ΣΙΝΕΜΑ

«Η Παρακμή του Πολιτισμού των Εμπορικών Κέντρων» στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

0 κινηματογραφιστής και φωτογράφος Michael Galinsky θα παρουσιάσει στο πλαίσιο του φεστιβάλ το νέο του λεύκωμα με τίτλο "The Decline of Mall Civilization" καθώς και την ταινία του, "Who took Johnny", ειδικά επιλεγμένη από τον ίδιο τον John Waters.

Όταν τον περασμένο Ιούλιο ο Michael Galinsky έλαβε ένα mail από το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ότι ο επίτιμος φετινός καλεσμένος, John Waters, διάλεξε την ταινία του Who Took Johnny, ανάμεσα στις δέκα πιο αγαπημένες του που θα προβληθούν στο φεστιβάλ, ενθουσιάστηκε. Για διάφορους λόγους.

Πριν απ’ όλα για την τιμή που του έκανε ο φοβερός σκηνοθέτης, ο οποίος μάλιστα δεν επιλέγει το συγκλονιστικό αυτό ντοκιμαντέρ για πρώτη φορά. Δεύτερον, γιατί ο Galinsky αγαπά ιδιαίτερα το κινηματογραφικό φεστιβάλ της συμπρωτεύουσας, αφού στην ανοιξιάτικη διοργάνωση του Ντοκιμαντέρ έκανε την ευρωπαϊκή πρεμιέρα της η συγκεκριμένη ταινία. Ακολούθησαν και άλλες, όλες σκηνοθετημένες παρέα με τους μόνιμους συνεργάτες του, τη σύντροφό του Suki Hawley και τον David Beilinson, με τους οποίους διατηρεί και την ανεξάρτητη εταιρεία Rumur.

https://www.youtube.com/watch?v=aSsk-LoO6WA

Τρίτον, γιατί την ίδια εποχή έστελνε για τύπωμα -σε ιταλικό, μάλιστα, τυπογραφείο-, το νέο του φωτογραφικό λεύκωμα The Decline of Mall Civilization (σε ελεύθερη μετάφραση «Η Παρακμή του Πολιτισμού των Εμπορικών Κέντρων»), με εικόνες από τα αμερικανικά malls στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και με τίτλο-παράφραση της τριλογίας της Penelope Spheeris, The Decline of Western Civilization.

Θεωρώντας ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο και ο κόσμος τελικά είναι πολύ μικρός, ο Michael θέλησε να παρουσιάσει το βιβλίο του, πριν απ’ οπουδήποτε αλλού, στη Θεσσαλονίκη, στο MOMus – Μουσείο Φωτογραφίας, ως παράλληλη εκδήλωση του φεστιβάλ – και μάλιστα ένα μήνα πριν κυκλοφορήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Έτσι, την Τετάρτη 6 Νοεμβρίου, ο ίδιος, μαζί με τον επιμελητή του μουσείου, Ηρακλή Παπαϊωάννου, φοιτητή του New York University την εποχή εκείνη, αλλά και τον διευθυντή του κινηματογραφικού προγράμματος του Lincoln Center, Dennis Lim, θα μας πάνε κάπου 30 χρόνια πίσω, σε μια προ-ίντερνετ εποχή όπου όλα ήταν τόσο αλλιώς…

Φίλος της Popaganda επίσης, ο Αμερικανός κινηματογραφιστής, φωτογράφος, μουσικός, συγγραφέας και παραγωγός, θέλησε να γράψει ο ίδιος ένα σημείωμα για το πώς «γεννήθηκαν» αυτές οι εικόνες, λίγο πριν πετάξει για την Ελλάδα. Το λεύκωμα, μία επετειακή έκδοση της Rumur για τα 30 χρόνια του πρώτου project του 20χρονου τότε Michael, διανέμεται στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Ενώ αποτελεί τη συνέχεια του πρώτου, “Malls Across America” που είχε κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό Steidl το 2013, εξαντλήθηκε από το internet πριν βγει στα βιβλιοπωλεία και τώρα πωλείται, μεταχειρισμένο, στο Amazon, για 1045 δολάρια!

Όταν δουλεύω ακολουθώ πάντοτε μια ιδέα, ένα ένστικτο -και η βαθύτερη ουσία αυτής της ιδέας ή του ενστίκτου φανερώνονται αργότερα. Τριάντα χρόνια από τότε που τράβηξα αυτές τις φωτογραφίες, μπορώ να δω θέματα, κάδρα και αισθητικές που διατρέχουν κάθε μία από αυτές. Τότε δεν μπορούσα να δω καθαρά ή ουσιαστικά το όλο πνεύμα τους, ενώ σήμερα, είναι πολύ πιο εύκολο να το επεξεργαστώ και να το ξεκαθαρίσω.

Όταν πήρα το πρώτο μου μάθημα, έγχρωμης, φωτογραφίας, είχα μόλις τελειώσει, χωρίς την θέλησή μου, σπουδές Θεολογίας. Με γοήτευαν τα μαθήματα που είχαν ως αντικείμενο ιδέες. Και ήταν αυτές οι ιδέες που μου έδωσαν τη δομή για αυτό το φαινομενικά «ανοργάνωτο» project.

Το κορίτσι μου, τότε, έμενε στο Long Island -το οποίο, ως προάστειο, είχε μια άναρχη μαζική οικιστική εξάπλωση. Μια μέρα πήγα να την επισκεφθώ νωρίς το απόγευμα και είχα μαζί την φωτογραφική μηχανή μου. Χρειαζόταν να πάει για κάποιο λόγο στο γειτονικό mall και, με το που μπήκαμε, κατάλαβα ότι βρήκα ποιο θα ήταν το θέμα μου για την εργασία που έπρεπε να δώσω στο μάθημα φωτογραφίας. Εκείνη τη μέρα τράβηξα πολλές φωτογραφίες και το project πήρε σάρκα και οστά…

O Αμερικανός κινηματογραφιστής, φωτογράφος, μουσικός, συγγραφέας και παραγωγός, Michael Galinsky.

Καθώς όλα τα μαθήματα που έκανα σχετίζονταν με Ανθρωπολογία, Κοινωνιολογία και θρησκεία, όταν αντίκρυσα τις εικόνες ζωής του εμπορικού κέντρου σκέφθηκα τόσο ως ανθρωπολόγος όσο και ως καλλιτέχνης. Με συνεπήραν τα χρώματα, οι χαρακτήρες, το φως –και με εξέπληξε αμέσως το γεγονός ότι στο εμπορικό κέντρο κατά κάποιο τρόπο γινόταν ιδιωτική η δημόσια ζωή. Οπότε, καθώς επικεντρωνόμουν να βγάλω φωτογραφίες ανθρώπων, τους σκεπτόμουν παράλληλα σε σχέση με μία πλατύτερη κουλτούρα, στην οποία ένιωθα πολύ αουτσάιντερ, ως πανκ ροκ μουσικός και ως φοιτητής. Αυτό το κάδρο στο οποίο τοποθετούσα ως ανθρωπολόγος τις εικόνες μου, μου έδωσε το βήμα να σκεφθώ ότι ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά ως αγνή καταγραφή εικόνων – χωρίς το δικό μου κριτικό μάτι. Δεν μου άρεσαν καθόλου τα εμπορικά κέντρα. Η επίδειξη καπιταλισμού και η “συμμόρφωση” της κοινωνικής δομής που υπήρχε εκεί, μου έφερναν ναυτία -κι έτσι κατέληξα απλώς να παρατηρώ, χωρίς να κρίνω. Θεωρώ ότι αυτό με βοήθησε να αποτυπώσω εικόνες που κράτησαν στον χρόνο. Παρόλα αυτά, τότε, η ανταπόκριση στη δουλειά μου ήταν πολύ χλιαρή. Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή διαρκώς αναζητούσαν κριτικές ή οράματα –όμως το δικό  μου όραμα επέπλεε σε αυτό τον χώρο αντί να βάζει σφραγίδα.

Αν και δεν ήμουν κανονικός σπουδαστής φωτογραφίας, ξόδευα άπειρο χρόνο κάθε εβδομάδα σε ένα κατάστημα που λεγόταν “A Photographers Place”, γεμάτο με φωτογραφικά λευκώματα. Με γοήτευαν οι φωτογραφίες που δεν επιδεικνύονταν αλλά δημιουργούσαν χώρο για να αφηγηθείς μικρές ιστορίες. Δηλαδή, η δουλειά φωτογράφων όπως οι: Robert Frank, the Friedlander, Gary Winogrand και William Eggleston.

Μετά από παρότρυνση της καθηγήτριάς μου, ξεκίνησα να ταξιδεύω στη χώρα και να φωτογραφίζω και άλλα malls. Όταν γύρισα σπίτι μου με τα slides, ήμουν ακόμη ένας νεαρός φοιτητής χωρίς διασυνδέσεις. Τα πήγα σε κάποιες γκαλερί αλλά ήμουν τόσο άσχετος που η επαφή ήταν σχεδόν κωμική. Λίγο αργότερα ξεκίνησα μια πανκ ροκ μπάντα, τους Sleepyhead και 5 χρόνια αργότερα πρόβαλα κάποια από αυτά σε μία συναυλία μας σε μια γκαλερί. Έπειτα τα ξανάβαλα στο κουτί τους. Μέχρι που τα ξαναβρήκα 20 χρόνια αργότερα…

Όταν τα βρήκα, το internet διαφέντευε τη ζωή μας. Τα έβαλα on line κι έγιναν αμέσως και κατ’ επανάληψη viral! Εκείνο το διάστημα έμαθα πολλά για το πώς επεξεργαζόμαστε φωτογραφίες. Η νοσταλγία παίζει ένα ρόλο εδώ, αλλά νομίζω ότι αυτές οι συγκεκριμένες εικόνες διαθέτουν κάτι άλλο που τις κάνει να διαφέρουν: επιπλέουν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ ερασιτέχνη και επαγγελματία. Αν ήταν λίγο περισσότερο επαγγελματικές ίσως οι άνθρωποι να μη τις ένιωθαν τόσο οικείες. Κι αν ήταν πιο ερασιτεχνικές δεν θα τους τράβαγαν τόσο. Κατέχουν την ιστορία της φωτογραφίας αλλά δεν “κατατροπώνονται” από αυτήν. Αιχμαλωτίζουν κάτι που τότε δεν ενδιέφερε κανέναν άλλον να κοιτάξει ή να προσέξει με μάτι παρατηρητή. Προφανώς υπάρχουν εκατομμύρια φωτογραφίες από τη δεκαετία του ’80, αλλά επειδή ακριβώς αυτές οι εικόνες απλώς “παρατηρούν” χωρίς να κρίνουν, φαίνονται τόσο αληθινές και παρούσες που σήμερα χρησιμοποιούνται ως αναφορά στην εποχή.

Μετά από αυτό το project ξεκίνησα μια μπάντα. Κι αυτό μου έδωσε αφορμή να αρχίσω να καταγράφω και να κινηματογραφώ την underground rock σκηνή. Και τα δύο αυτά projects διακατέχονταν από την ίδια αίσθηση ευθύνης: να καταγράψω κάτι σημαντικό που δεν το έπιανε το γυμνό μάτι. Όπως και οι φωτογραφίες των malls, έτσι και αυτή η δουλειά –που έκανα με τους συνεργάτες μου- ισορροπούσε μεταξύ επαγγελματία και ερασιτέχνη, ανθρωπολόγου και καλλιτέχνη. Και αυτό συνέχισε να με ακολουθεί σε όλη μου την πορεία.

Τα περισσότερα ντοκιμαντέρ μας δεν είναι σαν εκείνα που περιμένει να δει το κοινό. Δεν ακολουθούν φόρμες -οπότε δυσκολεύονται να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Όταν προβάλαμε το Who Took Johnny στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης πριν λίγα χρόνια, ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που παίχθηκε στην Ευρώπη. Παρόλα αυτά έκανε τεράστια επιτυχία στο Netflix και ο καταπληκτικός John Waters το επέλεξε να παιχθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τώρα, ξανά. Με αυτό λοιπόν έχω καταλήξει πως μια δουλειά που κάνεις μπορεί να μην ταιριάζει στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που την κάνεις, αλλά θα έρθει τελικά η ώρα που θα συντονιστεί…».

Παρουσίαση φωτογραφικού λευκώματος 
The Decline of Mall Civilization του Michael Galinsky
Εικόνες από τα αμερικανικά malls στη δεκαετία του ’80
Τετάρτη 6/11, ώρα: 12:00 @ ΜOMus – Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης 
(Αποθήκη Α’, Προβλήτα Α, Λιμάνι Θεσσαλονίκης // τηλ.: 2310 566 716)
Ομιλητές: Michael Galinsky, κινηματογραφιστής – φωτογράφος
Ηρακλής Παπαϊωάννου, επιμελητής ΜOMus – ΜΦΘ
Dennis Lim, Διευθυντής Κιν/κού Προγράμματος του Lincoln Center
ΠΡΟΒΟΛΗ / CARTE BLANCHE – JOHN WATERS
“Who Took Johnny”/ “Ποιος άρπαξε τον Τζόνι;” των Michael Galinsky, Suki Hawley, David Beilinson
Πέμπτη 7/11 // ώρα 15:00 @ αίθουσα Παύλος Ζάννας

 

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.