ΒΙΒΛΙΟ

«Πατριαρχική Δικαιοσύνη και Φεμινιστικές Αντιστάσεις»: Ένα βίβλιο με πολλές ματαιώσεις και λίγες πικρές νίκες

H Σίσσυ Βωβού αφηγείται 19 ιστορίες έμφυλης βίας που αφορούν στην περίοδο από το 1998 έως το 2012 και χαρτογραφεί το φεμινισμό ως αυτό που είναι, μια κοινότητα τραύματος μα και αλληλεγγύης.

Γυναίκες κρατούν η μία το χέρι της άλλης στο άκουσμα της απόφασης των δικαστών για την ενοχή των κατηγορουμένων για την υπόθεση της δολοφονίας και βιασμού της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη, την ημέρα της αναγγελίας της απόφασης του δικαστηρίου, Αθήνα, Παρασκευή 15 Μαϊου 2020. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

Το καλοκαίρι του 1998 ο Παναγιώτης Βήχος, καταξιωμένος μουσικός, ευαίσθητος και αγωνιστικός άνθρωπος, πήγε σε ένα ελληνικό νησί να δουλέψει. Μέσα από διάφορα πράγματα που παρατήρησε συνειδητοποίησε ότι στην περιοχή δρα κύκλωμα τραφικινγκ εις βάρος νεαρών μεταναστριών από την Ανατολική Ευρώπη. Κατόρθωσε μάλιστα να κερδίσει την εμπιστοσύνη μιας γυναίκας, η οποία επιβεβαίωσε τους φόβους τους και του διηγήθηκε την ιστορία της.

Μεταξύ άλλων η κοπέλα του είπε πως πήγε στο τοπικό αστυνομικό τμήμα να κάνει καταγγελία αλλά ο διευθυντής την έστειλε πίσω στους εκμεταλλευτές της. Ο Παναγιώτης Βηχός, σε αντίθεση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κοινωνικής αδιαφορίας, συγκέντρωσε κι άλλα στοιχεία και δημοσίευσε ένα αναλυτικό ενυπόγραφο άρθρο στην εφημερίδα Νέα Προοπτική του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος, του οποίου ήταν μέλος. Ξεκίνησε έρευνα.

Το Φθινόπωρο του 2000 το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών παρέπεμψε σε δίκη δύο μαγαζάτορες και τρεις αστυνομικούς. Μετά από δύο αναβολές η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβρη του 2003 με αθωωτική απόφαση για όλους τους κατηγορούμενους. Λίγο νωρίτερα είχε ξεκινήσει η καφκική περιπέτεια του Παναγιώτη Βήχου. Ο παραπεμφείς αστυνομικός διευθυντής αρχικά του υπέβαλλε μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση που εκδικάστηκε το Σεπτέμβριο του 2004 αθωώνοντας τον Παναγιώτη Βήχο και τον εκδότη της εφημερίδας Θόδωρο Κουτσουμπό. Παράλληλα ο Παναγιώτης Βήχος δέχτηκε εισβολή αστυνομικών στο σπίτι του, κατασχέθηκε ο υπολογιστής του και πολύ ενορχηστρωμένα διοχετεύτηκε στον Τύπο η φήμη ότι ήταν μαστροπός, παιδόφιλος και πορνογράφος. Ο άνθρωπος έμεινε σε ομηρεία πολλά χρόνια για να αθωωθεί οριστικά το Δεκέμβρη του 2011.

Για τη συγκεκριμένη υπόθεση το ελληνικό κράτος καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το ζήτημα είναι ότι οι δράστες του κυκλώματος τραφικινγκ δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, οι επιζώσες δε δικαιώθηκαν και ο άνθρωπος που «δεν κοίταξε τη δουλειά του» ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα, καθώς σπιλώθηκε ηθικά, απομονώθηκε επαγγελματικά, έπεσε σε μεγάλη οικονομική δυσπραγία, η υγεία του κλονίστηκε και πέθανε από καρκίνο το 2013. 

Αυτή είναι μια -για την ακρίβεια η πρώτη- από τις 19 υποθέσεις που αφηγείται η Σίσσυ Βωβού στο βιβλίο της «Πατριαρχική Δικαιοσύνη και Φεμινιστικές Αντιστάσεις». Πρόκειται για ιστορίες έμφυλης βίας που αφορούν στην περίοδο από το 1998 έως το 2012. Θα μπορούσε να ειδωθεί και σαν μια λεκτική τοιχογραφία των πιο οριακών εκφάνσεων της πατριαρχίας στο σύγχρονο ελληνικό συγκείμενο. Στις γραμμές του ζωντανεύουν ορισμένα από τα πιο βάναυσα εγκλήματα έμφυλης κυριαρχίας, όπως υποθέσεις τραφικινγκ, η δολοφονική επίθεση με βιτριόλι εις βάρος της μετανάστριας συνδικαλίστριας Κωνσταντίνας Κούνεβα, ο ομαδικός βιασμός μαθήτριας στην Αμάρυνθο, ο ακρωτηριασμός όλων των άκρων γυναίκας στην Καλαμάτα από τον πρώην σύντροφο της, ο ανεξιχνίαστος θάνατος της κρατούμενης Κατερίνας Γκουλιώνη που έδωσε έναν μεγάλο αγώνα ενάντια στον εξευτελισμό του κολπικού και πρωκτικού ελέγχου, ο βιασμός και η γυναικοκτονία της Ζωής Δαλακλίδου στην Ξάνθη, η διαπόμπευση και η άδικη φυλάκιση των οροθετικών γυναικών. 

Πρόκειται για υποθέσεις που η συγγραφέας, ενεργή φεμινίστρια μαζί με άλλα άτομα και συλλογικότητες του φεμινιστικού κινήματος, παρακολούθησαν από κοντά, διεκδικώντας δικαιοσύνη, όχι μόνο με τη στενά νομική σημασιοδότηση της έννοιας αλλά και με την κοινωνική της πρόσληψη. Στις περισσότερες φορές, δυστυχώς, δεν τη βρήκαν. Μέσα από το ιστορικό και τα τεκμήρια που παραθέτει η Σίσσυ Βωβού στο βιβλίο της, υπενθυμίζει ορισμένες από τις πλέον αναντίστοιχες και εξωφρενικές δικαστικές αποφάσεις που αποτυπώνουν ανάγλυφα τις έμφυλες ιεραρχήσεις και τη σεξιστική κουλτούρα ενός τμήματος του δικαστικού σώματος. Αναφέρει την περίπτωση γυναικοκτονίας στις Σέρρες το 2005 από σύζυγο, όπου ο δράστης έμεινε μόνο έξι μήνες στη φυλακή, τον ομαδικό βιασμό της μαθήτριας στην Αμάρυνθο με τους κατηγορούμενους να αθωώνονται, το βιασμό φιλλιπινέζας μετανάστριας, όπου ο βιαστής χάρη στην ολιγωρία των αρχών εξαφανίστηκε, την περίπτωση μετανάστριας επιζώσας ενδοοικογενειακής βίας που απελάθηκε μετά το βίαιο ξυλοδαρμό της. Μόνο στην περίπτωση του βιασμού και της γυναικοκτονίας της Ζωής Δαλακλίδου στην Ξάνθη και στον ακρωτηριασμό της γυναίκας στην Καλαμάτα, οι δικαστικές αρχές δε λειτούργησαν μεροληπτικά και ευθυγραμμίστηκαν με την ανάγκη του φεμινιστικού κινήματος να μη μένουν ατιμώρητα τα έμφυλα εγκλήματα. 

Διατρέχοντας αυτά τα 15 χρόνια βλέπει κανείς με πόσο κόπο κατακτήθηκαν ορισμένες βελτιώσεις τόσο σε επίπεδο νομολογίας, όσο και σε επίπεδο στερεοτύπων. Το 1998 δεν υπήρχε καν νομοθεσία για το τραφικινγκ. Μόλις το 2006 ποινικοποιήθηκε το βιασμός μέσα στο γάμο. Το 2018 κυρώθηκε η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης για την καταπολέμηση της έμφυλης βίας. Το 2019 εντάχθηκε το κριτήριο της συναίνεσης στην τυποποίηση του βιασμού. Όλα αυτά προέκυψαν μετά την επίμονη προσπάθεια των φεμινιστικών συλλογικοτήτων που χτίστηκε πάνω σε εμπειρίες πόνου και αδικίας. Και βέβαια, μένουν πολλά ακόμα να γίνουν, πολύς δρόμος να διανυθεί για να γίνει η αυτονομία των γυναικών σεβαστή. 

Γυναίκες κρατούν η μία το χέρι της άλλης στο άκουσμα της απόφασης των δικαστών για την ενοχή των κατηγορουμένων για την υπόθεση της δολοφονίας και βιασμού της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη, την ημέρα της αναγγελίας της απόφασης του δικαστηρίου, Αθήνα, Παρασκευή 15 Μαϊου 2020. ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

«Βρεθήκαμε δίπλα σ’ αυτές τις γυναίκες και παλέψαμε να δικαιωθούν. Με ορισμένες κρατάω ακόμα επαφές αλλά ο ωκεανός είναι απέραντος και η δική μας σταγόνα πολύ μικρή. Η συναισθηματική φόρτιση είναι έντονη. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω τις οροθετικές γυναίκες που φυλακίστηκαν άδικα. Η διαπόμπευση, όμως, τις τσάκισε. «Δε με νοιάζει η φυλακή, η φωτογραφία με νοιάζει, θέλω να κατέβει» μας έλεγαν. Πέρασαν τόσα χρόνια και μέχρι να αθωωθούν οριστικά, κάποιες δεν άντεξαν και έφυγαν. Σίγουρα έχουν αλλάξει πράγματα και νοοτροπίες. Για παράδειγμα σπάνια πλέον ακούμε στις δικαστικές αίθουσες επιχειρήματα για το τι φορούσε μια επιζώσα βιασμού. Δυστυχώς, το ακούσαμε ξανά στη δίκη της Καβάλας για τον ομαδικό βιασμό κοπέλας. Ήταν εξοργιστικό. Οι κατηγορούμενοι τελικά αθωώθηκαν. Θεωρώ πολύ σημαντικό να στεκόμαστε δίπλα στις γυναίκες στο δικαστικό τους αγώνα και γενικά προσπαθούμε να το κάνουμε, παρότι αντιμετωπίζουμε οι ίδιες ενοχλήσεις ανά διαστήματα. Μας έχουν καταγγείλει δικηγόροι των αντιδίκων, μας έχουν διώξει από αίθουσες. Ωστόσο, επιμένουμε, διότι γνωρίζουμε ότι βοηθάει τις ίδιες τις γυναίκες ψυχολογικά η παρουσία μας και ασκείται πίεση. Είμαστε ένα κομμάτι της κοινωνίας που πρέπει να ακούγεται» λέει η Σίσσυ Βωβού.

Είναι βαρύ ανάγνωσμα, γεμάτο βιασμένα, κακοποιημένα, εγκλωβισμένα, δολοφονημένα κορμιά θηλυκοτήτων με πολλές ματαιώσεις και λίγες πικρές νίκες. Σημαντικό, όμως, κατά τη γνώμη μου, αφενός γιατί συνιστά καταγραφή μιας υποφωτισμένης πτυχής της σύγχρονης ιστορίας μας και μάλιστα από τη σκοπιά των καταπιεσμένων υποκειμένων, αφετέρου γιατί ακόμα και στο πιο πνιγηρό περιβάλλον αναδύεται η αξία της γυναικείας αλληλεγγύης. Κάποιες γυναίκες – επιζώσες έμφυλης βίας μπορεί να μην έφταναν καν μέχρι τα δικαστήρια, εάν δεν είχαν δίπλα τους το φεμινιστικό κίνημα να συνδράμει υλικά αλλά και συναισθηματικά. Να τις πιστέψει. Χαρτογραφεί το φεμινισμό ως αυτό που είναι, μια κοινότητα τραύματος μα και αλληλεγγύης.

*Το βιβλίο «Πατριαρχική Δικαιοσύνη και Φεμινιστικές Αντιστάσεις» της Σίσσυς Βωβού κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άνω Τελεία. 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2020 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.