

Έχουν αφήνει πίσω τα χνάρια τους φωτεινά, ωστόσο ως ήρωες «προχωρούν στα σκοτεινά», όπως έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης. Γιατί όταν το φθαρτό τους σώμα παραχώνεται στη γη σαν πεφταστέρι, δεν γνωρίζουν τι απ’ τα δυο μέλλει να ’ρθεί – η δικαίωση ή η λήθη.
Οι εκτελεσθέντες στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής είχαν ο καθένας τη δική του προσωπικότητα. Από διαφορετικές διαδρομές, τέμνονται σε μια ιδέα και έναν σκοπό – την αντίσταση, και στον τόπο όπου έπεσαν γι’ αυτή.
«Άραγε, θα μας ξεχάσουν;» ρωτά με αγωνία ένας από τους 200 στο «Τελευταίο Σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη. Άφησαν χνάρια – δράση με απτά αποτελέσματα, γράμματα, το «τελευταίο σημείωμα», θραύσματα ζωής που κάποια χάθηκαν, κάποια διασώθηκαν χάρη σε όσους νοιάστηκαν και στην τύχη.
Ακολουθώντας κάποια από αυτά τα χνάρια, ξετυλίγουμε λίγο απ’ το κουβάρι της μνήμης, με τη βοήθεια του λογοτέχνη, ποιητή και συλλέκτη Μίμη Χριστοφιλάκη, ο οποίος επιλέγει να σταθεί καταρχάς σε ένα: μια λίστα. Αυτή του γιατρού του Χαϊδαρίου, Αντώνη Ι. Φλούντζη, την οποία ο γιατρός μετέτρεψε σε ένα είδος κώδικα. «Έχει μια λίστα για τους 200 και σημειώνει: Με ένα αστεράκι όσους ήταν Ακροναυπλιώτες. Με δύο αστεράκια, όσους ήταν Αναφιώτες. Και χωρίς κανένα αστέρι όσους δεν ήταν ούτε Ακροναυπλιώτες ούτε Αναφιώτες – ήταν ΕΑΜ και μη ΕΑΜ». Διαχωρίζει δηλαδή ανάμεσα στους κομμουνιστές πολιτικούς κρατουμένους, που παρέδωσε φυλακισμένους η μεταξική δικτατορία στον κατακτητή, και στους αντιστασιακούς.
«Κάθισα τρεις φορές και τα μέτρησα», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. Σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι σε κάθε όνομα αποδίδεται ακριβοδίκαια το βάρος της προσωπικής πορείας. «133 ονόματα είναι τα σημειωμένα με ένα αστέρι, είναι δηλαδή Ακροναυπλιώτες. Επτά είναι Αναφιώτες. Σύνολο, 140. Οι υπόλοιποι 60, που είναι και νεαροί στην ηλικία, δεν ανήκαν ούτε στους Ακροναυπλιώτες ούτε στους Αναφιώτες. Δεν ήταν εξόριστοι, συλληφθέντες από τη μεταξική κυβέρνηση. Είχαν συλληφθεί για δράση. Είχαν μπει σε οργανώσεις, ήταν ασυρματιστές, ήταν ΕΑΜ, είχαν προσωπική δράση. Τρεις φορές κάθισα και τα μέτρησα. Δια χειρός Φλούντζη».

Ο ατομικός φάκελος του καισαριανιώτη τσαγκάρη Δημήτρη Πανταζή, που εκτελέστηκε από τους Ναζί την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σοπευτήριο της Καισαριανής /ΑΠΕ-ΜΠΕ-ΟΡΕΣΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
Από αυτές τις διαδρομές, μόνο μία ξεκινά και τελειώνει στον ίδιο τόπο. Αυτή του κομμουνιστή τεταρτοδιεθνιστή Δημήτρη Πανταζή, του μόνου Καισαριανιώτη από τους 200. «Ήταν υποδηματεργάτης, και ο πόλεμος τον βρήκε εκτοπισμένο από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στην Ανάφη», γράφει ο Χριστοφιλάκης. «Από την Ανάφη, στέλνει στη μάνα του μέσω Ερυθρού Σταυρού γράμμα στις 19/7/42, στο οποίο γράφει χαρακτηριστικά: “Πληροφορήστε τη σεβαστή μου μητέρα ότι υγιαίνομεν, με την σχετικήν υπό τας σημερινάς περιστάσεις έννοιαν του όρου – και ότι είμαι διαρκώς με την σκέψη της”. Ήθος!!!»
Η φράση μοιάζει να κρατά μέσα της ολόκληρη την εποχή – μια κανονικότητα διαλυμένη, που προσπαθεί να διασωθεί διατηρώντας ακέραιη την ευπρέπεια της γλώσσας. «Ο Δημήτρης Πανταζής δεν συμμετείχε στην απόδραση από την Ανάφη των στελεχών του ΚΚΕ το 1942, και από εκεί μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Λάρισα, και με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών οι Γερμανοί τον έφεραν στο Χαϊδάρι, για να τελειώσει τη ζωή του ηρωικά στον τόπο του, κοντά στο σπίτι του, στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944», κλείνει ο Χριστοφιλάκης. «Αιωνία του η μνήμη».
Άλλοι ακολούθησαν διαδρομές ελάχιστα γνωστές. Όπως δύο ασυρματιστές της ματωμένης Πρωτομαγιάς, ο Μιχάλης Γαντές και ο Αλέξανδρος Τσίκας. Ο ένας ανθυπομοίραρχος, ο άλλος μηχανικός. «Δούλευαν για την αγγλική αντικατασκοπία», λέει ο Μίμης Χριστοφιλάκης, ο οποίος διαθέτει σχετικά ντοκουμέντα. Ο Τσίκας μεταδίδει στοιχεία για τον Ισθμό της Κορίνθου. Ο Γαντές ανοίγει κελιά και ελευθερώνει μελλοθάνατους.
«Ο Τσίκας ήταν πολιτικός μηχανικός και τοπογράφος. Και έδωσε τον Ισθμό της Κορίνθου με ασύρματο, έστειλε τα σχέδια στη Μέση Ανατολή», εξηγεί. Οι Γερμανοί θεωρούσαν τον Ισθμό νευραλγικό για τον έλεγχο των συγκοινωνιών – και του Αιγαίου. Η κατάληψή του υπήρξε εξάλλου στόχος της «Επιχείρησης Χάνιμπαλ», ενάντια στην οποία υπερασπίστηκαν τη γέφυρα οι τοποθετημένες εκεί συμμαχικές δυνάμεις.
«Ο δε άλλος, ο Μιχάλης Γαντές, για τον οποίο τώρα ψάχνουν πολλοί, ήταν ανθυπομοίραρχος στην Τρίπολη. Είχε και την ευθύνη των φυλακών. Τον Απρίλιο του ’44, μια νύχτα άνοιξε τα κελιά και έδιωξε πέντε κρατουμένους που ήταν να εκτελεστούν την επόμενη ημέρα, τους απελευθέρωσε. Συνδεόταν με τον ασύρματο της οργάνωσης Όμηρος, που ήταν κατασκοπευτικό δίκτυο των Άγγλων, στο Άστρος Κυνούριας. Με τον ίδιο ασύρματο συνδεόταν και ο άλλος που έδωσε τα στοιχεία για τον Ισθμό».
Μέσα από τον Ασύρματο, οι πληροφορίες περνούσαν στο Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής στο Κάιρο, το βασικό κέντρο συντονισμού των Συμμάχων για την Ανατολική Μεσόγειο και των δικτύων αντίστασης σε κατεχόμενες χώρες όπως η Ελλάδα, στο οποίο βασικό ρόλο είχαν οι Βρετανοί.
Τον Γαντέ και τον Τσίκα τους συνέλαβαν και τους πήγαν στο Χαϊδάρι. Κι έπειτα τους εκτέλεσαν στην Καισαριανή με τους 200.
«Αυτοί λειτουργούσαν τον Ασύρματο, και χάθηκε η επαφή στη Μέση Ανατολή. Ο Ασύρματος σίγησε», λέει ο Χριστοφιλάκης. «Και ποιος στέλνει στην Αθήνα, στην Όμηρος, σήμα; Ο λοχαγός πληροφοριών Παναγής Παπαληγούρας, ο γνωστός Παπαληγούρας, του οποίου ο γιος πέθανε πρόσφατα [σ.σ.: ο Αναστάσης Παπαληγούρας], μετέπειτα υπουργός του Καραμανλή. Ήταν λοχαγός πληροφοριών. “Τι απέγιναν οι δύο πράκτορες, τι απέγινε ο Μιχάλης Γαντές; Ερωτήστε και πληροφορήστε μας, γιατί χάθηκε η επαφή μαζί τους”. Το σήμα, η Όμηρος το δίνει στον Άγγελο Έβερτ. Και ο Έβερτ ρωτάει τους Γερμανούς τάχα μου ότι οι οικογένειες ζητούν να πληροφορηθούν, διότι έχουν εξαφανιστεί ο τάδε ανθυπαστυνόμος και ο τάδε. Και έχω όλα τα έγγραφα. Και οι Γερμανοί με σφραγίδες απαντούν ότι εκτελέστηκαν την 1η Μαΐου στην Καισαριανή».
Δεν είναι όμως μόνο οι 200. Οι εκτελεσμένοι συνολικά στο Σκοπευτήριο φθάνουν περίπου τους 670, σύμφωνα με έγγραφο του έκτου τομέα του ΕΑΜ Αθηνών (Ανατολικές Συνοικίες) που τους καταγράφει ανά χρονιά. Από αυτούς, ελάχιστους γνωρίζουμε. Οι περισσότεροι υπομνημονεύονται ή δεν μνημονεύονται καθόλου.
Στις 10 Μαΐου 1944, εκτελούνται 98. Ανάμεσά τους, δέκα γυναίκες. «Οι πιο πολλές γυναίκες που εκτελέστηκαν ήταν τότε», τονίζει ο κ. Χριστοφιλάκης. Νέες, μεγαλύτερες, αδελφές, μητέρες, κόρες. Δημόσιες υπάλληλοι, νοσοκόμες, αντιστασιακές.
Ο Χριστοφιλάκης διαβάζει τη λίστα:
Βυτιβίλια Καίτη, 35 χρονών, δημόσια υπάλληλος
Μάστρακα Μάρω, 24 χρονών, υπάλληλος Τεχνικού Επιμελητηρίου
Μηλιώτη Μαρία, 22 χρονών
Μηλιώτη Δήμητρα, 28 χρονών (αδελφές)
Ντάκουρη Βάσω, 24 χρονών, νοσοκόμα Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου
Ντέρη Στέλλα, 22 χρονών
Ντέρη Φρόσω, 56 χρονών (μάνα και κόρη)
Ξανθοπούλου Μαρία, 60 χρονών
Πάβλοβιτς Πάολα, υπήκοος Γιουγκοσλαβίας, συνδεόταν με οργάνωση
Σαββαΐδου Άννα, 25 χρονών.
Λίγους μήνες αργότερα –συμπληρώνει– στις 5 Σεπτεμβρίου του 1944, «εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο Καισαριανής η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, 17 χρόνων, η Εσμέρ Χατζηεσμέρ, 16 χρόνων, και ο Ηλίας Ντάικος, 37 χρόνων, που καταδικάστηκε σε θάνατο για απόκρυψη Γερμανού αντιναζί λιποτάκτη».
«Η Εσμέρ Χατζηεσμέρ ήταν εβραϊκής καταγωγής, ήταν αντιστασιακή», σχολιάζει. «Ήταν 16, αυτή γιατί δεν τη μνημονεύουν;». Το όνομά της έχει δοθεί στο 2ο Γυμνάσιο Ταύρου.
Σε μια λιγοφώτιστη γωνιά της μνήμης βρίσκεται κι ο ολοφώτεινος Μιχάλης Ακύλας. Ποιητής, απόκτακτος σμηναγός, φίλος του Οδυσσέα Ελύτη, του Ανδρέα Εμπειρίκου και άλλων επιφανών της γενιάς του ’30. Την «Αιολική Γη» ο Ηλίας Βενέζης την έχει αφιερώσει «Στη μνήμη του φίλου μου Μιχάλη Ακύλα, αντισμήναρχου – ποιητή που πέθανε για την Ελλάδα από σφαίρες Γερμανών στα 1942».

Ο ποιητής Μιχάλης Ακύλας
Ο Μιχάλης Ακύλας εκτελείται στις 5 Ιουνίου 1942 στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, στην πρώτη ομαδική εκτέλεση – οκτώ άτομα. «Τον συνέλαβαν σαν όμηρο οι Γερμανοί την 1ην Απριλίου ενώ προσπαθούσε να διαφύγει στην Αίγυπτο», αναφέρει στο βιβλίο της «Εκτελεσθέντες επί Κατοχής» η Ιωάννα Τσάτσου.
Γεννημένος στο Άργος το 1900 κι ορφανός από μικρός, ο Ακύλας έγραψε ποιητικές συλλογές εξαιρετικές κατά τον Χριστοφιλάκη. «Έχω μία με αφιέρωση στον Ελύτη. Μοναδική». Δημοσίευσε το 1934 το διήγημα «Οι τελευταίες ημέρες του Ιούδα» και το 1935 την ποιητική συλλογή «Ποιήματα». Φαίνεται ότι κάποια ανέκδοτα γραπτά του έχουν χαθεί.

Η μαρτυρία λέει πως παρηγόρησε τον ιερέα που τον κοινώνησε. «Εκτελέστηκε δεν μπορείς να φανταστείς με τι ψυχραιμία. Ο παπάς όταν τον κοινώνησε έβαλε τα κλάματα, κι ο Ακύλας του είπε “παππούλη, κουράγιο”», λέει ο κ. Χριστοφιλάκης. Μόνο ένας ποιητής θα μπορούσε να αντιστρέψει απροσποίητα τόσο διαμετρικά αντίθετους ρόλους: ο μελλοθάνατος γίνεται εκείνος που εμψυχώνει.
«Αλλ’ οι μελλοθάνατοι (…) εξεδήλωσαν αμέσως τον εσωτερικόν των άνθρωπον ψάλλοντες τον Εθνικόν μας Ύμνον, την τελευταίαν στροφήν “και σαν πρώτ’ ανδρειωμένοι…” επαναλαμβάνοντας τετράκις και γεγονυία τη φωνή με κατακλείδα “Ζήτω η Ελλάς”» γράφει για τη συγκεκριμένη εκτέλεση ο ιερέας στην έκθεσή του που περιλαμβάνεται στο «Εκτελεσθέντες επί Κατοχής».
«Τούτο το σημερινό είναι αφόρητο», γράφει η Τσάτσου στα «Φύλλα Κατοχής». «Τέλειωσαν οι προπολεμικές ώρες πνευματικής χαράς. Δε θα τις ξαναβρούμε ποτέ πια όπως ήταν τότε. Ένα βόλι έκοψε τη ζωή του Μιχάλη Ακύλα. Δεν καταλαβαίνουν αυτοί οι Ούνοι ποιους έχουν μπροστά τους και σκοτώνουν. Σκοτώνουν το πνεύμα, σκοτώνουν αυτή τη σπάνια ευαισθησία πούναι χίλιες ζωές μαζί».
Ο συνομήλικος του Ακύλα Γιώργος Σεφέρης γράφει στα τέλη Ιουνίου 1942, όπως σημειώνει η Ανίτα Παναρέτου, συγγραφέας του βιβλίου «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι Οκτώ Πρώτοι», που κυκλοφόρησε πρόσφατα: «Έμαθα τον τουφεκισμό του Βοΐιλα. Ο τρίτος φίλος μας μέσα σε λίγες εβδομάδες: Αδοσίδης, Μιχάλης Ακύλας οι δυο άλλοι».
Απορίας άξιο γιατί μια τέτοια μορφή έχει περάσει στη λήθη. «Κανέναν δεν είδαμε, δεν ακούσαμε, να θυμηθεί τον Ακύλα. Τον σεμνόν Ακύλα μας», γράφει ο Μυριβήλης. «Είταν από κείνους που δεν ανήκουν σε καμμιά κομματική οργάνωση, γιατί ανήκουν στην Ελλάδα την ολάκερη, την αδιαίρετη, την πανελληνική Ελλάδα».
«Να διαβάσεις τα ποιήματά του», με συμβουλεύει ο Μίμης Χριστοφιλάκης. «Αν ήταν στο ΚΚΕ, θα ήταν σήμερα ο Λόρκα της Ελλάδας. Και τον έχουν εντελώς ξεχάσει».
Κάποιοι στίχοι που άφησε πίσω του ο Ακύλας μοιάζει να έχουν γραφτεί για να αντηχούν μετά θάνατον:
«Μην πεις τίποτα, ποτέ μην πεις: εματαιώθη. Μπορεί και να διαβεί χρόνος πολύς Και να ξεχάσεις και την προσμονή σου ακόμη. Μα υπάρχουν πάντα μέσα μας και ζούνε οι παλιοί πόθοι. Μην πεις ποτέ, για τίποτα μην πεις: εματαιώθη».
Άλλες ιστορίες εκτελεσμένων αναδεικνύουν ακόμα και συγκρούσεις την ύστατη στιγμή. Όπως η ιστορία του Σεφεριάν Μικιρδίτη από το Δουργούτι, Αρμένιου κομμουνιστή τεταρτοδιεθνιστή τσαγκάρη, που εκτελέστηκε στις 16 Ιουνίου 1943 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ο Μίμης Χριστοφιλάκης τον μνημονεύει ξεχωριστά. «Kι αυτό εξαιτίας της πίεσης που δέχθηκε ο μελλοθάνατος από αρχιμανδρίτη για να κοινωνήσει πριν εκτελεστεί», σύμφωνα με την ίδια την έκθεση του ιερέα. «Όλοι οι μελλοθάνατοι είπαν “αποθνήσκομεν ως Χριστιανοί και Έλληνες», γράφει ο ιερέας, «πλην του Αρμένιου κομμουνιστού Σεφεριάν Μικιρδίτου, ότι αποθνήσκει ως κομμουνιστής». Και συνεχίζει: «Δυστυχώς όμως τόσον τον είχε δηλητηριάσει ο κομμουνισμός, ώστε εις μάτην απέβη και η δική μου τελευταία προσπάθεια. Ο δυστυχής Αρμένιος κομμουνιστής έπεσε με τας λέξεις ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΑΜ».
Στη συνέχεια, ο ιερέας επιχειρεί να ερμηνεύσει τη στάση του Μικιρδίτη με όρους πίστης και τιμωρίας. «“Εις τους εννέα επειδή απέθανον με χριστιανικά τα τέλη της ζωής των, τους αξίωσε ο θεός να ατενίσουν τον ουρανό. Ως τέκνα του ουρανού έπεσαν υπτίως. Τον κομμουνιστήν επειδή απέθανε ως άπιστος, δεν τον αξίωσε ο θεός της τιμής αυτής, αλλά του είπε συ είσαι τέκνον της γης, όχι του ουρανού, δεν έχεις το δικαίωμα να ατενίσεις τον ουρανόν, διά τούτου πέσε πρηνής”».
Ο Χριστοφιλάκης αντιδρά: όχι ως ιστοριοδίφης, αλλά ως άνθρωπος που εξοργίζεται από την ύβρη. «Φρίκη, ιεροσυλία και προσβολή νεκρού. Όλοι εκτελέστηκαν γιατί ήταν Έλληνες πατριώτες. Οι Γερμανοί δεν ζήτησαν από κανέναν ομολογία πίστεως».

Κάποιες μορφές αποκτούν σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Ο Γεώργιος Ιβάνοφ Σαϊνόβιτς, σαμποτέρ εκπαιδευμένος στη Μέση Ανατολή από τους συμμάχους, δρούσε με ομάδες που χτυπούσαν γερμανικούς στόχους. «Πολωνός. Θεωρείται από τους μεγαλύτερους σαμποτέρ της Ευρώπης», τονίζει ο Χριστοφιλάκης. Τον έφερε τον Οκτώβριο του ’41 στην Ελλάδα το βρετανικό υποβρύχιο «Κεραυνός», είχε πει ο ετεροθαλής αδελφός του Αλέκος Λαμπριανίδης. Συνελήφθη λίγο αργότερα από τους Γερμανούς, αλλά δραπέτευσε μέσα από τα χέρια της Γκεστάπο. Τον επικήρυξαν – 500.000 δραχμές ή σε είδος, σε τρόφιμα. «Είχαν κολλήσει αφίσες με την επικήρυξή του και πήγαιναν πολλοί και του έκαναν φωτοστέφανο και έγραφαν από κάτω “ο άγιος σαμποτέρ”», τονίζει ο κ. Χριστοφιλάκης.
Δεινός κολυμβητής, ο Ιβάνωφ έχει καταστρέψει γερμανικά πλοία και υποβρύχια. «Τη μεγαλύτερη ζημιά στους Γερμανούς αυτός την είχε κάνει και η ομάδα του». Ήταν στον Μίδα 614, ενώ συνεργαζόταν και με δυο-τρεις άλλες ομάδες. Στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη, όπου οι Γερμανοί επισκεύαζαν τους κινητήρες των πολεμικών τους αεροσκαφών, Έλληνες εργάτες σε συνεργασία με τον Ιβάνωφ τούς κατέστρεφαν με τρόπο που δεν μπορούσε να εντοπιστεί εύκολα. Έτσι, κατέληξαν να πέσουν εκατοντάδες αεροσκάφη της Luftwaffe. Ήταν το μεγαλύτερο σαμποτάζ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ο Ιβάνωφ κατόρθωνε να διαφεύγει με τη βοήθεια μικρών αντιστασιακών οργανώσεων και αντιστασιακών όπως η Λέλα Καραγιάννη, γράφει η «Εποχή». Όταν συλλαμβάνεται ξανά, επιχειρεί να διαφύγει πηδώντας από το καμιόνι. «Απίστευτα γενναίος. Έτρεξε, τον πυροβόλησαν, τον σύρανε και τον εκτέλεσαν» σημειώνει ο κ. Χριστοφιλάκης. Στο Σκοπευτήριο Καισαριανής στις 4 Ιανουαρίου 1943. Οι μαρτυρίες λένε ότι πρόλαβε να φωνάξει «Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η Πολωνία!».

Μέσα από τις ιστορίες των εκτελέσεων αναδεικνύεται ηρωισμός αλλά κι ανθρώπινος σπαραγμός. Όπως όταν ο πατέρας του εικοσάχρονου ασυρματιστή Ματθαίου Ανδρόνικου από τη Μύκονο, που είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω να μεταδίδει σήματα προς τη Μέση Ανατολή, «δεν πειθόταν ότι είχε εκτελεστεί ο γιος του», κατά τον κ. Χριστοφιλάκη. «Και πήγε με ένα εργαλείο και τον ξέθαψε. Τον είδε, του έπλυνε το πρόσωπο, του το καθάρισε, τον φίλησε και τον ξανάχωσε μέσα» (Εκτελέστηκε στις 20 Μαΐου 1943).
Κι όπως όταν οι συγγενείς θρηνούσαν. «Ο θρήνος και ο οδυρμός των συγγενών δεν γίνονταν στην Καισαριανή. Γινόταν στην οδό Απόλλωνος, ένα δρομάκι στην οδό Βουλής, όπου υπήρχε μια αποθήκη της Αρχιεπισκοπής. Εκεί πήγαιναν τα ρούχα των εκτελεσμένων. Οι περισσότεροι στην Καισαριανή εκτελούνταν με τα εσώρουχα. Τα ρούχα τα έκαναν μπόγο, έβαζαν και κάποιο σημείωμα μέσα, έβαζαν τα ρολόγια τους, τα προσωπικά τους είδη. Κάποια τους τα έκλεβαν. Οι 200 αρνήθηκαν να βγάλουν τα ρούχα τους».
Η ιστορία του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής έχει μελετηθεί ελάχιστα. Όπως και οι ιστορίες των ανθρώπων που εκτελέστηκαν εκεί. Καθεμιά τους όμως αποτελεί πολύτιμη ψηφίδα της συλλογικής μας μνήμης, καθώς όλες τέμνονται στην αντίσταση και στον αγώνα του ανθρώπου για τη λευτεριά.
Στο ψηφιδωτό αυτό, δεν περισσεύει ούτε μία.
Όσο δεν αφουγκραζόμαστε τις ιστορίες τους, οι πεσόντες του Σκοπευτηρίου της Καισαριανής συνεχίζουν να «προχωρούν στα σκοτεινά». Ψάχνοντας ίσως να πιαστούν από έναν στίχο του Ακύλα:
«Μην πεις ποτέ, για τίποτα μην πεις: εματαιώθη».