Το αγαπήσαμε το Μικρό Θέατρο Επιδαύρου, τη Μικρή Επίδαυρο όπως τη λέμε πια όλοι, από τότε που το πρωτοεπισκεφτήκαμε, κάπου στα τέλη της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα. Ενα θέατρο αφιερωμένο στον Διόνυσο, που χτίστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ, το κάλυψε η φύση τους αιώνες που ακολούθησαν, εντοπίστηκε τη δεκαετία του ’70, αναστηλώθηκε σιγά σιγά και δόθηκε ξανά προς χρήση από το 1998, με τις εκδηλώσεις του «Μουσικού Ιουλίου» πρώτα. Αργότερα πέρασε στη διαχείριση του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και από τότε… ψάχνει να βρει τη θέση του και τον ρόλο του στις καλοκαιρινές φεστιβαλικές εκδηλώσεις. Οχι πάντα με μεγάλη επιτυχία.

Στα χρόνια του Φεστιβάλ η Μικρή Επίδαυρος έχει φιλοξενήσει επιτυχημένες συναυλίες από όλο το φάσμα της μουσικής, μερικές συναρπαστικές θεατρικές παραστάσεις -στις καλύτερες στιγμές του ήταν «Το τερατώδες αριστούργημα» του Γιάννη Ρίτσου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρίκιου τον Ιούλιο του 2009, «Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού» του Σάμιουελ Κόλεριτζ με τη Φιόνα Σο τον Αύγουστο του 2012- αλλά και αρκετά αποτυχημένα θεατρικά εγχειρήματα και ενδιαφέρουσες χορευτικές προτάσεις. Αλλες φορές οι περίπου 1.000 θέσεις που χωρούν οι κερκίδες του γέμιζαν, άλλες φορές όχι. 

Μικρό Θέατρο Επιδαύρου

Φέτος το Φεστιβάλ έδωσε ένα συγκεκριμένο θεματικό πλαίσιο στις εκδηλώσεις που φιλοξενήθηκαν στη Μικρή Επίδαυρο. Είχαν όλες αναφορά σε μύθους της αρχαίας τραγωδίας αλλά ήταν όλες έργα που γράφτηκαν από μεταγενέστερους ή σύγχρονους. Διόλου κακή ιδέα, που έδινε τη δυνατότητα σε νεότερους καλλιτέχνες να δοκιμάσουν κάτι πιο εναλλακτικό, βαδίζοντας σ’ έναν θεματικό άξονα. Και άγγιζαν πολλά είδη της τέχνης οι φετινές παραστάσεις της Μικρής Επιδαύρου. Είτε ήταν ταινία του Αλφρεντ Χίτσκοκ («Δεσμώτης του ιλίγγου», σαν σύγχρονη διασκευή του μύθου του Ορφέα και της Ευριδίκης), είτε ήταν τρία έργα μουσικού θεάτρου Ελλήνων συνθετών της πρωτοπορίας από την Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής (Ξενάκης, Χρήστου, Κουμεντάκης, παράσταση που ματαιώθηκε λόγω εκλογών όπως ανακοινώθηκε), είτε η διασκευή της «Θεογονίας» του Ησίοδου από τη Σοφία Πάσχου και το Patari Project, είτε η χορευτική παράσταση KAOS της Ιωάννας Πορτόλου, είτε η πάντα γοητευτική ιστορία «Δάφνις και Χλόη» του Λόγγου σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μπογδάνου, είτε η «Φαίδρα» του Ρακίνα σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου, είτε οι «Δαναΐδες», η μόνη τραγωδία που εξέδωσε όσο ζούσε ο Ανδρέας Κάλβος, που σκηνοθέτησε σε παγκόσμια πρώτη η Νατάσσα  Τριανταφύλλη. 

Είδα μόνο τις δύο τελευταίες παραστάσεις και σ’ αυτές θ’ αναφερθώ. Πρώτα τη «Φαίδρα», το γνωστό και πολυπαιγμένο κείμενο του Ρακίνα, που έτυχε της νέας μετάφρασης του δόκιμου Στρατή Πασχάλη. Μαύρα κοστούμια οι ηθοποιοί (Αγγελος Μέντης), λευκές κολώνες διάσπαρτες στο χώρο με ένα ηχείο στην κορυφή της η καθεμιά (σκηνικά Εύα Μανιδάκη), μια διαρκής και στυλιζαρισμένη κίνηση, σχεδόν ακατανόητη, των ηθοποιών της παράστασης (κίνηση Γιώργος Σιώρας-Δεληγιάννης). Θα μπορούσε να παραπέμπει και σε σκακιέρα αυτή η ιδέα του σκηνικού σε συνδυασμό με τα κοστούμια, να ανακαλεί τα πούλια που ανακατεύονται και συγκρούονται διαρκώς, διώχνοντας, σπρώχνοντας, υποχωρώντας. Η Εφη Θεοδώρου είχε στη διάθεσή της μερικούς πολύ καλούς σύγχρονους ηθοποιούς (Μαρία Σκουλά, Γιάννος Περλέγκας, Γιάννης Παπαδόπουλος, Γιωργής Τσαμπουράκης, Μαριάννα Δημητρίου, Πηνελόπη Τσιλίκα, Ελένη Μπούκλη), που όμως τους ζήτησε να εκφέρουν στατικά τον λόγο του Ρακίνα, ακυρώνοντας κάθε συναίσθημα και συχνά κάθε θεατρικότητα. Η μόνη που κατάφερε να μετατοπιστεί από τη σκηνοθετική οδηγία ήταν η έμπειρη Μαρία Σκουλά. Ολοι οι υπόλοιποι ακολούθησαν την οδό της απαγγελίας, με μερικούς να ξεχωρίζουν λίγο περισσότερο μέσω της φωνής τους (Γιωργής Τσαμπουράκης, Μαριάννα Δημητρίου, Πηνελόπη Τσιλίκα). Ενας ωραίος μύθος έγινε, δυστυχώς, μια παράσταση που τίποτα διαφορετικό δεν έφερε. 

Φαίδρα

Το γεγονός της Μικρής Επιδαύρου φέτος, ήταν, ασφαλώς, οι «Δαναΐδες» και η παγκόσμια πρώτη τους. Κάλβος είναι αυτός. Ο Δημήτρης Αρβανιτάκης, που γνωρίζει καλά το έργο του όσο και τα ιταλικά μετέφερε σε ζωντανά ελληνικά το αρχικό κείμενο, που παρότι ήταν πρωτόλειο έργο είχε τη δύναμη ενός δημιουργού που ξέρει και μπορεί να πλάσει γερούς χαρακτήρες, αληθινούς, με αποχρώσεις, με εντάσεις, με φοβίες, με παλινδρομήσεις, με πάθος και πάθη. Ασφαλώς είναι ένα κείμενο που κινείται σε ρομαντικό ύφος τόσο στη γλώσσα όσο και στους χαρακτήρες. «Είναι ωραία η ήπια καρδιά»· «Το πνεύμα μου σκοτίζεται»· «Φρικτή ελπίδα είναι η ελπίδα του σπαθιού» λέει ο Ανδρέας Κάλβος σε διάφορα σημεία. Η Νατάσσα Τριανταφύλλη θέλησε να διατηρήσει το ρομαντικό ύφος εκείνης της εποχής σε όλα τα επίπεδα. Ετσι η Εύα Μανιδάκη έστησε ένα γοητευτικό ρομαντικό σκηνικό -ένα τεράστιο πέπλο που έβγαινε από το παράθυρο του μικρού οικίσκου πίσω από την ορχήστρα της Μικρής Επιδαύρου και κάλυπτε την Υπερμνήστρα (Λένα Παπαληγούρα), τη Δαναΐδα που αντιστάθηκε στην επιταγή του πατέρα της. Και έκανε την πιο έξυπνη κίνηση της παράστασης στο πεδίο των χορικών, τα οποία διατήρησε στην ιταλική γλώσσα (άλλο κλείσιμο ματιού στην εποχή του Κάλβου), ανέθεσε στη Μόνικα να γράψει τη μουσική (που το έκανε με θαυμαστό τρόπο και απολύτως ενσωματωμένη στη ροή της παράστασης) και στην υψίφωνο Αρτεμι Μπόγρη να τραγουδήσει -σπουδαία- την οπερατική μορφή των χορικών και το αποτέλεσμα ήταν το πιο δυνατό στοιχείο της παράστασης. Το κείμενο του Κάλβου ακούστηκε ακέραιο -παρότι θα μπορούσε να μειωθεί η έκτασή του, γιατί σε κάποια σημεία έκανε κοιλιά, η Λένα Παπαληγούρα και ο Αρης Μπαλής, σε πολύ καλή στιγμή και οι δύο, υποστήριξαν με ωριμότητα και ευαισθησία τους ρόλους της Υπερμνήστρας και του Λυγκέα αντίστοιχα, ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος είχε τη σταθερότητα και την εμπειρία που γνωρίζουμε. Συνολικά ήταν μια προσπάθεια με αρκετά καλά στοιχεία, με καλές ερμηνείες, με ένα σχετικά αδύνατο κείμενο, όμως το τελικό αποτέλεσμα παρότι βγήκε τρυφερό και δουλεμένο, δεν ήταν απογειωτικό. Παρ’ όλα αυτά ήταν η παγκόσμια πρώτη ενός καλβικού κειμένου, κι αυτό από μόνο του έχει τη σημασία του και για τους συντελεστές και για τον φορέα που την φιλοξένησε.

Δαναΐδες

Οι εκδηλώσεις στη Μικρή Επίδαυρο ολοκληρώθηκαν. Αλλά ο προβληματισμός για το τι θα περιλαμβάνει το πρόγραμμά της τις επόμενες χρονιές παραμένει. Θα συνεχίσει να δίνει έμφαση στο θέατρο; Υπάρχουν άραγε τόσες πολλές καλές θεατρικές προτάσεις που να άπτονται του αρχαίου δράματος ή να συνομιλούν μαζί του και να μπορούν να φιλοξενηθούν στο πλαίσιο των Επιδαυρίων; Εδώ δεν υπάρχουν, κάθε χρόνο οκτώ καλές παραστάσεις αρχαίου δράματος για το πρόγραμμα της Μεγάλης Επιδαύρου. Και πόσες φορές να κάνει το θεατρόφιλο κοινό την ίδα διαδρομή; Μία την Παρασκευή και μία το Σάββατο; Δύσκολο. Θα πρέπει να διασφαλίσει παραμονή αν θέλει να δει τις παραστάσεις και στη Μικρή και στη Μεγάλη Επίδαυρο. Κοστοβόρο. Μήπως λοιπόν η Μικρή Επίδαυρος θα πρέπει να ξαναγυρίσει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε, δηλαδή στη μουσική; Οι περισσότερες από τις συναυλίες που έχουν φιλοξενηθεί αυτά τα χρόνια που εντάσσεται στο Φεστιβάλ Επιδαύρου ήταν επιτυχημένες και καλλιτεχνικά και εισπρακτικά. Η μουσική έχει πολλές διαδρομές, πολλά είδη, μεγάλο κοινό κάθε ηλικίας. Μπορεί να μην είναι και στη μουσική η έμφαση. Πάντως σίγουρα το πρόγραμμα της Μικρής Επιδαύρου θέλει επανεκκίνηση.