Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
Κλείσιμο σε 10 δευτερόλεπτα..
Κλείσιμο
ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Αστερόπη Λαζαρίδου προτιμά να (μην) πατά ξυπόλητη

Και προσθέτει το όνομα της, ως νέα συγγραφέας, στη λίστα με τις πρώην δημοσιογράφους που βρίσκουν πια τον εαυτό τους στις σελίδες της (αυτό)μυθοπλασίας.
Φωτογραφίες: Πέτρος Πουλοπουλος

Πως είναι να μιλάς με κάποια για το πρώτο της βιβλίο – Μην πατάς ξυπόλητη, Εκδόσεις Καστανιώτη – χωρίς να το έχεις ανοίξει, αφού μόλις, κυριολεκτικά, κυκλοφόρησε; Ανορθόδοξο, περίεργο, εκκεντρικό ίσως. Συμβαίνουν αυτά όμως, ειδικά με ανθρώπους που γνωρίζεις μέσα στα χρόνια. Όχι πολύ καλά, αλλά κάτι θυμάσαι πάντα από αυτούς. Το θρόισμα τους έτσι όπως περνούν καμιά φορά δίπλα σου, την υπογραφή τους σε πράγματα που θαυμάζεις, την ιστορία τους όπως αυτή μεταφέρεται σε κοινές παρέες.

Η Αστερόπη με το όνομα γεμάτο διάστημα που ενέπνευσε την Μυρτώ Κοντοβά να ονομάσει έτσι την πρωταγωνίστρια της στο τηλεοπτικό «Μίλα μου Βρώμικα» (Mega, 2009) είναι μια δημοσιογράφος «του χώρου». Δηλαδή ένα κορίτσι πάνω στο οποίο πέφτω ξανά και ξανά όλα αυτά τα χρόνια. Άλλοτε από μακριά, άλλοτε από πιο κοντά, πάντα την έβλεπα να στριφογυρίζει στα φημισμένα δημοσιογραφικά κέντρα (Βημαμαγκαζίνο, Βήμαdonna, Βήμαmen, Tv Guide, Symbol, Elle, Protagon, Vice, Marie Claire) και να δίνει φως με τις λέξεις της. Η γραφή της είχε πάντα εικόνες. Η γραφή της ήταν πάντα σαν ένα χαλαρό ταξίδι. Ήταν (είναι) γεμάτη παρατήρηση, ενσυνείδηση, συναισθηματικότητα. Η γραφή της που τα τελευταία χρόνια βουτάει και σε θεατρικά και στίχους για τραγούδια.

Η Αστερόπη με το όνομα γεμάτο αστέρια και αστραπές (προτιμά το δεύτερο) είναι γειτόνισσα. Δεν μένει στο διπλανό τετράγωνο. Μένει όμως έξι εφτά πιο πέρα. Μας χωρίζουν ένα σταθμός τρένου, κάποιες αδιάβατες γραμμές και ένα Κοσμικόν γεμάτο ενοχές. Την πετυχαίνω συνηθώς παρέα με τη 9χρονη ημίαιμη σκυλίτσα της, τη Λούση («ένα κοκόνι με κόλεϊ, οπότε και λέω πως είναι κοκόλεϊ»). Τη βρήκε έξι μηνών κουτάβι, δεμένη σε ένα δέντρο. Μόλις είχε πεθάνει η μητέρα της. «Βρήκα ένα καλό λόγο να σηκώνομαι από το κρεββάτι μου», θα πει. Κάθε φορά που θα τις δω στο δρόμο, προλαβαίνω συνήθως να πω μόνο ένα γεια. Εξαφανίζονται πίσω από τα σταθμευμένα αυτοκίνητα σαν κάποιος να τις κυνηγά. Κάθε φορά αναρωτιέμαι ποιά σέρνει ποια. Και κάθε φορά αποφασίζω πως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Στα εξωτικά Κάτω Πατήσια μπορείς να τρέχεις όσο θέλεις. Και με όποιον θέλεις.

«Πήρα το όνομα της Αιγυπτιώτισσας γιαγιάς, η οποία κρατούσε από Αλεξάνδρεια. Είχα πάθει μεγάλη καζούρα μικρή στο σχολείο. Βλέπεις τότε υπήρχε μόνο Ελένη και Μαρία. Τώρα οι νηπιακοί σταθμοί είναι γεμάτοι με Νεφέλη και Δανάη. Τώρα ψάχνεις με το κιάλι κάνα Γιαννάκη. Μόνο Νηρέα, Ορέστης, Ιάσονα και Απόλλωνα βρίσκεις».

Η Αστερόπη με το ωραίο όνομα, ήρθε στο ραντεβού με μια τσάντα γεμάτη βιβλία. Τα δικά της. Πρώτα αντίτυπα, πρώτη φουρνιά, πρώτα κουλουράκια. «Αυτό για σένα». Ακουμπώ τα δάχτυλα στο σκληρό ελαφρύ ροζ εξώφυλλο με τα ωραία στραβά (από κοριτσίστικο νάζι), καλτσωμένα πόδια. «Η μάνα μου το έλεγε, μη πατάς ξυπόλητη» μου λέει. «Η δική μου πάλι, φάε κάτι, θα πάθεις τίποτα» της απαντώ. Ο καθένας με τα βιώματα του. Και το δικό της όμως, πλέον διάσημο, τίτλος βιβλίου. Μια νέα Caroline Marie Bradshaw, σε μια απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου. «Αυτομυθοπλασία, πολύ μόδα έξω λένε, αλλά πάλι και εγώ έτσι έγραφα πάντα, που να ήξερα». Γελάει κάθε τρεις τέσσερις λέξεις, αναίτια, γενναιόδωρα, πλούσια. Κορίτσι σαράντα και κάτι χωρίς προβλήματα σκέφτεσαι μέχρι που κάνεις, μία στην άκρη, το κάπως ροζ εξώφυλλο για να χαζέψεις λίγο τους μεσότιτλους που οριοθετούν τα μικρά προσωπικά της στόρι. «Πότε λες αντίο στον ψυχοθεραπευτή σου;», «Δεν μου κάνει, θα το πάρω», «Ενός λεπτού πληγή», «Γιατί αυτοκτονούν οι χαρούμενοι άνθρωποι», «το δικαίωμα στη (μη) μητρότητα», «Υπάρχει ζωή μετά τους γονείς;». Οκ βρίσκεις και άλλους πιο ανάλαφρους. «Καταραμένοι ποιητές ή σχεσάκηδες;», «Ο έρωτα στα χρόνια του facebook», “Don’t cry for me καραντίνα», «Όταν τα μπαρ έκλειναν στις δώδεκα». Ούπς, επικαιρότητα!. « Ήταν Οκτώβρης του 2020 όταν το ξεκίνησα. Μέχρι τον Δεκέμβρη είχα τελειώσει».

Τι είχε προηγηθεί;

«Ένα παλιό κείμενο μου στο Vice το οποίο αποφάσισα κάποια στιγμή να ξαναβάλω στο facebook μέσα στην καραντίνα, λίγο μετά το καλοκαίρι. Αφορούσε την επιστροφή μου στο πατρικό σπίτι. «Γυρίζοντας στο πατρικό στα σαράντα» ήταν ο τίτλος. Το βάζω βράδυ, ξυπνάω το πρωί και βλέπω ένα μπαράζ κοινοποιήσεων. Άρχισε να συζητιέται αμέσως, να μιλάει ο κόσμος γι αυτό, το αγαπούσα κι εγώ αυτό το κείμενο πολύ, ήταν το πιο ακριβό μου κι ας μη το πληρώθηκα ποτέ. Το κείμενο όμως ήταν παλιό. Οι περισσότεροι δεν είδαν την ημερομηνία και νόμιζαν πως ήταν ένα βιωματικό για το lockdown. Δεν ήθελα να τους το χαλάσω, το απολάμβανα και λίγο για να πω την αλήθεια. Ε αυτό ήταν και η αφορμή για να πιάσουμε με τις Εκδόσεις Καστανιώτη την ιδέα να γραφτεί αυτό το βιβλίο. Μια γυναίκα στα σαράντα που μιλά για όλα αυτά που την απασχολούν. Ευτυχώς είχα πάντα τη μανία να περπατάω και να πλάθω ιστορίες. Και να γράφω σε χαρτάκια. Να γράφω παντού. Και μετά να τα μαζεύω σαν ρακοσυλλέκτρια και να τα χώνω σε συρτάρια. Οπότε το βιβλίο κατά το ήμισυ ήταν έτοιμο. Με βοήθησε που ήμουν και άνεργη. Υπάρχει ο μύθος πως αν είσαι δημοσιογράφος μπορείς να γράφεις άνετα όλη μέρα. Δεν ισχύει. Όχι όταν δουλεύεις καθημερινά και θες να γράψεις και ένα βιβλίο».

To Μην Πατάς Ξυπόλητη σφύζει από υγιή παρατηρητικότητα. Και άγρια ζωντάνια. «Μιλά για τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Για αυτή τη γενιά του ΠΑΣΟΚ που κάποια στιγμή βρέθηκε με ένα κοκτέιλ στο χέρι που δεν είχε καν να πληρώσει». Το βιβλίο δεν διαβάζεται απαραίτητα γραμμικά και ας έχει μια ύπουλη αρχή, μέση, τέλος. Μπορείς να διαλέξεις μια ιστορία «της στιγμής», να διαβάσεις τυχαία αυτήν που θα επιλέξουν τα ακροδάχτυλα σου ανοίγοντας το. Το δοκιμάζω. Ιστορία: Σκληρά κουφέτα. Διαβάζω στην αρχή: «Τα κουφέτα είναι σκληρά και τα κόλλυβα μαλακά. Για να έχει η χαρά τίμημα και η δυστυχία παρηγοριά». Το κλείνω χαμογελώντας.

Συγγραφείς, πρώην δημοσιογράφοι. Αυτή η μάστιγα;

«Όλοι είναι κρυφό-καταπιεσμένοι συγγραφείς. Τους τρώει το μεράκι νομίζω. Οι δημοσιογράφοι είναι κατά βάθος συγγραφείς και αν δεν είχαν το θέμα της επιβίωσης μπορεί και να περνάγανε κατευθείαν στο βιβλίο. Η δημοσιογραφία είναι κατεπείγουσα λογοτεχνία, όπως λέει και ένας ήρωας στη ταινία 2046!».

Για ποιον γράφεις;

«Όταν δημοσιογραφούσα είχα πρώτα την ανάγκη να επικοινωνήσω με τον κόσμο. Δεν έγραφα όμως για την πιάτσα, για να κάνω την καμπόση στα αφεντικά ή σε συναδέλφους. Δεν μου άρεσε το αυστηρό ύφος, το περισπούδαστο και οι βαρύγδουπες δύσκολες λέξεις. Η μητέρα μου είχε τελειώσει το δημοτικό και δεν είχε καταφέρει να συνεχίσει παρόλο που το ήθελε. Έπαιρνε κάθε βδομάδα το Βήμα της Κυριακής και με διάβαζε. Οπότε είχα πάντα στο μυαλό μου πως πρέπει να γράφω απλά για να με καταλαβαίνει πρώτη από όλους αυτή. Και επειδή δεν ήξερε ξένες γλώσσες, έβαζα πάντα μια παρένθεση δίπλα σε ξένες λέξεις με τη μετάφραση τους, κάτι που έγινε σιγά σιγά χαρακτηριστικό μου και που το συνέχισα ακόμη κι όταν πέθανε, για τις άλλες μαμάδες».

Τι σου έμαθε η μαμά σου;

«Να παρατηρώ. Ήταν καθαρίστρια και είχε αναλάβει τις μεγάλες πολυκατοικίες στη Φωκίωνος. Με έπαιρνε πάντα μαζί της. Καθόμουν στο γραφειάκι του θυρωρού, σε κάθε είσοδο και παρατηρούσα την καλή Αθήνα να περνάει απ’ έξω».

Η Αστερόπη, μικρή και πάντα ξυπόλυτη, στα Κάτω Πατήσια.

Γέννημά θρέμμα Κάτω Πατήσια;

«Ναι! Παιδί ενός κατωπατησιώτικου θεού. Υπάρχει φυσικά και η ανάλογη ενότητα μέσα στο βιβλίο. Πως είναι να μένεις εδώ και να βιώνεις στην εφηβεία σου ένα παράλογο ρατσισμό. Από φίλους που δεν έρχονταν γιατί «θα μου σπάσουν το αμάξι οι Πακιστανοί». Από γκόμενους που με έφεραν Χριστούγεννα και κοίταγαν τα μπαλκόνια λέγοντας «α έχετε και φωτάκια εδώ». Ναι ρε φίλε, έχουμε και ρεύμα ξέρεις, περπατάμε και στα δύο πόδια, μη σου πω και για νερό, τρεχούμενο! Τα Κάτω Πατήσια ακόμη και τώρα είναι το backstage της Αθήνας. Βλέπεις την κοινωνία της πόλης όπως πραγματικά είναι. Χωρίς τα φτιασίδια των άλλων περιοχών. Σε κρατά γειωμένο, έχει κάτι αληθινό. Είναι σαν να σου φωνάζει, ε, έχεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου, είσαι καλά, μη μεγαλοπιάνεσαι, δεν υπάρχει λόγος».

Μοιάζουν με ταινία. Το προσυπογράφω. Φιλμ που μπορεί να μη φτάσει στα Golden Globes, αλλά θα σαρώσει στα Spirit Awards!

«Βλέπω τον κόσμο πάντα σαν να είναι ταινία. Αν βρω τραπουλόχαρτο στο δρόμο, το γυρίζω για να δω τη φιγούρα, αν με πλησιάσει άγνωστος θα του πιάσω κουβέντα σαν να είναι σκηνή που πρέπει να ξετυλίξω και να ανακαλύψω. Όταν βλέπεις τη ζωή σου σαν ταινία δεν τα παρατάς ποτέ γιατί θες πάντα να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Και σε πολύ δύσκολες καταστάσεις ακόμη περισσότερο. Είναι σαν να σου έρχεται το σενάριο αλλά όχι όλες οι σκηνές και να περιμένεις. Και μετά να δεις ποια κάμερα σε παίρνει. Κάποια στιγμή μου διάβασα πως αυτό λέγεται αποπροσωποποίηση. Όταν ήταν η μαμά μου στα τελευταία της στο νοσοκομείο και περπατούσα σαν ρομπότ, ένοιωθα σαν την ηθοποιό που της είχε δοθεί αυτός ο ρόλος. Έμαθα αργότερα πως αυτό ήταν υποσυνείδητη επιλογή για να αντέξω. Να μη περάσει όλη η οδύνη μέσα μου, να προστατεύσω τον εαυτό μου, να σταθώ κάπως στα πόδια μου. Μια μέθοδος αυτοσυντήρησης δηλαδή».

Με τι άλλο αυτοσυντηρείσαι;

«Με το χιούμορ. Νομίζω με σώζει το χιούμορ. Είναι η άμυνα μου. Σου λέω μια ιστορία. Είναι 2018, μόλις έχει πεθάνει ο μπαμπάς μου, περιμένουμε με μια ξαδέρφη μου τη νεκροφόρα, πολύ ωραία εικόνα, καταλαβαίνεις, είναι χειμώνας, φοράω ένα γκρι παλτουδάκι, κάνει κρύο, συνειδητοποιώ πως έχω μέσα στο πορτοφόλι μου τρία ευρώ, είμαι άνεργη, δεν ξέρω πως θα πληρώσω την όλη διαδικασία, αδέρφια δεν έχω, οι συγγενείς οι περισσότεροι είχαν αρχίσει ήδη να την κάνουν, «είσαι δυνατή εσύ» (μην το ξανακούσω) και τότε περνάει από πάνω ένα περιστέρι και με χέζει με όλη του τη δύναμη. Μιλάμε για ακατάσχετη διάρροια. Και το παλτουδάκι μου γίνεται σύχρηστο. Και μένω σαν καρτούν που κοιτάζει το φακό, βλέπω την κουτσουλιά την τεράστια και γυρίζω στην ξαδέρφη και της λέω «Η ζωή συνεχέζεται!». Και γέλασα. Ξαφνικά. Πολύ. Και νομίζω πως ήταν η πρώτη στιγμή που με αγάπησα πραγματικά. Γιατί σκέφτηκα αφού μπορείς και κάνεις χιούμορ σε μια στιγμή που είσαι τόσο απεγνωσμένη, καλά θα πας, μην ανησυχείς. Πάντα θα έχεις ένα έμφυτο μηχανισμό για να επιβιώνεις στα πιο τραγικά σημεία της ζωής».

Ζωή, πάντα στα Πατήσια;

«Πέρασα την περίοδο της επανάστασης. Που είχα σταθερή δουλειά και λεφτά. Και πήγα στο Παγκράτι. Πριν όμως γίνει ότι γίνει. Και μετά με την κρίση πάλι πίσω».

«Άγρια» περιοχή κάποια περίοδο.

«Λίγο πριν την κρίση οι ταξιτζήδες δεν με κατέβαζαν. Γύρναγα Σάβατο βράδυ, μετά από βόλτες στο κέντρο και μου λέγανε, που πας ρε κοπελιά εκεί με τους μαύρους, θα σε αφήσω πάνω στην Αχαρνών, δεν πάω μέσα στα στενά. Έ τότε έβγαζα γλώσσα (ήμουν και σε φάση «ασκήσεων ψυχοθεραπείας») και τους φώναζα, “βάλε ταμπέλα πως πας μόνο Εκάλη”. “Λες πολλά” απαντούσαν. “Είσαι γλωσσού και δεν θα παντρευτείς ποτέ”. Οκ, ακόμη ανύπαντρη είμαι!»

Ασκήσεις ψυχοθεραπείας…;

«Έκανα έξι χρόνια. Η ψυχοθεραπεία με έμαθε να εκφράζω το θυμό μου. Μου έλεγε ο ψι πρέπει να αρχίσεις να θυμώνεις δεν πάει άλλο. Έ ξεκίνησα με τους ταξιτζήδες. Αυτοί ήταν η πρακτική μου. Φοβόμουν να τσακωθώ με τον φίλο μου, τη μάνα μου, τον κολλητό μου γιατί δεν θα με αγαπούσαν πια, οπότε τσακωνόμουν με ταξιτζήδες. Λειτούργησε. Τους χρωστάω πολλά».

Πως ένιωσες όταν πήρες «πτυχίο»;

Κοίτα, στο τέλος, ένοιωθα με τον ψι μου, πως είχαμε καταλήξει σαν ένα old married couple. Ένιωθα πως επαναλαμβανόμασταν. Πολύ! Η μαμά μου, ο μπαμπάς μου, το τέτοιο μου, το παιδί μέσα μου, η αυτοεκτίμηση, το άλλο, βαριόμουν τόσο. Φυσικά και με έχει βοηθήσει με κάποια κλειδιά που κατέχω πια. Δηλαδή θα είμαι μια μέρα στα πατώματα και μετά θα ξέρω πως θα πω το “εντάξει τώρα, σήκω, πάμε”. Και σε δύσκολες καταστάσεις, όπως η απώλεια των γονιών, βοήθησε πολύ».

Ποιο είναι το αγαπημένο σου τσιτάτο για την ψυχοθεραπεία;

«Πως είναι ένα ωραίο εσωτερικό σπα. Μαθαίνεις τα κατατόπια και ουσιαστικά σε βοηθά να μη φοβάσαι τους δαίμονες. Και όχι μόνο αυτό, αλλά να καταλαβαίνεις πως είναι και βοηθητικοί. Όσο δεν τους φοβάσαι και προσπαθείς να τους κάνεις φίλους σου, τόσο καλύτερα».

Αν σου έλεγα να διαλέξεις το πιο αγαπημένο σου θέμα μέσα στο βιβλίο ποιο θα διάλεγες;

«Ίσως το πιο σημαντικό μου κεφάλαιο είναι αυτό που μιλάω για τον γυναικείο αυνανισμό. Για μένα είναι ίσως το πιο φλέγον κεφάλαιο. Πώς μια γυναίκα αναγνωρίζει το σώμα της από πολύ μικρή και πώς μετά έχει τον ερωτισμό της διαθέσιμο. Δηλαδή ξέρω να κάνω σεξ γιατί έχω τη μνήμη του οργασμού από μόνη μου».

#metoo στην Ελλάδα, αυτό το ξαφνικό κι αναπάντεχο

«Πρωτοφανή πράγματα. Κοίτα, λόγω χώρου από τα σύννεφα δεν πέσαμε, αλλά δεν περίμενες ποτέ να γίνει και κάτι τέτοιο. Και φυλακές και αποκαλύψεις. Ήταν άνθρωποι στο απυρόβλητο. Εδώ μια κακή κριτική δεν μπορούσε να γράψεις, υπήρχαν λίστες τύπου αυτόν δεν τον αγγίζουμε, αυτόν δεν τον ακουμπάμε, αυτός είναι φίλος μας. Ήταν σαν να βλέπεις σήριαλ στο Netflix σε γρήγορη καταιγιστική σαιζόν. Ήμασταν όλοι με κομμένη την ανάσα. Εγώ δεν έκανα τίποτα άλλο, μόνο εγκλωβισμένη στο messenger, να επικοινωνώ με φίλους».

Υπάρχει πολύ μοναξιά σε αυτό, αν είσαι από τους «τυχερούς».

«Υπάρχει μια παράμετρος που την έχω βιώσει, από φίλες που είχαν θέματα ενδοοικογενειακής βίας και έβλεπες πως όταν κάποια μιλούσε, ο κόσμος έφευγε. Έβαζε τη δικαιολογία μπροστά, «έχω σοκαριστεί, δεν μπορώ να το διαχειριστώ» και έτρεχε. Μια γυναίκα, ένας άνθρωπος, αν υποστεί βία, είτε λεκτική είτε σωματική, μετά έχει ενοχές, δεν μπορεί να το εξηγήσει εύκολα. Γι’ αυτό και δεν αντιδρά σε ατάκες τύπου «δεν μπορώ να κάνω κάτι, δεν ήμουν μπροστά». Οκ αν ήσουν πραγματικά μπροστά ξέρεις, μάλλον δεν θα γινόταν. Οπότε βλέποντας ξαφνικά αυτό το λάξουρι της εξωστρέφειας του #metoo, αισθάνεσαι μεν χαρά αλλά ταυτόχρονα και μια λύπη. Σε πιάνε μια πικρία όταν συνειδητοποιείς πως τόσος κόσμος έπρεπε να δει στην τηλεόραση τι συμβαίνει για να πάρεις μπρος, ενώ όσο το έβλεπε δίπλα του δεν έκανε τίποτα. Όλα όμως θέλουν το χρόνο τους τελικά».

Στις σχέσεις ήσουν τυχερή;

«Είχα μια τάση προς τους δανδήδες».

Καταραμένοι ποιητές ή σχεσάκηδες τελικά;

«Από τη μια ο ερωτικός τύπος με την μια οκτάβα κατεβασμένη φωνή του που ξέρει να κάνει έρωτα, ξέρει να συναρπάζει, ξέρει αλλά δεν θέλει δέσμευση και από την άλλη ο άλλος που θέλει να σε παντρευτεί από τη πρώτη μέρα, από την πρώτη βδομάδα που θα σου πει σ’ αγαπώ και πως είσαι η γυναίκα της ζωής του. Παλιά οι πρώτοι με τραβούσαν περισσότερο. Είδα τις Επικίνδυνές Σχέσεις για πρώτη φορά πέρσι, σε προχωρημένη δηλαδή ηλικία. Μου έσπασε τα νεύρα ο Μάλκοβιτς. Μα τόσο πολύ. Με το περουκίνι και όλες από κάτω με τα ρουχαλάκια εποχής να τρελαίνονται και να μη μπορούν να του αντισταθούν. Και σκέφτηκα, εντάξει, είμαι σε καλό δρόμο, αφού με νευριάζει ο Μάλκοβιτς είμαι σε καλό δρόμο, δεν θέλω πια του δανδήδες. Αλλά και ούτε τους άλλους που ξέρω ότι θέλουν απλά μια γυναίκα να γραπωθούν. Οπότε μάλλον για μένα είναι μια άλυτη σπαζοκεφαλιά οι σχέσεις. Θα πεθάνω προσπαθώντας να βρω κάτι που είναι στο νούμερο μου. Να σου πω μια μικρή ιστορία. Είμαστε τρίτη λυκείου και συνειδητοποιούμε εγώ και οι φίλες μου πως έχουν έρθει κάτι Levis 501 με οδηγίες σαφέστατες. Πρέπει να ξαπλώσεις, να κρατήσεις την αναπνοή σου και να ρουφήξεις την κοιλιά σου, μέχρι να κουμπώσει το τελευταίο κουμπί. Προσοχή, δεν πρέπει να κουμπώνει με μεγάλη ευκολία, γιατί αλλιώς σημαίνει πως δεν θα σου κάνει μετά, θα σακουλιάσει. Οπότε μπαίνουμε μέσα στο δοκιμαστήριο, ξαπλώνουμε, και ακούω ξαφνικά τη μία να λέει “δεν μου κάνει, θα το πάρω”. Πρέπει να βρίσκουμε πράγματα στο νούμερο μας, τζιν, παπούτσια, άντρες, φιλίες, γκομενικά, παρέες, επαγγελματικά. Στο νούμερο μας. Να μην αγκομαχούμε σε πράγματα που δεν μας κάνουν».

Τελικά τι είναι ο έρωτας;

«Δεν ξέρω. Αυτό πάντως που μπορώ να σου πω είναι μια ατάκα που γράφω και μέσα σε κάποιο σημείο. Άν ο έρωτας είναι ένα παπούτσι που δεν μου κάνει, προτιμώ να περπατώ ξυπόλυτη. Γιατί όταν συμβιβάζεσαι και λες, ναι οκ, με πονάει λίγο μπροστά αλλά δεν πειράζει θα ανοίξει και με το περπάτημα, είναι θέμα. Γιατί αν αρχίσεις αυτά και στις σχέσεις, άστα να πάνε. Πρέπει να το βάλεις, να περπατάς καλά και να σου κάνει ωραίο πόδι. Αυτό μόνο».

Αν το βιβλίο γίνει ταινία και πάει στα Όσκαρ, με ποιον θα πας;

Όταν δεν έχω τι να κάνω μέσα στο σπίτι, αρχίζω και ευχαριστώ την Ακαδημία. Με έπιασες. Σκέφτομαι τι φοράω, τι λέω, με ποιον πάω. Μέχρι τότε, ελπίζω, θα υπάρχει κάποιος που θα είναι στο νούμερο μου. Αυτόν θα πάρω. Και θα κάνω αυτό το ουάου της έκπληξης και θα του ρίξω ένα πεταχτό φιλάκι έτσι όπως θα κάθεται δίπλα μου για να μας πιάσει η κάμερα και μετά θα σηκωθώ, θα πάω να ανέβω τις σκάλες και θα σαβουριαστώ. Γιατί δεν ξέρω αν το είπαμε αλλά είμαι από αυτές. Εγώ και το μοιραίο είμαστε τσακωμένοι. Φλερτάρω πρώτη, μιλάω πρώτη, τρώω τα μούτρα μου πρώτη. Διακοπές στην Πάρο το 97. Μεγάλη παρέα, είμαι στην καρέκλα, τραβιέμαι προς τα πίσω, προσπαθώ να το παίξω μοιραία, δεν αντιδρώ στις ατάκες που πέφτουν βροχή, έρχεται τύπος γονατίζει μπροστά μου και μου λέει: «Αστερόπη καλά; Ζαλίζεσαι;». Εκεί κατάλαβα πως σε άλλες το μοιραίο δείχνει όντως μοιραίο ενώ σε εμένα ζαλάδα. Δεν το ξαναπροσπάθησα».

Της λέω το έχουμε, είμαστε εντάξει, μπορούμε να πατήσουμε στοπ και να μου πει off the record για όλη αυτή την αγάπη που έχει στα λουλουδιασμένα φορέματα. Της ζητάω να γράψει κάτι στις πρώτες σελίδες του βιβλίου που μου χαρίζει. Γράφει: «είσαι ο πρώτος μου». Γελάω δυνατά.

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2021 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.