες παίζει σχεδόν αποκλειστικά στο ταμπούρο και το hi-hat, χρησιμοποιώντας σπάνια τα λίγα πιατίνια του και ακόμη σπανιότερα τα toms και κάνοντας τα λιγότερα κι απλούστερα breaks από κάθε ντράμερ που έχω ακούσει. Ναι, η motorik επιρροή είναι εμφανής και σε συνδυασμό με τον θόρυβο από τις κιθάρες είναι σαν τα blues να μην υπήρξαν ποτέ. Την rhythm section συμπληρώνει, από το Medicine Show και μετά, ο Mark Walton, ο οποίος είχε από την αρχή να παλέψει με τη σκιά της Kendra Smith έχοντας να αντιπαραβάλλει στην ακαταμάχητη underground αύρα της μόνο το γεγονός ότι είναι καλύτερος μπασίστας. Ένας ομαδικός παίκτης και αφανής ήρωας που ανέβασε κατηγορία το σύνολο αδιαφορώντας για την ατομική του προβολή, ο Μπαρέζι πίσω από τον Βαν Μπάστεν Wynn. Παίζει πάντα με πένα (άλλη άγνωστη πρακτική στη μαύρη “slap the bass” μουσική) πράγμα που του δίνει πιο κοφτό ήχο, ταιριαστό με το παίξιμο του Duck. Με πένα έπαιζε κι ο Dave DeCastro στους Miracle 3, έτσι θέλει ο Wynn τους μπασίστες του.

Και μπαίνουμε στο τεράστιο κεφάλαιο της κιθάρας, γιατί – ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας – από εκεί ξεκινάν και εκεί καταλήγουν όλα. Ο παραμορφωμένος, στα όρια του λευκού θορύβου, κιθαριστικός ήχος ήταν από την πρώτη στιγμή η ταυτότητα του γκρουπ. Για τα δικά μου γούστα είχαν πάντα τα κουτάκια τους ρυθμισμένα στο ιδανικό σημείο, ένα κλικ αριστερά θα ήταν ξενέρωμα, ένα κλικ δεξιά hardcore. Ο Wynn είναι ένας εξαιρετικά ικανός κιθαρίστας, θα μπορούσε να κρατήσει μια μπάντα μόνος του, αλλά διάλεξε να έχει πάντα δίπλα του έναν ακόμη θορυβοποιό κιθαρίστα για να τον απελευθερώνει και να τον ολοκληρώνει, κάνοντας πράξη το μότο του Lou Reed “you can’t beat two guitars, bass and drums”. Οι τρεις κιθαρίστες που άλλαξαν οι Dream Syndicate στην ιστορία τους είναι τόσο όμοιοι και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους σαν νιφάδες χιονιού, ο καθένας σφράγισε την περίοδό του στο γκρουπ τόσο με την προσωπικότητα όσο και με το παίξιμό του, αλλά ο σημερινός, ο νεοϋορκέζος Jason Victor, είναι μαζί με τον Wynn από τους Miracle 3, θα ήταν λοιπόν παράλογο να πούμε ότι αυτός διαφοροποιεί τους Dream Syndicate από τα άλλα γκρουπ του Wynn. Παίζει τώρα ότι έπαιζε και πριν (παπάδες).

Steve Wynn

Ας σταθούμε όμως λίγο παραπάνω στους κιθαρίστες. Ο πρώτος, ο Karl Precoda, με τις ψυχεδελικές επιρροές (που τον ώθησαν στα άκρα με τους Last Days of May) έδωσε μια πιο σκοτεινή διάσταση στα πρώτα κομμάτια του Wynn, που είναι έτσι κι αλλιώς τα πιο αγαπημένα μας. Όσο και να μην σταμάτησε ποτέ να γράφει μεγάλα κομμάτια, τα πρώτα έχουν εκείνη την ορμή, τον ενθουσιασμό και την αγωνία που τα κάνει ακαταμάχητα στα αυτιά μας (ο πληθυντικός δεν είναι της μεγαλοπρέπειας, μιλάω σαν οπαδός του, στο όνομα πολλών πιστεύω). Το γρέζι της κιθάρας του Precoda συνέβαλλε καθοριστικά στο γεγονός αυτό, και όταν η αλεπού των πάγκων, Sandy Pearlman, στην προσπάθειά του να τους βάλει στα charts, του το έκοψε στο Medicine Show, έφυγε απ’ τη μπάντα. Ο επόμενος, ο Paul B. Cutler, ήταν φευγάτος με διαφορετικό τρόπο από εκείνον του Precoda, σαφώς ανώτερος τεχνικά, αλλά ο ήχος του ήταν ελαφρώς πιο συμβατικά ροκ, για τα μέτρα των Dream Syndicate πάντα. Το γεγονός αυτό έκανε το πρώτο album που έπαιξε (και έκανε και την παραγωγή) το λιγότερο αγαπημένο της δισκογραφίας τους, παρόλο που είχε μέσα έπη σαν το ομώνυμο και το Boston. Ακουγόταν σαν η μπάντα να μεγάλωσε μια δεκαετία μέσα στα δυο χρόνια που πέρασαν από το προηγούμενο, και αυτό δεν άρεσε. Η αίσθηση που μου είχε δημιουργήσει τότε ήταν ότι ακούω AOR φτιαγμένο για τη γενιά μου, όπως το AOR που κυριαρχούσε τότε στα FM ήτανε φτιαγμένο για τους 20 χρόνια μεγαλύτερους. Το επόμενο Ghost Stories του ’88, το τελευταίο τους για 29 χρόνια, ήτανε σαφώς πιο στιβαρός δίσκος και η παραγωγή του, μπαρουτοκαπνισμένου από τον Neil Young με τους Crazy Horse, Elliot Mazer έφερε τον ήχο του πιο κοντά μας αλλά πάλι όχι στα λατρευτικά ύψη του Days of Wine and Roses. Εκεί θα μπορούσε να το πάει το πράγμα ο Jason Victor, αλλά ούτε η εποχή είναι ίδια ούτε η ηλικία. Ο Victor είναι η επιτομή των δύο προηγούμενων αλλά όχι ο συμβιβασμός ανάμεσά τους. Βιρτουόζος και φασαριόζος, με βαθιά γνώση της μουσικής και απεριόριστους ορίζοντες, πάει τη μπάντα σε μέρη που δεν πήγε ποτέ χωρίς όμως να είναι ανορθογραφία στην ιστορία της. Φαν των Dream Syndicate από παιδί, δούλευε σε δισκάδικο της Νέας Υόρκης όπου ο Wynn ήταν πελάτης. Όταν έμαθε ότι έψαχνε οδηγό και πωλητή merchandise για μια ευρωπαϊκή περιοδεία είπε ψέματα ότι ξέρει να οδηγεί βανάκι για να πάρει τη δουλειά. Μόλις αποκαλύφθηκε η απάτη του απολύθηκε από οδηγός και την ίδια μέρα προσλήφθηκε σαν κιθαρίστας για να μείνει μαζί του μέχρι και σήμερα.

Οι Dream Syndicate την εποχή του Days of Wine and Roses (photo: Edward Colver)

Μια από τις μεγάλες συζητήσεις (και μια από τις μάστιγες) ανάμεσα στους εραστές της μουσικής (πόσο εξεζητημένο ακούγεται αυτό και πόσο φυσικό αντίθετα το music lovers…) είναι οι τομές. Τομές ανάμεσα στις γενιές, τομές ανάμεσα στα είδη, τομές ανάμεσα στα ήθη, τομές γενικώς. Πρόσφατα πέθανε ο Walter Becker και ο Steve Wynn έφτιαξε μια λίστα με τραγούδια των Steely Dan στο Spotify στη μνήμη του. Την επόμενη κιόλας μέρα ο Άρης Καραμπεάζης, εν είδει Λαβρέντι Μπέρια του πανκ, έθεσε εν αμφιβόλω την alternative ακεραιότητά του. Πώς τόλμησε να τιμήσει έναν από τους απέναντι; Εδώ οφείλω να ομολογήσω ότι για πολλά χρόνια σκεφτόμουν κι εγώ με τον ίδιο τρόπο, και αντιλαμβάνομαι ότι ο καθένας φτιάχνει τις δικές του τομές και κατατάσσει κόσμο στους δικούς μας ή στους απέναντι με τα προσωπικά του κριτήρια, αλλά όσο ακούω μουσική τόσο νιώθω το αδιέξοδο αυτής της νοοτροπίας. Έχω πιάσει τόσες φορές στη ζωή μου να ακούω τραγούδια των απέναντι και να τραγουδάω, να χτυπάω το πόδι ή ακόμη-ακόμη και να συγκινούμαι, που έχω σταματήσει να ασχολούμαι πλέον. Όσο απεχθής και να μου είναι ο Roger Waters του Dark Side of the Moon και του The Wall, ο Roger Waters του Green Is The Colour μου φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Αυτά τα πράγματα, ακόμη κι αν απασχόλησαν ποτέ τον Steve Wynn, δεν έχουν ούτε γι’ αυτόν σημασία. Είναι ένας ροκ φυτονέρντουλας σαν κι εμένα – ξεκίνησε κι αυτός σαν γραφιάς άλλωστε – μόνο που έχει (πολύ) περισσότερο ταλέντο και έγινε ένας μουσικός εργατικός κι εκλεκτικός σαν μέλισσα που παίρνει το καλύτερο νέκταρ από όλα τα λουλούδια. Οι διασκευές του με τους Dream Syndicate σε Eric Clapton και Herb Alpert & Tijuana Brass δείχνουν ότι από τότε δε μασούσε. Στο κάτω κάτω “John Coltrane Stereo Blues” λεγότανε το τραγούδι, όχι Sid Vicious Stereo Blues. Το ίδιο ισχύει και για τον Jason Victor, δηλωμένο φαν μεταξύ άλλων των Rush και του Ritchie Blackmore, αναμφισβήτητα τεράστιων μουσικών που κάνουν όμως τις τρίχες στο σβέρκο των από ‘δω να σηκώνονται και τα νύχια να βγαίνουν για καβγά.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Μα επειδή οι Dream Syndicate έχουν καινούργιο δίσκο μετά από 29 χρόνια και αυτό είναι συναρπαστικό νέο. Δίσκο κανονικό από βινύλιο, δώδεκα ιντσών και τριαντατριών στροφών. Μόνο βινύλια για τους Dream Syndicate, μια που διαλύθηκαν πριν από την επικράτηση του CD και ξαναφτιάχτηκαν μετά την παρακμή του. Το “How Did I Find Myself Here?” (αν σας ήρθε στο μυαλό ο David Byrne και το “Once in a Lifetime” κι εμένα το ίδιο) είναι πιστό στο πνεύμα των προηγούμενων δίσκων τους αλλά και διαφορετικό από όλους. Οι ετερόκλητες επιρροές, από punk μέχρι progressive και από kraut μέχρι jazz είναι εμφανείς αλλά τέλεια φιλτραρισμένες μέσα από την προσωπικότητα του γκρουπ, όπως λέει το πρώτο τραγούδι της πρώτης πλευράς.

Το “Filter Me Through You” είναι ένα τραγούδι ερωτικής εμμονής της λουρηντικής σχολής, από αυτά που σέρνονται σαν φίδια μέσα σου και σε καταλαμβάνουν χωρίς να μπορείς (ούτε να θέλεις) να αντισταθείς. Η θριαμβική ροκ (ΡΟΚ) εισαγωγή με το riff πάνω στο οποίο είναι χτισμένο όλο το τραγούδι να υπογραμμίζεται από το όργανο του (και συμπαραγωγού) Chris Cacavas, ο νωχελικός αλλά δυναμικός στο βάθος ρυθμός, η φωνή του Wynn που ποτέ δεν ακούστηκε τόσο απαλή, όλα αυτά φτιάχνουν ένα killer κομμάτι, όπως και όλα που άνοιγαν τους δίσκους τους στα 80s.

Τα δύο κομμάτια που ακολουθούν ανεβάζουν σταδιακά το ρυθμό. Το “Glide” είναι επίσης επάνω σε riff, riff που κολλάει στο μυαλό από την αρχή, επαναλαμβάνεται συνέχεια σε όλη τη διάρκεια του τραγουδιού και κυριαρχεί επάνω του. Το μπάσο του Walton, με τον τεράστιο και συμπαγή ήχο του, είναι το αεροπλανοφόρο που από πάνω του απογειώνονται και πετάνε οι κιθάρες. Εύκολο τραγούδι, όχι από τα καλύτερα του Wynn (πολλοί θα σκότωναν για να είναι έτσι τα καλά τους τραγούδια βέβαια) σώζεται από την κλάση της μπάντας, όπως και το επόμενο “Out Of My Head”, ένα ξέφρενο τζαμάρισμα που θα μπορούσε να είναι απόσπασμα του “John Coltrane Stereo Blues” ή του “Days of Wine and Roses” (του τραγουδιού). Ο Duck παίζει τόσο φορτισμένα που ο Klaus Dinger θα χαμογελούσε με πατρική υπερηφάνεια (ή θα έσκαγε από τη ζήλεια του) και οι κιθαρίστες αυτοσχεδιάζουν στέλνοντας κυριολεκτικά τα μυαλά μας έξω απ’ το κεφάλι. Το κομμάτι τελειώνει με το τελευταίο χτύπημα του snare και τα 20 δευτερόλεπτα που απομένουν είναι ο απόηχος ενός καταστροφικά πετυχημένου πάρτυ.

Στη συνέχεια η μπάντα κλείνει το μάτι στους παλιούς οπαδούς της ανοίγοντας το “80 West” με το μπάσο, όπως ακριβώς ξέρουμε όλοι ποιο (και αν κάποιος δεν ξέρει απορώ πώς έφτασε να διαβάζει ως εδώ). Ένα εφιαλτικό road movie επιστημονικής φαντασίας με ατμόσφαιρα Sam Shepard και σασπένς Philip K. Dick, απαγγελία στο κουπλέ και κραυγή αγωνίας στο ρεφραίν, από εκείνα τα τραγούδια που σε στοιχειώνουν για καιρό. Η τελική λύτρωση, που δεν έρχεται στους στίχους, έρχεται από το μπητλικό ακόρντο που το κλείνει.

Το “Like Mary” είναι το πιο αμερικάνικο από τα τραγούδια του album. Με country rock (για να μην πω σκέτα country και σοκάρω κανέναν) επιρροές, ο Steve Wynn διηγείται μια ιστορία ματαίωσης με κεντρικό πρόσωπο μια γυναίκα. Η πιο ακουστική στιγμή του δίσκου, με την κιθάρα να ακούγεται σαν lap steel και την πιο εσωτερική ερμηνεία του Wynn, αλλά μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες στιχουργικά, με εικόνες βγαλμένες από τη βαθιά Αμερική.

Το “Circle” που ακολουθεί, το ένα από τα δύο κομμάτια του δίσκου που δεν πιστώνεται μόνο στον Wynn. Το συνυπογράφει ο Jason Victor, ξεκινάει, για να τιμήσει λες το όνομά του, με ένα κυκλικό riff και φλερτάρει με το hardcore περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Η καθοριστική συμβολή του Victor είναι εμφανής στο χωρίς ρεφραίν κομμάτι που είναι γραμμένο ειδικά για να δοξάσει τον κιθαρίστα. Το παίξιμο είναι πάντως μέσα στα γενικώς παραδεκτά όρια, θα το ήθελα ειδικά εδώ πιο τολμηρό.

Και φτάνουμε στο προτελευταίο και ομώνυμο κομμάτι του δίσκου. Ο Steve Wynn έχει δηλώσει στον Guardian ότι αυτό που ήθελε να κάνει με την πρώτη σύνθεση των Dream Syndicate ήταν να παίξει τα, επηρεασμένα από Velvet Underground, κομμάτια του με πανκ ροκ ένταση και τραχύτητα. Ένας άλλος του ήρωας, και σημαντική επιρροή, ήταν ο Neil Young και ιδιαίτερα οι δίσκοι και τα live του με τους Crazy Horse, έχουν άλλωστε κυκλοφορήσει και διασκευή τους. Από εκεί έρχεται και το ενδεκάλεπτο τριπαριστό τζαμάρισμα χωρίς αρχή, μέση και τέλος, που θα μπορούσε να είναι ακυκλοφόρητο από τα αρχεία του Young. Υπάρχει ένα βίντεο από live όπου το παίζουν μαζί με τον John Paul Jones των Led Zeppelin (το πιο ανοιχτό σε πειραματισμούς μέλος τους, που εδώ παίζει όντως lap steel) τραβώντας το ακόμη περισσότερο. Ένας κακοπροαίρετος θα μπορούσε να πει ότι αυτή είναι μουσική για τους μουσικούς, που το ευχαριστιούνται περισσότερο από το κοινό, μια που τα χαμόγελα ικανοποίησης είναι πιο πλατιά στη σκηνή παρά από κάτω. Σαν τζαζ ακροατή δε με χαλάει καθόλου, αλλά δεν είναι και ο εσπρέσο μου.

photo by Matt Condon

Για το κλείσιμο ο Wynn κράτησε ακόμη ένα δώρο για μας τους παλιούς. Η επιστροφή της Kendra Smith στο γκρουπ, στο πιο new wave τραγούδι του δίσκου. το “Kendra’s Dream”. Τραγουδάει βραχνά, με cool αισθησιασμό, ένα κομμάτι που είναι γραμμένο κατά το ήμισυ από την ίδια και κατά το άλλο ήμισυ για την ίδια. Το κομμάτι είναι μοιρασμένο στα δύο και μουσικά, με το πρώτο μισό να είναι ένας υπνωτιστικός βόμβος με το ρυθμό να δίνεται από το hi-hat και το δεύτερο να απογειώνεται με riff στην κιθάρα και ταμπούρο στα 2/4. Το πιο «δικό μας» τραγούδι του album, μαζί με το “80 West”.

Αυτό είναι λοιπόν το How Did I Find Myself Here?. To ερώτημα είναι αν είναι καλός δίσκος, αλλά τίθεται ένα ακόμη πιο σημαντικό: αν είναι καλός δίσκος των Dream Syndicate. Η απάντηση στο πρώτο είναι αναμφισβήτητα ναι. Τα τραγούδια του έχουν ουσία, και μουσικά και στιχουργικά, είναι παιγμένα με πάθος και δεν υπάρχει ούτε μια αδιάφορη ή βαρετή στιγμή, και αυτό είναι μεγάλη υπόθεση σήμερα. Δεν είναι διεκπεραιωτικός ούτε νοσταλγικός, που λίγοι θα τους κατηγορούσαν για το δεύτερο, αλλά έργο με λόγο ύπαρξης. Η επανασύνδεση άλλωστε δεν ήταν για την αρπαχτή (διαφορετικά θα έδιναν πολύ περισσότερα live και δεν θα έκαναν πέντε χρόνια να βγάλουν δίσκο) αλλά από αγάπη και ψυχική ανάγκη.

Το αν είναι καλός δίσκος των Dream Syndicate είναι σαφώς πιο δύσκολο να απαντηθεί. Τα τέσσερα ιστορικά albums είχαν όλα κάποια τραγούδια που τόσο ωραία δεν βρίσκεις εδώ. Τα τρία τελευταία ωστόσο, εξαιτίας της παραγωγής, δεν μου έβγαλαν τον πρωτόγονο ενθουσιασμό του Days of Wine and Roses. Το How Did I Find Myself Here? ηχητικά στέκεται κάπου ανάμεσα. Λείπει η ορμή του εικοσάρη αλλά περισσεύει η σιγουριά του πενηνταπεντάρη που πήγε παντού, τα δοκίμασε όλα και ξέρει πλέον τι δουλεύει και τι όχι. Οι Dream Syndicate παίζουν πλέον με την ψυχή τους και για την ψυχή τους, και όταν παίζεις έτσι και το έχεις δεν υπάρχει περίπτωση να μη βγει κάτι αξιόλογο. Η απάντηση λοιπόν είναι κι εδώ ναι. Δεν μας έδωσαν το αριστούργημα που έλειπε από τη ζωή μας για εικοσιεννέα χρόνια, αλλά έβγαλαν ένα δίσκο που στέκεται ισότιμα στη δισκογραφία τους και δεν τους ντροπιάζει (μακάρι να το είχαν καταφέρει και οι Pixies αυτό). Δεν ξέρω αν είναι ο καλύτερος δίσκος του 2017, αλλά είναι σίγουρα ο αγαπημένος μου.

*το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από το MiC

To Ηow Did I Find Myself Here? κυκλοφορεί από την Anti-.
Οι Dream Syndicate εμφανίζονται στην Αθήνα στις 4/11. στο Fuzz Club με support τους Dustbowl (€27, 25, 23)
POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.