Λιλέτ Μπόταση δ/ντρια της Inkas Film

Εκλογών μαινόμενων, η μόδα της ρητορικής του κινηματογραφικού τμήματος του Υπουργείου Πολιτισμού περί τόνωσης των γοήτρων της χώρας ως προορισμό διεθνών κινηματογραφικών συμπαραγωγών μπορεί να έχει κοπάσει, τα προβλήματα όμως που αντιμετωπίζουν οι λίγοι εναπομείναντες Μοϊκανοί του χώρου υπήρχαν και πριν, και πιθανότατα θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά την έξαρση διαπιστώσεων της Άντζελας Γκερέκου . Η Λιλέτ Μπόταση της Inkas Film, μια απ’ τις πιο δραστήριες παραγωγούς σε διεθνή projects και ίσως η πιο ψημένη εν ενεργεία διαχειρίστρια ξένων παραγωγών στην Ελλάδα και τις τριγύρω χώρες της Μεσογείου, τα ξέρει όλα αυτά από πρώτο χέρι, και βίωσε κι αρκετά καινούρια κατά τη διάρκεια του στησίματος της Περιπέτειας στο Αιγαίο. Μιας φινλανδοελληνικής παραγωγής που έφτασε πολύ κοντά στο να γίνει φινλανδοτουρκική, και πιθανότατα θα γινόταν, αν ο προσωπικός της φίλος και παλιός συνεργάτης, σκηνοθέτης Taavi Vartia, δεν ήταν αμετάκλητα αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει τα ελληνικά τοπία της Κω ως φόντο για την εφηβική του περιπέτεια. 

Με κεντρικούς πρωταγωνιστές τρεις πιτσιρικάδες που έχουν έρθει στην Κω για οικογενειακές διακοπές, και καταφέρνουν να εξαρθρώσουν ολόκληρη σπείρα αρχαιοκαπήλων προκειμένου να σώσουν ένα όμορφο ντόπιο κορίτσι, η Περιπέτεια στο Αιγαίο είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες διεθνείς συμπαραγωγές που έχουν περάσει απ’ τη χώρα τα τελευταία χρόνια σημειώνει η Λιλέτ Μπόταση, διευκρινίζοντας ότι απ’ τα 1,2 εκατομμύρια ευρώ που κόστισε, οι 900 χιλιάδες ξοδεύτηκαν στην Ελλάδα. Νούμερο εντυπωσιακό αν σκεφτείς ότι η Ελλάδα συμμετείχε με ποσοστό μόλις 16%, τουτέστιν 200 χιλιάδες ευρώ, κι απ’ αυτά μεγάλο κομμάτι δεν ήταν σε ρευστό, αλλά σε χορηγίες υπηρεσιών. «Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου συμμετείχε με πάρα πολύ λίγα χρήματα», λέει η επικεφαλής της Inkas Film για την κρατική υποστήριξη ενός ακραία διαφημιστικού για τη χώρα project με το ποσό των μόλις 35 χιλιάδων ευρώ, «ενώ ο OTE TV συμμετείχε με 50 χιλιάδες ευρώ, που είναι ένα πολύ καλό νούμερο για την πρώτη ξένη συμπαραγωγή στην οποία συμμετέχει». Από ‘κει και πέρα, ο διανομέας της Περιπέτειας στο Αιγαίο προαγόρασε τα δικαιώματα της ταινίας με ένα minimum guarantee, κι ο Ενιαίος Φορέας Τουρισμού Κω – Νισύρου εξασφάλισε ιδιωτικές χορηγίες για μεταφορά και διαμονή, βοηθώντας να στηθεί μια παραγωγή στην οποία σημαντικό κομμάτι του κινηματογραφικού backgrοund διεκδικούν οι ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις του ομίλου Mitsis, καθώς και άλλες μικρότερες επιχειρήσεις της περιοχής.

Έχοντας περάσει χρόνια στο service ξένων παραγωγών –στην παροχή υπηρεσιών διαχειριστικού και εκτελεστικού τύπου δηλαδή – για την Μπόταση αυτή η πρόσφατη μόδα των διεθνών συμπαραγωγών είναι ένα πισωγύρισμα για την Ελλάδα. «Δούλευα από πολύ μικρή σε ξένες παραγωγές» θυμάται, «αλλά έκανα τα γυρίσματα έχοντας την ευθύνη να διαχειριστώ τα χρήματα των ξένων», διευκρινίζει, για ένα κομμάτι κινηματογραφικής δραστηριότητας που πια στη χώρα μας έχει πρακτικά εντελώς χαθεί. «Αυτό για μένα ήταν το πιο επικερδές, γιατί μ’ αυτό έμπαιναν τα χρήματα στη χώρα χωρίς ουσιαστικά η χώρα να επενδύει. Επειδή χάθηκε όμως αυτό, έτσι προέκυψαν οι συμπαραγωγές: κατ’ ανάγκην». Όπως πολλά πράγματα στον χώρο του πολιτισμού, έτσι κι αυτό το είδος υπηρεσίας είχε αρχίσει να ανθίζει κατά τη διάρκεια της θητείας της Μελίνας Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού. «Τότε ήταν χρυσές εποχές για την Ελλάδα» σημειώνει η Μπόταση, η οποία, αντίθετα με ό,τι θα περίμενες, εντοπίζει την απαρχή της παρακμής όχι στα χρόνια της κρίσης, αλλά σ’ εκείνα της μεγάλης άνθησης της Ελλάδας, στην περίοδο του 2004. Κι αυτό όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά επειδή η χώρα, πιστή και συνεπής στην ταυτότητά της, έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη στην αδράνεια.

http://youtu.be/U_sL1TwTwVg

«Το 2004 οι ξένες παραγωγές άρχισαν να αραιώνουν στην Ελλάδα, γιατί οι άλλες χώρες άρχισαν να δίνουν πολύ καλύτερα κίνητρα», εξηγεί η παραγωγός δεκάδων διεθνών περί των Βαλκανίων συμπαραγωγών, με ιδιαίτερη εμπειρία στη χώρα που αναδύεται ως κινηματογραφικό μεγαθήριο της γειτονιάς: «Στην Τουρκία έχει στηθεί ειδική υπηρεσία στο γραφείο του Πρωθυπουργού, ακριβώς για να διευκολύνει και να επιδοτεί παραγωγές που ψάχνουν για service εκεί. Δεν εμπλέκεται ούτε το κέντρο κινηματογράφου της χώρας, ούτε κανένα υπουργείο τους. Κι επιπλέον δίνουν τα χρήματα άμεσα και στην ώρα τους: στον James Bond για παράδειγμα, που είχε γυριστεί πριν 2-3 χρόνια εκεί και το οποίο ήταν service και όχι συμπαραγωγή, οι Τούρκοι επέστρεψαν το ΦΠΑ μέσα σε ένα μήνα». Εξίσου οργανωμένα φαίνεται να είναι τα πράγματα και στο Μαρόκο, την Τυνησία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία κι όλες αυτές τις χώρες που, εκτός των άλλων «έχουν πολύ φθηνότερο εργατικό δυναμικό», και στην προσπάθειά τους να ανταγωνιστούν την Τουρκία ως κινηματογραφικοί προορισμοί, βρήκαν, όπως σημειώνει ο Μπόταση, ένα αβαντάζ στις πρόσφατες πολιτικές αναταραχές της γείτονος. «Γι’ αυτό είχαμε κι εμείς δουλειά το τελευταίο διάστημα: λόγω των επεισοδίων στην Τουρκία. Νομίζω όμως ότι πάλι με τις αναταραχές που γίνονται στη δική μας κυβέρνηση, πάλι θα σταματήσουν όσοι είχαν ξεκινήσει να έρχονται προς τα εδώ, και θα στραφούν πάλι στην Τουρκία». 

«Όλη η εικόνα που προβάλλεται για την Ελλάδα στα media του εξωτερικού, είναι επιβλαβής», σημειώνει. «Υπήρξαν παραγωγοί στα καλά χρόνια, οι οποίοι δεν χειρίστηκαν σωστά τις ταινίες τους, κι αυτή η εμπειρία των ξένων επιδεινώνεται απ’ την εικόνα που επικρατεί ότι οι Έλληνες είναι λαμόγια, ότι είναι τεμπέληδες, ούτε υπάρχει επισφάλεια στις τράπεζες, μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να γυρίσουν στη δραχμή. Αυτό δεν βοηθάει, γιατί όταν αναλαμβάνεις μια παραγωγή, κι αυτό σημαίνει ότι μπαίνει στο λογαριασμό σου ένα ξένο budget το οποίο μπορεί να είναι από 500 χιλιάδες ως 1 εκατομμύριο ευρώ, και κάθεται εκεί μέχρι να γίνουν οι πληρωμές, αυτός που σου τα έχει βάλει, έχει κάθε λόγο να φοβάται ότι μια μέρα μπορεί να εξαφανιστούνε. Δεν είναι απαραίτητο ότι ο παραγωγός θα σου τη φέρει και θα τα εξαφανίσει, μπορεί να τα εξαφανίσει η ίδια η τράπεζα. Να κλείσει η τράπεζα και να κάνει το κούρεμα που έγινε στην Κύπρο. Πώς να μπει λοιπόν ο ξένος παραγωγός να επενδύσει, χωρίς καμία εγγύηση, με τέτοιο ασταθές κλίμα, και χωρίς να έχει και κανένα κίνητρο;». 

Ακόμη κι αν το κάνει όμως ο ξένος, και μπει η παραγωγή μπροστά, μόνο ρόδινα δεν θα κυλήσει, κι η αναξιοπιστία φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος. Οι αδειοδοτήσεις για γυρίσματα σε σημεία κρίσιμου για την εικόνα της χώρας κάλλους, είναι γνωστή πονεμένη ιστορία, και τα γυρίσματα της Περιπέτειας στο Αιγαίο δεν θα μπορούσαν να μην έχουν την δική τους ιστορία τρόμου: πέντε μήνες χρειάστηκαν για να πάρει η ταινία την απαραίτητη άδεια για να συμπεριλάβει στις εικόνες της το Ασκληπιείο της Κω, με την Φινλανδή παραγωγό να είναι κάθετα αντίθετη στο να χρησιμοποιηθεί ο χώρος. «Δεν ήθελε με τίποτε να πάμε», θυμάται η Μπόταση. «”Δεν φτάνει που δίνω 3 χιλιάρικα για να κάνω 2 ώρες γύρισμα”, μού έλεγε, “πρέπει να περιμένω μέχρι και την παραμονή του γυρίσματος, για να ξέρω αν θα πρέπει να το προγραμματίσω; Δεν θέλω, κάντε τη σκηνή στην παραλία”. Και πραγματικά, ο μόνος λόγος ήταν ότι ο σκηνοθέτης ήθελε να προβάλλει τα αρχαία της Κω. Υπάρχει ένας προστατευτισμός στην εικόνα της Ελλάδας, ο οποίος όχι μόνο δεν είναι καθόλου χρήσιμος, αλλά δημιουργεί ακόμη περισσότερες καθυστερήσεις και γραφειοκρατεία κι είναι κάτι που δεν έχω δει σε καμία άλλη χώρα», αναφέρει η Μπόταση: «οι αρχαιολόγοι στις Εφορείες Αρχαιοτήτων, όταν ακούν για κινηματογραφικό γύρισμα βγάζουν σπυριά. Ό,τι έχουμε να δείξουμε δηλαδή προς τα έξω, δεν θέλουν να το δείξουμε». 

Λιλέτ Μπόταση δ/ντρια της Inkas Film

Η έλλειψη αξιοπιστίας του κράτους δεν περιορίζεται μονάχα στις γραφειοκρατικές διαδικασίες βέβαια. Πέρα από την ελλιπή χρηματοδότηση μέσω κρατικών επιχορηγήσεων, η έλλειψη πολιτικής βούλησης φροντίζει και με διάφορους άλλους τρόπους να κρατά την τοπική κινηματογραφική βιομηχανία σε επίπεδο οικοτεχνίας: «οι Έλληνες δεν στηρίζουν το δικό τους προϊόν», σημειώνει η Μπόταση, «κι ο βασικός λόγος είναι ότι οι ελληνικές ταινίες δεν έχουν ποιότητα. Κι όταν λέμε ποιότητα, εννοούμε ήχο, εικόνα, σενάριο, ηθοποιία κι ένα σωρό πράγματα που οφείλονται στη χρηματοδότηση». Όταν μιλάμε όμως για έναν άρτιο εμπορικό κινηματογράφο, δεν μιλάμε μόνο για κρατική χρηματοδότηση, αλλά κυρίως για τους ιδιωτικούς φορείς, και τα κίνητρα που θα έπρεπε να έχουν για να επενδύσουν στον ελληνικό κινηματογράφο: «Ο νόμος έχει ψηφιστεί, αλλά έμεινε ανεφάρμοστος. Η επιτροπή του ΥπΠο που θα ασχολούνταν με τις φοροαπαλλαγές στους χορηγούς, δε συστάθηκε ποτέ. Τόσοι χορηγοί θα μπορούσαν να επενδύσουν σε ταινίες, αντί να τα δίνουν στην εφορία. Και βέβαια, τα ιδιωτικά κανάλια  που υποχρεούνται να επενδύσουν το 1,5% του τζίρου τους, επίσης δεν το δίνουν, εκτός απ’ την Nova και τον OTE TV. Παλιά έδινε κι η ΕΡΤ, τώρα πια χάθηκε κι αυτό. Αλλά βλέπεις ότι, παρ’ ότι μιλάμε για ιδιωτικούς οργανισμούς και φορείς, πάλι κρατικό είναι το ανάχωμα, όταν δεν εφαρμόζονται οι νόμοι». 

Με την εμπιστοσύνη των Ελλήνων θεατών προς το ντόπιο σινεμά να μεταφράζεται σε εισιτήρια το πολύ για μία ταινία τη χρονιά, και με την Τουρκία να ακολουθεί σαφώς πιο αποφασιστικά την πορεία προς τις υπόλοιπες κινηματογραφικά αναπτυγμένες χώρες, δεν μπορεί να μην διατηρεί κανείς τις αμφιβολίες του για το αν έχει το περιθώριο η χώρα να ξεπεράσει το επίπεδο της οικοτεχνίας με τα weird wave αντανακλαστικά. Επιβεβαιώνοντας όμως το ότι για να κάνεις αυτή τη δουλειά πρέπει να ’χεις μια και μια δόση μαζοχισμού, η Λιλέτ Μπόταση είναι αισιόδοξη: «Προλαβαίνουμε να την αναστρέψουμε την κατάσταση, αρκεί το κράτος να κάνει το κομμάτι του. Είναι αστεία απλό να γίνει, και πιο απλό απ’ το να βγαίνουν οι πολιτικοί και να λένε ότι θέλουν να φέρουν ξένες παραγωγές στην Ελλάδα. Αρκεί ο κρατικός μηχανισμός να δώσει τα κίνητρα, να δώσει τις διευκολύνσεις στους αρχαιολογικούς χώρους και τέλος πάντων να μας αφήσει να ασχοληθούμε μ’ αυτό που πρέπει. Να βρούμε τους τεχνικούς, τους ηθοποιούς, να τους προσλάβουμε, να στήσουμε το γύρισμα, να γίνει, να τους πληρώσουμε, να διαχειριστούμε το υλικό. Να κάνουμε τη δουλειά μας δηλαδή, αντί να κάνουμε τους κλητήρες στα υπουργεία».

*Η ταινία Περιπέτεια στο Αιγαίο, του Taavi Vartia με τους Ville Myllyrine, Laura Malmivaara, Ορφέα Αυγουστίδη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Ιφιγένεια Τζόλα κ.ά., προβάλλεται από την Πέμπτη 8 Γενάρη στις αίθουσες, σε διανομή της Audio Visual